ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

Το Κράτος, το Κόμμα και η Κυβέρνηση

Των Χριστόφορου Βερναρδάκη και Γιάννη Σκλία



Από τη συμφωνία του καλοκαιριού του 2015 ετέθη ένα κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί ένα κόμμα που δεσμεύεται στην άσκηση της διακυβέρνησης από ένα νεοφιλελεύθερο πλαίσιο επιτροπείας να παραμένει αριστερό; Δεν αποτελεί μια αξεπέραστη αντίφαση; Αρκεί η υιοθέτηση και επιβολή «παράλληλων προγραμμάτων» για να πλοηγηθεί κανείς σε ένα ασφυκτικό χώρο νεοφιλελεύθερης επιτροπείας, χωρίς να μεταλλαχθεί πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά. Και για πόσο χρόνο μπορεί να το κάνει αυτό;

Για να απαντηθούν τα εύλογα αυτά ερωτήματα χρειάζεται να ξαναγυρίσουμε τη συζήτηση σε ένα «ξεχασμένο» θεωρητικό ζήτημα, αυτό του κράτους και της σύγχρονης μορφής του.

Γνωρίζουμε από τον «μαρξισμό» μας ότι το αστικό Κράτος δεν είναι μια ουδέτερη οντότητα. Γνωρίζουμε επίσης ότι το αστικό Κράτος παίρνει διάφορες μορφές ανάλογα με την ιστορική φάση εξέλιξής του. Γνωρίζουμε τέλος, ότι κάθε αστικό Κράτος κάθε ιδιαίτερου κοινωνικού σχηματισμού έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως προκύπτουν από τις ταξικές και πολιτικές σχέσεις ανταγωνισμού στο εσωτερικό του.

Το αστικό κράτος της τελευταίας ιστορικής περιόδου, αυτής που οριοθετείται από την πολιτική και οικονομική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού διαφέρει από το αστικό κράτος της πολιτικο-αντιπροσωπευτικής μορφής, αλλά ακόμα και από το (μεταγενέστερο) αστικό κράτος του (πουλαντζιανού) κρατικού αυταρχισμού.

Το αστικό κράτος της πολιτικο-αντιπροσωπευτικής δομής διακρινόταν από την τυπική διάκριση των εξουσιών και την αναβαθμισμένη θέση της πολιτικής  - κοινοβουλευτικής δομής στη διαμόρφωση του προγράμματος διακυβέρνησης. Το «τυπικά ουδέτερο» αυτό κράτος μπορούσε να δεχτεί τις ενέσεις «κοινωνικότητας» που προέκυπταν από τους πολιτικούς συσχετισμούς και τη δύναμη της αριστεράς και των συνδικάτων. Ηταν η συνθήκη μέσα στην οποία άνθισε η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία.

Το κράτος του αυταρχικού κρατισμού με τη σειρά του διακρινόταν από τη σταδιακή αυτονόμηση της εκτελεστικής εξουσίας και των κορυφών της κρατικής διοίκησης από τον πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο, καθώς και την καθυπόταξη της τυπικής διάκρισης των εξουσιών στις προτεραιότητες και τις «διαταγές» της εκτελεστικής εξουσίας. Το πεδίο διαμόρφωσης της διακυβέρνησης μετατίθετο οργανικά στον μη-ορατό από το κοινοβούλιο και την κοινωνία χώρο του «βαθέος» κράτους.

Η αμέσως επόμενη φάση του αστικού κράτους, αυτή που αρχίζει μετά τη δεκαετία του ’90 είναι η στιγμή της οριστικής καθυπόταξης της (ήδη αυτονομημένης) εκτελεστικής εξουσίας στα «εξωθεσμικά» ιδιωτικά συμφέροντα. Πεδίο διαμόρφωσης της διακυβέρνησης καθίσταται η μεγάλη και ισχυρή ιδιωτική οικονομία που ελέγχει καταλυτικά την εκτελεστική εξουσία και όλες τις δομές παραγωγής πολιτικής νομιμοποίησης (αστικά κόμματα, συνδικάτα, πολιτικό προσωπικό). Είναι η εποχή του θεσμοποιημένου πια νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς μια ιδεολογία για την αγορά και την κοινωνία, ένα ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα, μία τάση, ένα κόμμα. Είναι το ίδιο το αστικό κράτος, απαλλαγμένο από τις ενοχλητικές πιέσεις των «αναδιανεμητικών» ιδεολογιών. Εχει «κλειδώσει» θεσμικά, διοικητικά, οικονομικά τις βασικές ράγες της διακυβέρνησης. Υπό αυτές τις συνθήκες μια εκλογική νίκη των αντινεοφιλελεύθερων δυνάμεων, όπως μας δείχνει και η ελληνική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, δίνει ένα πρώτο δικαίωμα να κυβερνήσουμε και όχι τη δύναμη να κυβερνήσουμε.

Το θεωρητικό και πολιτικό επομένως πρόβλημα που έχει ανακύψει στο πεδίο της αριστερής πολιτικής είναι ότι αναλαμβάνοντας την «Κυβέρνηση» αναλαμβάνεις ουσιαστικά την εποπτεία και το συντονισμό μιας «κλειδωμένης» νεοφιλελεύθερης δομής. Μιας δομής δηλαδή που έχει διαμορφώσει ένα ασφυκτικά δομημένο μοντέλο κρατικής διοίκησης (πολυδιάσπαση διοικητικών αρμοδιοτήτων, Ανεξάρτητες Αρχές, πρότυπα διοίκησης, κλπ), έχει αποκόψει από τον έλεγχο της πολιτικής όλα σχεδόν τα οικονομικά και χρηματοδοτικά εργαλεία (τράπεζες, επενδυτικά κεφάλαια, αναπτυξιακές πολιτικές) και έχει διαμορφώσει ένα ισχυρότατο πλέγμα νομικών εγγυήσεων υπέρ του κεφαλαίου. Η αλλαγή ή η ανατροπή αυτού του υποδείγματος δεν είναι αποτέλεσμα μόνον μιας πολιτικής (εκλογικής) αλλαγής, όπως θα πίστευε μια «ιδεαλιστική αριστερά». Επίσης, δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας «εξωτερικής» προς το φρούριο του αστικού κράτους επίθεσης, όπως αφελώς πιστεύει μια δήθεν επαναστατική αριστερά. Και βεβαίως, δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα «νομισματικών» φαντασιώσεων, που δείχνουν απλώς τη θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια κατανόησης του σύγχρονου κράτους.   

Από την άλλη πλευρά, η κατάκτηση της «Κυβέρνησης» δεν είναι κάτι αμελητέο. Το εργαλείο αυτό της εκτελεστικής εξουσίας εξακολουθεί να έχει ειδικό βάρος στη δομή του αστικού κράτους και να μπορεί επομένως να αποτελέσει ένα βραχίονα μετατοπίσεων των συσχετισμών και «ξεκλειδώματος» των νεοφιλελεύθερων δομών. Η «Κυβέρνηση» δεν ταυτίζεται μεν με την κατάκτηση της εξουσίας, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί ένα κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα των εργαλείων που διαθέτει το αστικό κράτος. Η ανάληψη της Κυβέρνησης επομένως προσφέρει ένα εργαλείο για τη συνέχιση αυτής της πάλης από μια πιο προνομιακή θέση. Αποτελεί κατά συνέπεια στρατηγικό πεδίο κατάκτησης στον «πόλεμο θέσεων» που διεξάγουν οι λαϊκές τάξεις απέναντι στην κυριαρχία του κεφαλαίου.

Και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι με ποιόν τρόπο μπορεί να ασκηθεί η «Κυβέρνηση» ώστε να μην είναι μια γραμμική συνέχεια του νεοφιλελευθερισμού αλλά να εξυπηρετείται μια στρατηγική ήττας του νεοφιλελευθερισμού, επαναθεμελίωσης του κοινωνικού και δημοκρατικού κράτους και μια πολιτική κοινωνικού μετασχηματισμού. Και πιο συγκεκριμένα:

-ποια πολιτικά και οικονομικά κριτήρια θα υπηρετήσουμε για να πετύχουμε το στρατηγικό μας στόχο,

-Πως θα μετασχηματίσουμε τη δομή της κρατικής διοίκησης και με ποια εργαλεία ώστε να αντιστρέψουμε την προνομιακή σχέση του κεφαλαίου με το Κράτος έναντι των λαϊκών τάξεων,

-τι μεταρρυθμίσεις οφείλουμε να κάνουμε στις εργασιακές και παραγωγικές σχέσεις ώστε να παλέψουν από καλύτερες θέσεις οι δυνάμεις της εργασίας.

Αυτά είναι μερικά ίσως από τα μεγάλα ερωτήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σ’αυτό που ονομάζεται «αριστερή κυβερνητική πολιτική».

Ο κυβερνητισμός,  το «παράλληλο πρόγραμμα» και οι κίνδυνοι μετάλλαξης του κόμματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει σήμερα ένα δίδυμο κίνδυνο. Την υπόκλιση στον κυβερνητισμό και τη μετάλλαξή του από κόμμα της κοινωνίας σε κόμμα του κράτους.

Κυβερνητισμός δεν είναι η ανάληψη της κυβέρνησης ούτε η προσπάθεια διατήρησής της, όπως θα ισχυριζόταν ένας αρχαϊκός αριστερισμός. Κυβερνητισμός είναι όταν η άσκηση της διακυβέρνησης  παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν ορίζοντα τρεχουσών διευθετήσεων και μικρο-διαχειρίσεων,  και αυτές σταδιακά μετατρέπονται σε στρατηγικό ορίζοντα του κόμματος και σε ιδεολογία.

Υπό την έννοια αυτή επιβάλλεται να γίνει ένας καθαρός διαχωρισμός μεταξύ αυτού που ονομάστηκε «παράλληλο πρόγραμμα» και ενός στρατηγικού σχεδίου που πρέπει να έχει το κόμμα στις σημερινές συνθήκες. Πολύ περισσότερο μάλιστα που ένα «παράλληλο πρόγραμμα» έχει μια πεπερασμένη πολιτική και χρονική διάσταση. Υπάρχει ως μια παράλληλη γραμμή άμυνας των λαϊκών δικαιωμάτων απέναντι σε ένα πρόγραμμα που οργανώνεται ως επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα. Εκτυλίσσεται παράλληλα με το «κύριο» πρόγραμμα και αναπτύσσεται σε σχέση με αυτό. Η Κυβέρνηση είναι απαραίτητο να ρίξει το βάρος σε διευθετήσεις αποκατάστασης των συσσωρευμένων αδικιών της εποχής των μνημονίων. Δεν μπορεί όμως να είναι η αποκατάσταση των αδικιών ο στρατηγικός ορίζοντας για την κοινωνία.

Διότι εάν συμβεί αυτό, τότε η κρατικοποίηση του κόμματος, η μετάλλαξή του από κόμμα της κοινωνίας σε κόμμα του κράτους θα είναι μια αναπόφευκτη εξέλιξη. Το «κύριο» πρόγραμμα εκ των πραγμάτων θα έχει υιοθετηθεί ως «δικό μας πρόγραμμα» και θα αποτελεί τον αδιαπραγμάτευτο προγραμματικό ορίζοντα.

Τι σημαίνει πρακτικά η μετάλλαξη του κόμματος σε κόμμα του κράτους; Σημαίνει πρώτα και κύρια ότι έχει πάψει να αναζητεί τους (προγραμματικούς, ιδεολογικούς, οικονομικούς, ανθρώπινους) πόρους του στην κοινωνία και έχει μεταβληθεί σε ένα είδος «κρατικού κόμματος» όπου όλοι οι πόροι του εξαρτώνται και προέρχονται από το κράτος. Τα «μνημόνια» δεν θα είναι πια μια εξαναγκαστική έκβαση των δυσμενών ταξικών συσχετισμών, αλλά το «δικό μας πρόγραμμα», όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αστικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα.   

Αν συμβεί αυτό τότε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ένα κόμμα της Αριστεράς, αλλά κάτι άλλο. Εχει σημασία άρα να αποφασίσουμε τι είδους κόμμα θέλουμε να είμαστε, δηλαδή τι είδους και τι μορφής πολιτική αντιπροσώπευση θέλουμε να αποτυπώσουμε.

Η απάντηση που κατά τη γνώμη μας πρέπει να δώσουμε είναι ότι θέλουμε να είμαστε ένα ηγεμονικό κόμμα της Αριστεράς. Ηγεμονικό, γιατί πρέπει να στοχεύει στην εκπροσώπηση των πληβειακών λαϊκών τάξεων της χώρας που αποτελούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και κόμμα της Αριστεράς που ενσωματώνει και ανασυνθέτει όλες τις αριστερές, δημοκρατικές και ανατρεπτικές παραδόσεις που εμφανίστηκαν διαχρονικά μέσα στους κοινωνικούς αγώνες της χώρας. Κόμμα με στρατηγικό του ορίζοντα τον κοινωνικό μετασχηματισμό.   

Το τρέχον κυβερνητικό μας πρόγραμμα πρέπει να έχει επομένως στρατηγικές οριοθετήσεις και ένα σαφή οδικό χάρτη που περιλαμβάνει οπωσδήποτε:

τη σταδιακή μείωση του χάσματος μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, την πλήρη απασχόληση, την αναδιανομή του εισοδήματος, την καθολική πρόσβαση στην Υγεία και την Παιδεία, την ανάκτηση από την πολιτική δημόσια εξουσία εργαλείων οικονομικής πολιτικής, τη βαθιά αλλαγή στις λειτουργίες του πολιτικού συστήματος.

Ολες αυτές οι κυβερνητικές συντεταγμένες προσδιορίζονται από μικρές ή μεγαλύτερες ρήξεις. Ακριβώς γιατί ο «πόλεμος θέσεων» που κάνουμε εμπεριέχει σημαντικά πεδία συγκρούσεων: Δεν μπορεί  να αναδιανεμηθεί το εισόδημα χωρίς να υπονομευθεί μεγάλο μέρος του ιδιωτικού κέρδους, δεν μπορεί το Κράτος να οργανώσει ρυθμίσεις κοινού συμφέροντος χωρίς να αποξενώσει ιδιωτικές επενδύσεις ή «επενδύσεις». Δεν μπορεί να εισάγει μεγάλες τομές στον εκδημοκρατισμό της παραγωγής χωρίς να συμπεριλάβει στο σχεδιασμό του την ιδεολογική αντεπίθεση του ιδιωτικού κεφαλαίου που διαρκώς θα επιζητά «ασφαλέστερο πολιτικό περιβάλλον». Όλα αυτά τα πεδία πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων μόνο ένα ισχυρό πολιτικοποιημένο κόμμα μπορεί να τα διαχειριστεί.   

Επομένως: Μερικά βασικά πράγματα που πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη περίοδο


1. Να διαχειριστεί μια δυναμική σχέση με την «Κυβέρνηση». Το κόμμα δεν πρέπει να «βλέπει» προς την Κυβέρνηση, αλλά προς την κοινωνία και το κοινωνικό σώμα. Θα ήταν δομικό λάθος να εξαρτήσει τη δουλειά του και το χώρο του από την Κυβέρνηση. Στροφή λοιπόν προς το κοινωνικό σώμα, με μαζικό προσανατολισμό, στρατηγική συγκρότησης κοινωνικών μετώπων και ανάδειξης μαζικών κοινωνικών στελεχών. Εάν και εφόσον τα κάνει όλα αυτά, τότε η επίδραση προς την «Κυβέρνηση» θα είναι πολύ σημαντική, γιατί απλούστατα δεν θα είναι παρακολούθημα του κράτους αλλά ισχυρό «κόμμα της κοινωνίας».

2. Το κόμμα επιβάλλεται να αποκτήσει μαζικό προσανατολισμό και συγκροτημένη δουλειά πεδίου, με μετρήσιμους στόχους μέσα στην επόμενη πενταετία. Στην πρώτη γραμμή των στόχων του πρέπει να είναι η δημιουργία / ισχυροποίηση συνδικάτων και δομών κοινωνικής αντιπροσώπευσης, η ανάπτυξη ενός ισχυρού και δομημένου νεολαϊστικού και πολιτισμικού κινήματος, και βεβαίως, η ενίσχυση των τοπικών δομών αλληλεγγύης με στόχο την καθοριστική ενίσχυση της Αριστεράς στο τοπικό κράτος (γειτονιές, Δήμοι, Περιφέρειες), εκεί δηλαδή που συγκροτούνται οι κοινωνικές συμμαχίες μακροχρόνια. 

3. Το κόμμα χρειάζεται να αποκτήσει ξανά ισχυρό θεωρητικό πυλώνα. Τμήμα θεωρίας, θεωρητικό περιοδικό, ομάδες εργασίας και ανοιχτών θεωρητικών συζητήσεων, αναβάθμιση του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς».

 

*Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης είναι αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών και ο Γιάννης Σκλίας μέλος του ΣΥΡΙΖΑ Κορινθίας