ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

06/05/2016

Φ. Βάκη: Η έρευνα δεν είναι ούτε αγοραία ούτε κρατικοδίαιτη

Φ. Βάκη: Η έρευνα δεν είναι ούτε αγοραία ούτε κρατικοδίαιτη



«Για εμάς η εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότητα δεν παρέχει σέρβις. Για εμάς οι μαθητές και οι φοιτητές δεν είναι πελάτες», επισήμανε, μεταξύ άλλων, η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Φωτεινή Βάκη, στην ομιλία της κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας «Ρυθμίσεις για την Έρευνα και άλλες διατάξεις» στην Ολομέλεια της Βουλής το βράδυ της Πέμπτης (5/5).

«Η έρευνα δεν είναι ούτε αγοραία ούτε κρατικοδίαιτη. Η έρευνα δεν είναι ούτε όμηρος του κράτους ούτε μίας ασύδοτης αγοράς που την εξισώνει με το “χρήσιμο” ή με μια ψευδεπίγραφη επιχειρηματικότητα της “αρπαχτής”», σημείωσε η κ. Βάκη, τονίζοντας ότι «η πολιτική ασκείται και επί τη βάσει αρχών και αξιών και δεν είναι μία αξιολογικά ουδέτερη ενασχόληση τεχνοκρατών».

Όπως ανέφερε η Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, «το παρόν νομοσχέδιο επιτελεί έναν διπλό στόχο. Από τη μια, επιχειρεί να σταματήσει την αιμορραγία νέων επιστημόνων στο εξωτερικό και να θεραπεύσει αδικίες που εισήγαγε ο προηγούμενος νόμος, ο ν. 4310, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα της έρευνας μέσω της τακτικής χρηματοδότησης, ούτως ώστε όντως η έρευνα να μπορέσει να γίνει μοχλός ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Υπό αυτήν την έννοια, το παρόν νομοσχέδιο υπηρετεί την έρευνα ως σχετικό αγαθό, κατά Αριστοτέλη, ήτοι αγαθό που δεν είναι σκοπός καθ’ αυτός, αλλά μέσο εκπλήρωσης έτερων σκοπών διόλου ήσσονος σημασίας».

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας:

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις. Ακούσαμε πολλά περί μαθητών πελατών, περί αριστείας. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να εκφράσω και εγώ τη δική μου γνώμη όσον αφορά το πνεύμα που διαπνέει τον προς ψήφιση νόμο.

Υπάρχει μία ιδεοληπτική εμμονή. Αυτή η ιδεοληπτική εμμονή της ιδιωτικοποίησης, που εκφυλίζει δημόσια αγαθά σε εμπορεύσιμα είδη και πολίτες σε καταναλωτές, πελάτες υπηρεσιών, δυστυχώς δεν άφησε αλώβητο και τον χώρο της παιδείας και της έρευνας.

Τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες μιας βίαιης μετάλλαξης των πανεπιστημίων και των ερευνητικών ιδρυμάτων σε υβρίδια ενός νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού. Τα τελευταία χρόνια πορευθήκαμε, όσες και όσοι διδάσκαμε στα πανεπιστήμια, σιωπηρά και αθόρυβα στον ένδοξο δρόμος της «αριστείας» -εντός πάρα πολλών εισαγωγικών- χωρίς συγγράμματα, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση, κυριολεξία και μεταφορά μέσα στο σκοτάδι. Με προγράμματα σπουδών υπό κατάρρευση λόγω έλλειψης διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, με μέλη ΔΕΠ προς άγραν προγραμμάτων, που πλείστες όσες φορές ήταν ταχυφαγεία έρευνας και αποτιμούνταν όχι τόσο με βάση τα ερευνητικά τους αποτελέσματα όσο με βάση, φοβούμαι, την επιχειρησιακή τους διεκπεραίωση.

Ο καλός ερευνητής, λοιπόν, εξισώθηκε με αυτόν που φέρνει λεφτά στο ίδρυμα, ενώ η μοίρα εκλεκτών νέων επιστημόνων έγινε είτε η οικονομική και ψυχική τους καταρράκωση, είτε η μετανάστευση, είτε η διαρκής αδιοριστία- ράπισμα στην αξιοπρέπεια, είτε συνθήκες εργασίας με αγοραία κριτήρια που συνιστούν μονόδρομο ανθρωποφαγίας, περιπλάνησης και επισφάλειας.

Αν ο όρος «ανθρωπιστική κρίση» παραπέμπει σε μία ζωή που δεν ζει, το brain drain –να το πω αγγλιστί- έγινε ένας ακόμη προσφιλής όρος που φιλοτέχνησε το ερευνητικό και ακαδημαϊκό τοπίο στην ομίχλη. Αν κάτι συνιστά θεσμική τομή είναι ότι η παρούσα Κυβέρνηση εξαρχής δημιούργησε ειδικό χαρτοφυλάκιο και για την αλληλεγγύη, για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης και για τους πρόσφυγες, αλλά βεβαίως και για την έρευνα.

Κι έρχομαι στο προκείμενο. Το παρόν νομοσχέδιο επιτελεί έναν διπλό στόχο. Από τη μια, επιχειρεί να σταματήσει την αιμορραγία νέων επιστημόνων στο εξωτερικό και να θεραπεύσει αδικίες που εισήγαγε ο προηγούμενος νόμος, ο ν. 4310, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα της έρευνας μέσω της τακτικής χρηματοδότησης, ούτως ώστε όντως η έρευνα να μπορέσει να γίνει μοχλός ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Υπό αυτήν την έννοια, το παρόν νομοσχέδιο υπηρετεί την έρευνα ως σχετικό αγαθό, κατά Αριστοτέλη, ήτοι αγαθό που δεν είναι σκοπός καθ’ αυτός, αλλά μέσο εκπλήρωσης έτερων σκοπών διόλου ήσσονος σημασίας.

Επειδή όμως η πολιτική ασκείται και επί τη βάσει αρχών και αξιών και δεν είναι μία αξιολογικά ουδέτερη ενασχόληση τεχνοκρατών -διότι εάν ήταν έτσι θα εφαρμόζαμε απλώς και δεν θα συζητούσαμε- και δεδομένου ότι εκτός από τα δημοσιονομικά μεγέθη και τα πρωτογενή πλεονάσματα υπάρχουν και τα αξιακά πλεονάσματα, και αυτά συνιστούν –αν θέλετε- το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς, για εμάς η εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή κοινότητα δεν παρέχει σέρβις. Για εμάς οι μαθητές και οι φοιτητές δεν είναι πελάτες. Να το διατυπώσω διαφορετικά: Η έρευνα δεν είναι ούτε αγοραία, ούτε κρατικοδίαιτη. Η έρευνα δεν είναι ούτε όμηρος του κράτους ούτε μίας ασύδοτης αγοράς που την εξισώνει με το «χρήσιμο» ή με μια ψευδεπίγραφη επιχειρηματικότητα της «αρπαχτής».

Για του λόγου το αληθές, ήταν σωστό –ένα παράδειγμα- ο προηγούμενος νόμος να δίνει τη δυνατότητα στα ερευνητικά κέντρα να χρηματοδοτούν απευθείας με μία απλή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου εταιρείες υψηλού ρίσκου ή να λαμβάνουν δάνεια από τράπεζες; Ήταν σωστό να συνδέεται η δημόσια χρηματοδότηση των ερευνητικών κέντρων με τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους –προσοχή- μίας αξιολόγησης που λειτουργούσε ως δαμόκλειος σπάθη που επικρέμαται πάνω από τα κεφάλια των ερευνητικών και ενίοτε γινόταν και μέσο τιμωρίας και πρόσχημα απολύσεων;

Τι ανθρωπότυπο άραγε ερευνητή γεννούσε ο προηγούμενος νόμος, όταν κατ’ ουσίαν η μονιμότητα της Α’ και Β’ βαθμίδας είχε αρθεί; Η μονιμότητα των ερευνητών στην Α’ και στη Β’ βαθμίδα αποκαθίστανται με τον υπό ψήφιση νόμο, ο οποίος δεν διώκει, προστατεύει, δεν εκδικείται και δεν τιμωρεί τους ερευνητές, κατοχυρώνοντας παράλληλα τον δημόσιο χαρακτήρα, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια στην έρευνα μέσω της διαδικασίας αξιολόγησης και εκλογής τόσο των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων, αλλά και των επιστημονικών συμβουλίων.

Διότι για πρώτη φορά λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του ερευνητικού και του λοιπού προσωπικού για την επιλογή των διευθυντών. Για πρώτη φορά θεσμοθετείται η δημόσια αξιολόγηση των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων και των διευθυντών των ινστιτούτων, όχι μόνο στη λήξη της θητείας τους αλλά και στη μέση της θητείας τους. Για πρώτη φορά η εκλογή των μελών των επιστημονικών συμβουλίων που θα γνωμοδοτούν για την ερευνητική πολιτική, θα γίνεται από την ολομέλεια των ερευνητών όλων των βαθμίδων.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, έρευνα και επισφάλεια, έρευνα στο σκοτάδι, έρευνα και ανθρωποφαγία, λυπάμαι αλλά είναι αντίφαση εν τοις όροις. Η δημοσιότητα, η λογοδοσία και η διαφάνεια είναι συστατικά στοιχεία, είναι πεμπτουσία της δημοκρατίας. Και η έρευνα, η παιδεία εν γένει ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρχει.

Κι επειδή ακούστηκαν πολλά για την αριστεία, όταν κραδαίνατε το λάβαρο της αριστείας, λοιδορώντας τον Μπαλτά του ΣΥΡΙΖΑ στην παιδεία, ο δικός σας ο μπαλτάς κατακρεουργούσε τη δημοκρατία στην έρευνα και στην παιδεία. Η αριστεία ως υψηλή επιστημονική ποιότητα είναι συνώνυμο, δεν είναι αντίθετο της δημοκρατίας. Και η Αριστερά, που προσφάτως ανασύροντας από τη ναφθαλίνη τα προσφιλή σε γνωστά αγαπημένα σας μιντιακά συγκροτήματα φληναφήματα που ακούνε στο όνομα «θεωρία των δύο άκρων», εξισώνατε με βαριοπούλες, με καλάσνικοφ, με ανομία, με βία, αυτή η Αριστερά έχει στη σκευή της και τους αγώνες για μια δημοκρατική παιδεία.

Κι έρχομαι στην κατάργηση των μαθητοδικείων. Ο αγώνας, η μη βίαιη συλλογική έκφραση διαμαρτυρίας για ένα καλύτερο σχολείο, ένα καλύτερο πανεπιστήμιο, ένα καλύτερο αύριο, δεν είναι δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα. Είναι αδιανόητο να σέρνονται ανήλικα παιδιά, μαθητές στους εισαγγελείς.

Οι κοινωνικοί αγώνες για ένα δημοκρατικό σχολείο δεν είναι τρομοκρατική ενέργεια, εκτός αν για εσείς -γιατί ακούσαμε πρόσφατα τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τότε στη συζήτηση για την ασφάλεια- την Αριστερά την ταυτίζετε στο μυαλό σας με το Ρουβίκωνα. Διέβημεν το Ρουβίκωνα, αλλά έναν άλλο Ρουβίκωνα, με σκοπό να εμπεδώσουμε μια δημοκρατική παιδεία με δημοκρατικές αξίες και ήθος.

Θα ήθελα να κλείσω, επειδή ακούστηκαν πολλά και για τους πελάτες, για τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, για το σέρβις που πρέπει να δίνουμε στους πελάτες-πολίτες κοκ., με το τέλος μιας επιστολής που απέστειλε ένας καθηγητής προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου ενός αμερικανικού πανεπιστημίου, όταν ο τελευταίος αποφάσισε να καταργήσει στην Αμερική τις ανθρωπιστικές σπουδές, διότι δεν ήταν προσοδοφόρες, δεν προσέλκυαν πολλούς πελάτες, άρα δεν χρειάζονταν. Επικαλείται, λοιπόν, το Φάουστ του Γκαίτε και τιτλοφορεί την επιστολή του «Μία συμφωνία με τον διάβολο για την Παιδεία».

Γράφει, λοιπόν, κι έτσι τελειώνει την επιστολή: «Ο Γκαίτε πίστευε πως ο άνθρωπος δεν θα έχει κανένα κέρδος αν πουλήσει την ψυχή του, ακόμη και για όλα τα πλούτη του κόσμου. Αυτή είναι όλος ο κόσμος, Πρόεδρε Φίλιπ, και όχι κάποιος ισοσκελισμένος προϋπολογισμός. Αν και, για να είμαι δίκαιος, δεν έχετε πουλήσει την ψυχή σας, μόνο την ψυχή του ιδρύματός σας.

Με όχι και τόσο ιδιαίτερη εκτίμηση,

Γκέγκορυ Πέτσκο».

Ο καθηγητής Πέτσκο, βέβαια, δεν είναι ένας από τους γραφικούς εδώ ιθαγενείς, διεφθαρμένους, οκνηρούς ακαδημαϊκούς, που πρέπει να έλθουν οι εξωτερικοί αξιολογητές για να τους κρίνουν. Είναι ένας διακεκριμένος καθηγητής βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο Μπραντάις της Αμερικής.

Σας ευχαριστώ.

 

 Ακολουθεί το βίντεο της ομιλίας:



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ