ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

20/03/2016

Αλ. Τσίπρας: Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ανοιχτά σύνορα στην λιτότητα και κλειστά στους κατατρεγμένους

Αλ. Τσίπρας: Η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει ανοιχτά σύνορα στην λιτότητα και κλειστά στους κατατρεγμένους



Η ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στο διεθνές συνέδριο «Συμμαχία Ενάντια στη Λιτότητα, για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη» που διοργάνωσα ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και το δίκτυο transform! Europe



Φίλες και Φίλοι,
Συντρόφισσες και Σύντροφοι,
Είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα να βρίσκομαι ανάμεσα σε συναγωνιστές, συντρόφους και συντρόφισσες, φίλους και φίλες, σε πρόσωπα οικεία γιατί πορευτήκαμε μαζί εδώ και πάρα πολλά χρόνια σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στις ανισότητες, στην κοινωνική αδικία, σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στη λιτότητα, σε έναν κοινό αγώνα για μια Ευρώπη δημοκρατική, για μια Ευρώπη της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Είναι ιδιαίτερη   χαρά μου να χαιρετίζω αυτό το Διεθνές Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή και για την αριστερά και για την Ευρώπη.
Σε μια συγκυρία επιτρέψτε μου να που οι αξίες και οι ιδέες,  ιδέες της Αριστεράς στην Ευρώπη,  είτε θα ανακτήσουν την ηγεμονία είτε θα κυριαρχήσει ο φόβος και οι δυνάμεις του μίσους, οι δυνάμεις  που τροφοδοτούνται από το φόβο.
Και αυτό που λέω δεν είναι σχήμα λόγου.
Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο κυρίως στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς κυριάρχησαν ιδέες και αξίες που βρίσκονται στον πυρήνα του ιδεολογικού φορτίου της αριστεράς.
Η αλληλεγγύη, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η παγκόσμια ειρήνη.
Και από άκρη σε άκρη σε όλο το κόσμο κάτω από την ηγεμονία αυτών των ιδεών είχαμε κινήματα, λαϊκές εξεγέρσεις, κοινωνικούς αγώνες  και μεγάλες δημοκρατικές κατακτήσεις.
Ιδιαίτερα στην Ευρώπη κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία αυτών των αξιών, οικοδομήθηκε αυτό που σήμερα ονομάζουμε ευρωπαϊκό κεκτημένο, που δεν είναι άλλο από ένα ισχυρό κράτος δικαίου και από ένα αξιόπιστο κοινωνικό κράτος.
Όλες αυτές οι κατακτήσεις όμως άρχισαν σιγά-σιγά να αμφισβητούνται από την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα και από την καθιέρωση μιας μονόδρομης λογικής στην παγκόσμια οικονομία και στην παγκόσμια διακυβέρνηση. Της αντίληψης ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης, οικονομικής και πολιτικής είναι μονόδρομος.
Και σήμερα βιώνουμε ακριβώς τις συνέπειες αυτής της  ραγδαίας οπισθοχώρησης των προοδευτικών αξιών σε διεθνές επίπεδο.
Και δεν είναι οι συνέπειες μόνο στην οικονομία. Και για να το πω καλύτερα, οι συνέπειες στην οικονομία δημιουργούν επιπτώσεις σε όλα τα πεδία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.
Η ακραία φτώχεια , οι μεγάλες ανισότητες γεννούν το έδαφος για να καλλιεργηθεί πλάι στην ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών και μια νέα, πολύ χειρότερη και απειλητική ηγεμονία: Η ηγεμονία της ιδεολογίας του φόβου και του μίσους.
Και αυτός ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο την Ευρώπη.  Αφορά το σύνολο του πλανήτη.
Πείτε μου ποιός από σας θα πίστευε πριν από λίγους μήνες ότι σήμερα στις ΗΠΑ, το φαβορί για το χρίσμα του υποψήφιου Προέδρου από την πλευρά των ρεπουμπλικάνων θα ήταν ο κύριος Τραμπ;
 Και βεβαίως με όλα όσα σηματοδοτεί αυτή η υποψηφιότητα, οι ιδέες που εκπροσωπεί, η απήχηση που βρίσκουν, και η απειλή που να είναι πιθανώς και πρόεδρος – ελπίζω ότι δεν θα μας βρει και αυτό το κακό- της ηγεμονεύουσας δύναμης στον πλανήτη.
Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε: Τι είναι αυτό που οδηγεί μαζικά λαϊκά στρώματα στην ιδεολογία του μίσους απέναντι στο διαφορετικό ;
Τι είναι αυτό που γεμίζει τις εκλογικές δεξαμενές της ακροδεξιάς στην Ευρώπη των μεγάλων κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων ιδιαίτερα μετά το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο ;
Και η απάντηση είναι ο φόβος είναι αυτό που οδηγεί μαζικά τα λαϊκά στρώματα στις δεξαμενές τις ακροδεξιάς.
Και ποιός έχει τροφοδοτήσει και καλλιεργήσει αυτό τον φόβο ;
Η παράδοση της πολιτικής ηγεσίας και διακυβέρνησης σε παγκόσμιο επίπεδο στις αγορές και η απόλυτη επικράτηση των νεοφιλελεύθερων μοντέλων στο πεδίο της  οικονομίας. Διότι αυτή η επικράτηση είναι που δημιουργεί συνθήκες μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων. Συνθήκες ανασφάλειας και φόβου, στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
Να λοιπόν που ο καταλύτης της ακροδεξιάς και του αντιευρωπαϊσμού στην Ευρώπη δεν είναι η αριστερά που αγωνίζεται, εδώ και χρόνια, κατά των πολιτικών της λιτότητας αλλά ο καταλύτης είναι οι ίδιες οι πολιτικές της λιτότητας.  
Για αυτό λοιπόν είναι πολύ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε όπως είπε πριν και ο συντονιστής της εκδήλωσης ο Γιάννης Μπουρνούς, νομίζω ότι άκουσα να λέει ότι έχουμε ιστορικό χρέος. Πράγματι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή και έχουμε ιστορικό χρέος ως αριστερά, ως  ευρωπαϊκή αριστερά.  Και ευρύτερα , θα έλεγα, ότι είναι το ιστορικό χρέος των εν γένει  προοδευτικών δυνάμεων  στην Ευρώπη.  
Να συνειδητοποιήσουμε πόσο κρίσιμο είναι  να δώσουμε τη μάχη για την ανάκτηση της ηγεμονίας των ιδεών της αριστεράς.
Για την ανάκτηση της ελπίδας απέναντι στο φόβο, του ανθρωπισμού ενάντια στο μίσος, της δημοκρατίας ενάντια στη σκοτεινή Ευρώπη του αυταρχισμού, της ακροδεξιάς και των νεοναζί.
Ο αγώνας μας για την αλλαγή στην Ευρώπη.
Ο αγώνας μας ενάντια στη λιτότητα και στο νεοφιλελευθερισμό.
Ο αγώνας μας για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας και των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι σήμερα επίκαιρος όσο ποτέ.
Γιατί, σήμερα, είναι που η Ευρώπη κινείται  κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού.
Βιώνουμε μια  τριπλή κρίση :
κρίση οικονομική, παρά το ότι έχουν περάσει σχεδόν επτά χρόνια από τότε που ξεκίνησε, μεταδόθηκε ταχύτατα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, παραμένει και όχι μόνο στην Ελλάδα. Και κυρίως παραμένουν οι επιπτώσεις, που έχει δημιουργήσει  η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Κρίση, βεβαίως, προσφυγική. Και βλέπουμε ότι η Ευρώπη σήμερα είναι αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά προσέξτε είναι αντιμέτωπη και με τις συνέπειες και δικών της επιλογών σε χώρες και λαούς της Μέσης Ανατολής και αυτό ίσως είναι το καινούργιο στοιχείο, διότι μέχρι πρότινος οι συνέπειες αυτών των επεμβάσεων, παράλογων, αλόγιστων επεμβάσεων, αφορούσαν τους λαούς, τις περιοχές, τα κράτη, τη γύρω περιοχή. Σήμερα για πρώτη φορά οι συνέπειες ακουμπούν την καρδιά τα Ευρώπης. Διότι οι προσφυγική ροή μετακινείται με ταχύτητα στην καρδιά της Ευρώπης.  
Και η τρίτη  παράλληλη κρίση, η κρίση  ασφάλειας, που γενικεύεται και εξαιτίας του γεγονότος ότι υποτιμήθηκε το γεγονός της ανάπτυξης των ακραίων εξτρεμιστικών φονταμενταλιστικών κινημάτων στην περιοχή των μεγάλων διεθνών επεμβάσεων, στη Μέση Ανατολή και αναφέρομαι στην ραγδαία εξάπλωση του ακραίου θρησκευτικού φανατισμού του ISIS και των τρομοκρατικών  ενεργειών.
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο αυτής  της τριπλής κρίσης, η Ευρώπη περνάει σήμερα ένα σοκ. Και θα έλεγα ότι η κρίση αυτή παίρνει χαρακτηριστικά δομικής υπαρξιακής κρίσης. Και αντιμετωπίζεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπης σήμερα όχι με βάση την ορθή λογική, αλλά θα έλεγα με αντανακλαστικά που φανερώνουν έναν νευρικό κλονισμό και έναν πολιτικό πανικό. Διότι αναρωτηθείτε: Η Ευρώπη των πεντακοσίων εκατομμυρίων πολιτών – τόσος είναι ο πληθυσμός της Ευρώπης- δεν έχει τη δυνατότητα να εντάξει και μάλιστα σε χώρες που έχουν δομικά τη δυνατότητα να εντάξουν στον κοινωνικό και παραγωγικό τους ιστό, ένα ή δύο εκατομμύρια πρόσφυγες από χώρες που έχουν πληγεί. Σκεφτείτε πόσο παράλογο είναι αυτό. Και σκεφτείτε  πόσο παράλογο είναι να λέει κάποιος ότι υπερασπίζεται όλα αυτά τα χρόνια την Ευρώπη που είναι ανοιχτή στην κίνηση των κεφαλαίων και στην απρόσκοπτη λειτουργία των κανόνων της αγοράς και όμως σήμερα κλείνει τα σύνορα σε ανθρώπους που ψάχνουν να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Και βέβαια, κάποιοι λένε πώς είναι δυνατόν να αντέξουν ορισμένες μόνο χώρες αυτό το βάρος; Όμως αναλογιστείτε, ποιος είναι ο λόγος που κάνει εκατομμύρια κατατρεγμένους και κυνηγημένους ανθρώπους, ακριβώς επειδή τα σπίτια τους καταστρέφονται από βομβαρδισμούς και από τρομοκρατικές επιθέσεις. Τι είναι αυτό που τους κάνει να σπεύδουν και να θέλουν να πλησιάσουν κυρίως τη Γερμανία, χώρα της Σκα; [σ.σ. ο Πρωθυπουργός αναφέρεται στη Σκα Κέλλερ, Γερμανίδα ευρωβουλευτή των Πρασίνων, που συμμετέχει στην εκδήλωση]  Και γιατί άραγε δεν θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα; Είμαι βέβαιος ότι αν ήταν θέμα επιλογής θα ήθελαν να μείνουν στην Ελλάδα γιατί έχει πολύ καλύτερο κλίμα από τη χώρα της Σκα. Όμως η Ελλάδα πριν από την κρίση, το 2009 είχε ανεργία 7,4% και η Γερμανία 7,2%. Σήμερα, έξι χρόνια μετά έχει ανεργία 25% και η Γερμανία 4%. Μειώθηκε 3% η ανεργία στη Γερμανία τα χρόνια της κρίσης και αυξήθηκε σχεδόν 20 μονάδες στην Ελλάδα.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον μας πολύπλευρης κρίσης που παίρνει χαρακτηριστικά νευρικής κρίσης εξαιτίας της αδυναμίας των πολιτικών δυνάμεων που σήμερα έχουν την ηγεμονία στην Ευρώπη να αντιμετωπίσουν το τέρας που εξέθρεψαν. Και το τέρας που εξέθρεψαν δεν είναι άλλο από τα κινήματα του μίσους, της ακροδεξιάς και του λαϊκισμού. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα κλείνουν τα σύνορα με μονομερείς ενέργειες, αυτός είναι ο λόγος που αρνούνται να εντάξουν στον παραγωγικό ιστό οικονομιών που έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν και μέσο-μακροπρόθεσμα  θα είχαν πολύ μεγάλα οφέλη, αντιμετωπίζοντας και το δημογραφικό πρόβλημα. Ο λόγος είναι το τέρας που εξέθρεψαν και σήμερα απειλή να φάει την ίδια την Ευρώπη.  
Είναι, νομίζω πια, ξεκάθαρο, ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζεται την οικονομική και την προσφυγική κρίση θα προσδιορίσει, όχι μόνον τη μορφή και την πολιτική κατεύθυνσή της, όπως λέγαμε μέχρι σήμερα, αλλά την ίδια τη βιωσιμότητά της ως συλλογικού εγχειρήματος.
Και η μέχρι σήμερα διαχείριση και των δύο αυτών κρίσεων από το ευρωπαϊκό  πολιτικό κατεστημένο και της οικονομικής και της προσφυγικής, απλά επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους μας για την προοπτική της ενωμένης Ευρώπης.
Γιατί η Ευρώπη σήμερα συνθλίβεται στις μυλόπετρες της λιτότητας και των κλειστών συνόρων.
Και γιατί είναι ακριβώς αυτή η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη της λιτότητας και της ανασφάλειας, της μαζικής ανεργίας, της φτώχειας και των ανισοτήτων, η διαιρεμένη Ευρώπη ανάμεσα σε Βορρά και το Νότο, σε κέντρο και περιφέρεια, που διαμόρφωσε το γόνιμο έδαφος για την ακροδεξιά και τον ευρωσκεπτικισμό.
Χθες, στις Βρυξέλλες, έγινε μετά από σειρά άγονων συνεδριάσεων και  άκαρπων συσκέψεων έγινε ένα πρώτο δειλό βήμα στην κατεύθυνση μιας απόφασης που θα αντιμετωπίζει συλλογικά με ευρωπαϊκό τρόπο μια κρίση που δεν αφορά μόνο τις χώρες προέλευσης και προορισμού. Μιας κρίσης που αφορά  ολόκληρη την Ευρώπη, ίσως θα έλεγε κανείς το διεθνές πλαίσιο συνολικά.
Καταλήξαμε σε μια συμφωνία, ενιαίας αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, θα έλεγα λαμβανομένων υπόψη των συσχετισμών και των δυσμενών συνθηκών, καταλήξαμε σε μία θετική συμφωνία. Μετά  όμως το αρνητικό τετελεσμένο που είχε διαμορφώσει το κλείσιμο του δυτικού βαλκανικού διαδρόμου από μονομερείς ενέργειες.
Η πρωτοβουλία αυτή ορισμένων χωρών της Βαλκανικής διαδρομής παραμένει μια πολιτικά και ηθικά απαράδεκτη υποχώρηση στον ακροδεξιό λαϊκισμό. Και θέλω για άλλη μια φορά να κάνω μια  ιδιαίτερη μνεία αι στο γεγονός ότι και οι προοδευτικές δυνάμεις, δυνάμεις στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, υποχωρούν μπροστά στην απειλή των δημοσκοπήσεων και των επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων στην ακραία λαϊκιστική ρητορική των δυνάμεων της ακροδεξιάς στις χώρες τους. Και αυτή η υποχώρηση που γίνεται στο όνομα της δημοσκοπικής και εκλογικής παρεμπόδισης αυτών των δυνάμεων, στην πραγματικότητα δίνει τροφή και έδαφος σε αυτές τις δυνάμεις. Διότι όταν κανείς υιοθετεί έστω και λίγο την ατζέντα της ακροδεξιάς, την ενισχύει. Οι πολίτες αν είναι να επιλέξουν, θα επιλέξουν κάτι που είναι ορίτζιναλ και όχι γιαλαντζί. Το είδαμε αυτό και στην Ελλάδα με την άνοδο της Χ.Α. . Το είδαμε και στην Ελλάδα όταν η ηγεσία της Ν.Δ., του κυρίου Σαμαρά τότε, υιοθέτησε την ατζέντα της ακροδεξιάς στον αυταρχισμό, στην καταστολή, στις επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο, σε κρίσιμες συσκέψεις για την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης. Σε διεθνείς συσκέψεις η αναφορά ήταν ότι στην Ελλάδα έχουμε τόση ανεργία, όσοι ακριβώς αριθμητικά είναι και οι μετανάστες που ζουν εδώ. Όταν λοιπόν κάνει κανείς παραχωρήσεις στο ιδεολογικό πεδίο, στο πεδίο της πολιτικής ατζέντας, στην ακροδεξιά ρητορική και νομίζει ότι αυτό το κάνει για  να εμποδίσει, για να μειώσει τις δυνάμεις και να εμποδίσει την επέλαση της ακροδεξιάς, στην πραγματικότητα έχει το ακριβώς  αντίθετο αποτέλεσμα. Έλεγα, όμως ότι χθες είχαμε μια συμφωνία που δίνει τη δυνατότητα μιας ενιαίας αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης. Και έχει ως βάση της –μετά από πολύ μεγάλη επιμονή και απαίτηση και της Ελλάδας αλλά και άλλων χωρών, πρέπει να το ομολογήσω αυτό – η συμφωνία που γράφτηκε χθες  στο επίσημο χαρτί, έχει ως βάση της το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το διεθνές δίκαιο. Θα ήταν αυτονόητο αυτό που λέω σε άλλες συνθήκες, σήμερα όμως δεν είναι. Πυρήνας της λογικής αυτής της συμφωνίας είναι η οργανωμένη επανεγκατάσταση προσφύγων από την Τουρκία και παράλληλα η μετεγκατάστασή τους από την Ελλάδα  σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και βασικός στόχος η κατάργηση των παράτυπων και επικίνδυνων δρόμων, των προσφυγικών ροών από το δίκτυο των διακινητών στο Αιγαίο και ταυτόχρονα η δημιουργία μιας νόμιμης και ασφαλούς οδού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιδίωξή μας ήταν αυτή η νόμιμη και ασφαλής οδός να είναι ακόμη μεγαλύτερη και πιο σταθερή αριθμητικά και ποιοτικά. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι η βασική αντίθεση εντός της Ε.Ε. είναι ανάμεσα στις χώρες και τις δυνάμεις που αναγνωρίζουν ως κοινό κεκτημένο την αλληλεγγύη και των διαμερισμό των βαρών και σε αυτές που έχουν μια à la carte προσέγγιση στους κοινούς κανόνες. Σε αυτές λοιπόν που θεωρούν ότι πρέπει η Ευρώπη να σηκώσει την ευθύνη της προσφυγικής κρίσης και να δεχθεί πρόσφυγες και σε αυτούς που λένε ούτε ένας πρόσφυγας δεν πρέπει να περάσει. Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί που καλοπροαίρετα κάνουν κριτική λέγοντας ότι η προσπάθεια να υλοποιηθεί αυτή η συμφωνία θα είναι δύσκολη και ότι υπάρχουν ακόμη πολλά σημεία που χρήζουν αποσαφήνισης. Σύμφωνοι. Ωστόσο θα σας καλούσα να αναλογιστείτε που θα βρισκόμασταν αν δεν καταλήγαμε χθες σε μια συλλογική απόφαση που θα περιλάμβανε τη συνεργασία με την Τουρκία. Θα είχαμε εγκαταλείψει οριστικά κάθε εναλλακτική διέξοδο στη λογική των μονομερών αποφάσεων και στο ντόμινο των επιπτώσεων που αυτές δημιούργησαν. Οι συνέπειες όμως τότε θα ήταν οδυνηρές, πρώτα απ’ όλα για τους ίδιους τους πρόσφυγες που θα παρέμειναν και θα αυξάνονταν ο αριθμός τους εγκλωβισμένοι στην ενδοχώρα της Ελλάδας και έρμαιο στα χέρια των διακινητών. Και βεβαίως ακόμα πιο οδυνηρές θα ήταν οι συνέπειες για τις χώρες πρώτης υποδοχής και κυρίως για την Ελλάδα. Θα μετατρέπονταν οι χώρες αυτές- σήμερα η Ελλάδα, αύριο ενδεχομένως η Ιταλία- σε δυνάμει αποθήκες ψυχών. Γι’ αυτό, σε αυτές τις συνθήκες, νομίζω ότι η χθεσινή απόφαση της Ε.Ε. είναι ένα σημαντικό βήμα.
Συντρόφισσες και Σύντροφοι,
Φίλες και Φίλοι, επιτρέψτε μου και έναν βιωματικό τόνο, πολύ έντονο και από τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης στην πιο ακραία της εκδοχή αλλά και από τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Νομίζω ότι ένα συμπέρασμα είναι  βέβαιο: η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι.
Πρέπει ν' αλλάξει ρότα να αλλάξει κατεύθυνση.
Γιατί δεν μπορεί να κρατά ανοιχτά τα σύνορά της στη λιτότητα, και κλειστά στους ανθρώπους, που κατατρεγμένοι από τον πόλεμο ψάχνουν να βρουν ελπίδα και σανίδα σωτηρίας.
Πρόκειται για θεμελιώδη αντίφαση, η οποία αποδυναμώνει το ηθικό έρεισμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και την ίδια τη συνοχή της  Ευρώπης.
Και είναι οι κυρίαρχες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που σήμερα γεννούν και αναπαράγουν την αντίφαση αυτή.
Μια Ευρώπη πολιτικά αδύναμη να διαχειριστεί, με αλληλεγγύη και αποτελεσματικότητα, τις κρίσεις που τη δοκιμάζουν, δεν έχει μέλλον.
Και απέναντι στον αποκρουστικό εφιάλτη της ακροδεξιάς και του νεοναζισμού, οι προοδευτικές και αριστερές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης, ο κόσμος της διανόησης και του πολιτισμού, αλλά και οι κοινωνικοί φορείς, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, η ριζοσπαστική Αριστερά, η πολιτική οικολογία, οφείλουμε να ορθώσουμε  ένα κοινό μέτωπο , ένα δημοκρατικό ανάχωμα.
Τώρα είναι η ώρα των μεγάλων δημοκρατικών, η ώρα των ιστορικών επιλογών.
Η Ευρώπη ή θα επανιδρυθεί στη βάση των ιδρυτικών αρχών της – των αρχών του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συνοχής, αλλά και της πολιτικής ισοτιμίας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ή δεν θα προχωρήσει για πολύ ενωμένη.
Ή, με κοινές πολιτικές δημοσιονομικής αλληλεγγύης και αναδιανομής, αλλά και με πολιτικές που εμπεδώνουν την κοινωνική Ευρώπη, θα άρουμε τις πολλαπλές εσωτερικές, ταξικές και πολιτικές διαιρέσεις της, ή θα συνεργήσουμε στον εκφυλισμό της ως συλλογικού εγχειρήματος, σε βάρος των λαών της και προς όφελος δυστυχώς των δυνάμεων της εθνικιστικής αναδίπλωσης.
Προχθές στο Συμβούλιο, ο Σουηδός Πρωθυπουργός πρότεινε να συμπεριληφθεί στα συμπεράσματα πρόταση που αναφέρονταν στην ανάληψη πρωτοβουλίας από τη Κομισιόν ώστε να υπάρξει συναίνεση στη δημιουργία ενός πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων για τη δίκαιη αγορά εργασίας και το κράτος πρόνοιας.
Και στη πρόταση αυτή αμέσως αντέδρασαν με έντονο τρόπο μια σειρά από ηγέτες, ούτε λίγο ούτε πολύ αντιδρώντας σχεδόν αλλεργικά σε αυτές τις έννοιες.
Ζήτησα το λόγο όχι μόνο για να υποστηρίξω ανεπιφύλαχτα τη πρόταση, αλλά και για να τους επισημάνω ότι αντιδρούν αλλεργικά σε ό,τι ακριβώς συνιστά το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο.
Τα κοινωνικά δικαιώματα, η δίκαιη αγορά εργασίας, το κράτος πρόνοιας.
Αλλά, δυστυχώς, στο λεξιλόγιο της σημερινής Ευρώπης υπάρχει μόνο η έννοια της ανταγωνιστικότητας.
Η Ευρώπη πρέπει να απεμπλακεί από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί ανταγωνιστικότητας, ως μια διαρκή απορρύθμιση εργασιακών δικαιωμάτων και περιβαλλοντικών προδιαγραφών.
Η ανταγωνιστικότητα του όλοι εναντίον όλων για να αποσπάσουμε καλύτερα μερίδια στην παγκόσμια αγορά.
Η ανταγωνιστικότητα ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, διότι όταν προσπαθείς να γίνεις ανταγωνιστικότερος από τον διπλανό σου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι προσπαθείς να γίνεις καλύτερος, προσπαθείς να γίνει χειρότερος ο διπλανός σου.
Αντίθετα, αυτό που έχει ανάγκη η Ευρώπη σήμερα δεν είναι να εστιάσει στην έννοια της ανταγωνιστικότητας αλλά στην έννοια της παραγωγικότητας. Να γίνουμε καλύτεροι όχι από τον διπλανό μας, να γίνουμε όλοι καλύτεροι, και εμείς και οι διπλανοί μας. Η Ευρώπη έχει σήμερα ανάγκη να αντεπεξέλθει στους κινδύνους από τον αποπληθωρισμό, την  εύθραυστη ανάκαμψη της Ευρωζώνης, και την άνοδο των επιτοκίων στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τα προβλήματα από την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας της Κίνας και των αναπτυσσόμενων χωρών. Η Ευρώπη έχει ανάγκη να επενδύσει στην  αύξηση της παραγωγικότητας και να μοιράσει αυτό το μέρισμα δίκαια στους λαούς της και όχι να ανταγωνίζεται η μια χώρα με την άλλη και ηττημένοι σε αυτόν τον άκαρπο ανταγωνισμό να είναι πάντα οι εργαζόμενοι.
Με τη διαμόρφωση περιβάλλοντος σταθερότητας με νέες δημόσιες ευρωπαϊκές αλλά  και ιδιωτικές επενδύσεις να επιστρέψει μετά από χρόνια ύφεσης ή στασιμότητας σε μια ατζέντα ανάπτυξης με κοινωνική δικαιοσύνη.
Στην κατεύθυνση αυτή, χρειαζόμαστε, όχι μόνο κοινά δημοσιονομικά εργαλεία και κοινούς φορολογικούς κανόνες, αλλά και ουσιαστική τραπεζική ένωση. Που τραπεζική ένωση δεν σημαίνει μονάχα το να γίνεται bail in  όπως το λένε, δηλαδή προγράμματα απ’ όπου πλέον στα προγράμματα διάσωσης θα υπάρχει κίνδυνος στις καταθέσεις του, αντίθετα: Κοινή ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση σημαίνει κοινή ευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων ώστε  να αποθαρρυνθεί η μεταφορά καταθέσεων από τις τράπεζες του Νότου σε αυτές του Βορρά που δημιουργεί ένα damping μεγάλο στις οικονομίες του Βορρά και του Νότου.
Και για όλα αυτά χρειαζόμαστε  ένα ισχυρό, ευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα στις κοινωνικές υποδομές, στην έρευνα και την καινοτομία, στις τεχνολογίες αιχμής, με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους.
Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε έναν ισχυρό ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Και για να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες ανισότητες, που έχουν δημιουργηθεί, είναι αναγκαίο ένα έκτακτο επενδυτικό πακέτο, για τις χώρες της περιφέρειας και ιδίως για τις χώρες του Νότου.
Γιατί δεν γίνεται να υπάρχουν ίδια κριτήρια δημοσιονομικής σταθερότητας, σε ό,τι αφορά πληθωρισμό, χρέος, αλλά να μην συνεκτιμώνται κοινωνικοί δείκτες, όπως για παράδειγμα  η υψηλή ανεργία.
Χρειαζόμαστε λοιπόν, θα έλεγα, με δύο λόγια, για να κλείσω την παρέμβασή  μου, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Ένα νέο σύμφωνο αλληλεγγύης για την ανάπτυξη, την αναδιανομή και την κοινωνική συνοχή. Και είναι πιστεύω ένας στόχος που μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το 2015 ήταν μια χρονιά δύσκολη, μια χρονιά σταθμός για την Ευρώπη.
Η νέα ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε σθεναρά την αναθεώρηση ενός σκληρού προγράμματος ταξικής δημοσιονομικής προσαρμογής.  
Αμφισβήτησε στα ίσια, μετωπικά,  την πολιτική λογική της λιτότητας.
Αντιμετώπισε, όμως, τους συνεχείς εκβιασμούς των δανειστών της, που επέβαλαν μια πρωτοφανή χρηματοδοτική ασφυξία και στο τέλος ακόμα και ελέγχους κεφαλαίων.
Την τελευταία, κυριολεκτικά, στιγμή, καταφέραμε να έχουμε μια αξιοπρεπή συμφωνία, παρά τις προσπάθειες μέρους της ευρωπαϊκής ελίτ να οδηγήσει την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη στο χείλος του γκρεμού. Σήμερα, με αυτή την προσφυγική κρίση, που θα ήταν η Ευρώπη αν είχαν επικρατήσει οι λογικές του Grexit.
Στις 12 Ιούλη του 2015 η Ελλάδα και η Ευρώπη άντεξαν, δεν έπεσαν στην παγίδα των πιο ακραίων σεναρίων.
Η στάση της κυβέρνησής της Αριστεράς στην Ελλάδα άνοιξε ρωγμές στο τείχος του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη. Δεν τον γκρέμισε, άνοιξε όμως ρωγμές.
Έριξε όμως ένα  σπόρο, πιστεύουμε και ελπίζουμε να αρχίσει να δίνει καρπούς.
Στην Πορτογαλία ήδη έχουμε προοδευτική κυβέρνηση, με τη στήριξη της Αριστεράς, που και αυτή περνάει μεγάλες δυσκολίες και αυτή βρίσκεται στο στόχαστρο νεοφιλελεύθερων δυνάμεων που δεν χαίρονται με την παρουσία της.
Στην Ισπανία, ελπίζουμε ότι μπορούμε να έχουμε και εκεί μία προοδευτική εξέλιξη.
Στην Ιρλανδία, μετά τις εκλογές, το Sinn Féin είναι ισότιμος συνδιαμορφωτής των πολιτικών εξελίξεων.
Αλλά και στη Βρετανία υπάρχει στροφή του Εργατικού κόμματος προς τα Αριστερά, με την ηγεσία του Τζέρεμι Κόρμπιν.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη είναι μια διαρκής μάχη.
Και ο αγώνας για την κοινωνική αλλαγή συνεχίζεται.
Πιστεύω λοιπόν, ότι  το τριήμερο αυτό συνέδριο, για το οποίο αξίζει έπαινος στους διοργανωτές του, αναδεικνύει ένα θέμα και ένα ερώτημα κρίσιμο, που δεν είναι μόνο σημαντικό αλλά και επίκαιρο. Το μέλλον της Ευρώπης, το μέλλον της Αριστεράς.
Πραγματοποιείται σε μια στιγμή, στην οποία, ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις αναζητούν προοδευτική διέξοδο στην τριπλή κρίση της Ευρώπης. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα έλεγα ότι έρχεται να απαντήσει όχι σε ένα υπαρξιακό ερώτημα για την Αριστερά, αλλά σε ένα υπαρξιακό ερώτημα για την ίδια την ευρωπαϊκή προοπτική, την προοπτική της ηπείρου μας που ανέδειξε σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αυτές τις κοινωνικές κατακτήσεις δεν πρέπει να  τις αφήσουμε να πάνε χαμένες.
Στην μεγάλη αντιπαράθεση για την υπεράσπιση των μεγάλων ουμανιστικών  αξιών πρέπει να δώσουμε τη μάχη στην πρώτη γραμμή και είμαι βέβαιος ότι όλοι όσοι βρισκόμαστε σε αυτή την αίθουσα θα τη δώσουμε αυτή τη μάχη στην πρώτη γραμμή.
Σας ευχαριστώ πολύ και καλή συνέχεια.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ