Επικοινωνία / Contact Συνδέσεις RSS Twitter Facebook YouTube flickr

13/07/2017

Τι απαντούν ΕΚΤ και Κομισιόν για την ευρεία χρήση εργολαβικών εταιρειών και ενοικιαζόμενου προσωπικού από τις συστημικές τράπεζες


«Υπάρχουν θεμελιώδεις κίνδυνοι οικονομικής ζημίας, κοινοποίησης εμπιστευτικών δεδομένων και υπονόμευσης της φήμης» από την ανάθεση τραπεζικών εργασιών σε εργολάβους, επισημαίνει η ΕΚΤ

Μπορούμε να κινήσουμε διαδικασία επί παραβάσει αν διαπιστώσουμε μη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για την ίση μεταχείριση εργαζομένων, λέει η Κομισιόν- Αποφεύγει ωστόσο να τοποθετηθεί στα συγκεκριμένα στοιχεία της ερώτησης

 

 Την ύπαρξη σοβαρών κινδύνων οικονομικής ζημίας, διαρροής εμπιστευτικών δεδομένων και απώλειας ελέγχου πληροφοριών που πηγάζουν από την κατάχρηση της ανάθεσης τραπεζικών εργασιών σε «εργολαβικές» εταιρείες από τις ανακεφαλαιοποιημένες με χρήματα των φορολογουμένων συστημικές τράπεζες και τη συνακόλουθη υποκατάσταση μόνιμου από ενοικιαζόμενο προσωπικό αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.  Απαντώντας εκ μέρους της ΕΚΤ σε ερώτηση της ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κωνσταντίνας Κούνεβα, η πρόεδρος του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) Ντανιέλ Νουί γνωστοποιεί ότι η ΕΚΤ, στο πλαίσιο του εποπτικού της ρόλου, επανεξετάζει τις τραπεζικές δραστηριότητες τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να αναθέτουν σε τρίτες εταιρείες (outsourcing). Διευκρινίζει ωστόσο ότι τον τελικό λόγο έχουν οι εθνικές νομοθεσίες, ενώ δεν απαντά στο ερώτημα αν διαθέτει στοιχεία για μείωση του λειτουργικού κόστους των τραπεζών από τη χρήση του outsourcing. Παράλληλα, η ΕΚΤ δηλώνει «αναρμόδια» να ελέγξει την καταστρατήγηση της εργασιακής νομοθεσίας και των σχετικών κοινοτικών Οδηγιών στις εποπτευόμενες τράπεζες που χρησιμοποιούν ευρύτατα «ενοικιαζόμενους» εργαζόμενους, με μικρότερες αμοιβές και περιορισμένα δικαιώματα.

Ταυτόχρονα, η Κομισιόν που κλήθηκε επίσης να απαντήσει σε αντίστοιχη ερώτηση της Κωνσταντίνας Κούνεβα, δηλώνει δια της Επιτρόπου Μαριάν Τίσεν πλήρως «αρμόδια» να ελέγξει την τήρηση της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ και ιδιαίτερα της «αρχής της ίσης μεταχείρισης» μεταξύ μονίμων και συμβασιούχων εργαζομένων στις τράπεζες. Υπενθυμίζει μάλιστα την εξουσία που διαθέτει να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει, αν διαπιστώσει μη εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας. Ωστόσο, στην αόριστη απάντησή της δεν παίρνει θέση στα συγκεκριμένα στοιχεία που παραθέτει η ερώτηση της Κωνσταντίνας Κούνεβα για την καταστρατήγηση της κοινοτικής νομοθεσίας εις βάρος των «ενοικιαζόμενων» εργαζόμενων στις ελληνικές συστημικές τράπεζες.

 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης της Κ. Κούνεβα προς ΕΚΤ  και Κομισιόν


ΤΙΤΛΟΣ: Για τους «ενοικιαζόμενους» εργαζόμενους των συστημικών τραπεζών

«Μεγάλες διαστάσεις παίρνει στις εποπτευόμενες από την ΕΚΤ και τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) τράπεζες η χρήση συμβάσεων εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing) και η υποκατάσταση του μόνιμου από προσωρινό και χαμηλά αμειβόμενο προσωπικό. Συχνά, οι εκχωρούμενες υπηρεσίες επεκτείνονται σε κατ’ εξοχήν τραπεζικές εργασίες, με συνέπεια «εργολάβοι» χωρίς άδεια τραπεζικών εργασιών να κατέχουν ευαίσθητα  δεδομένα.

Στις ανακεφαλαιοποιημένες με χρήματα των φορολογουμένων ελληνικές τράπεζες οι «ενοικιαζόμενοι» τραπεζοϋπάλληλοι υπερβαίνουν πλέον το 10% του συνόλου, παρά τη μείωση της απασχόλησης στον κλάδο κατά 33% σε 7 χρόνια. Οι αποδοχές τους είναι 20%- 50%  χαμηλότερες από των μονίμων, για εργασία ίδιου αντικειμένου και προσόντων. Δεν καλύπτονται από κλαδικές συμβάσεις, δεν έχουν μισθολογική και βαθμολογική  εξέλιξη, απολύονται εύκολα.

Στην πραγματικότητα, οι εμφανιζόμενες από τις τράπεζες ως συμβάσεις έργου ή παροχής υπηρεσιών υποκρύπτουν παραχώρηση προσωπικού και καταστρατηγούν την Οδηγία 2008/104/ΕΚ, που επιβάλλει ίση μεταχείριση στις αποδοχές και τους βασικούς όρους εργασίας, μέγιστη διάρκεια σύμβασης 36 μηνών και κυρώσεις για τυχόν υπερβάσεις.

Ερωτάται η ΕΚΤ

- Ελέγχει τη νομιμότητα εκχώρησης τραπεζικών δραστηριοτήτων σε μη τραπεζικά ιδρύματα και τη συμβατότητα των εργασιακών σχέσεων με την κοινοτική νομοθεσία;

- Διαθέτει στοιχεία για το αν η χρήση του outsourcing μειώνει πράγματι το λειτουργικό κόστος, όπως διατείνονται οι τράπεζες;

Ερωτάται η Κομισιόν

-  Πώς ελέγχει το πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ στα κράτη μέλη και στις εποπτευόμενες τράπεζες;

-  Τι μέτρα θα λάβει για την τήρηση της αρχής  «ίση αμοιβή για ίση εργασία» στον τομέα των συστημικών τραπεζών»;

 

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από την Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου Ντανιέλ Νουί (Οι υπογραμμίσεις  δικές μας):

«Αξιότιμο μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κυρία Κούνεβα,

Στην επιστολή σας την οποία διαβίβασε ο κ. Roberto Gualtieri, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, στον κ. Mario Draghi, Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), μαζί με συνοδευτική επιστολή στις 31 Μαΐου 2017, θέσατε ερωτήματα σχετικά με τα εποπτικά καθήκοντα της ΕΚΤ, και συγκεκριμένα τις εποπτικές δραστηριότητες της ΕΚΤ που αφορούν τη χρήση συμβάσεων εξωτερικής ανάθεσης από τις τράπεζες. Για τον λόγο αυτόν, ο Πρόεδρος διαβίβασε την επιστολή σας σε εμένα.

Η εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων μπορεί να βοηθήσει τις τράπεζες να γίνουν πιο αποδοτικές και να επικεντρωθούν στις βασικές τους εργασίες ή/και αρμοδιότητες. Μπορεί επίσης να τους δώσει πρόσβαση σε εργαλεία και υπηρεσίες που δεν διατίθενται εσωτερικά. Ταυτόχρονα, η εξωτερική ανάθεση δεν μειώνει τους θεμελιώδεις κινδύνους που συνδέονται με την ανατιθέμενη δραστηριότητα. Οι κίνδυνοι οικονομικής ζημίας, κοινοποίησης εμπιστευτικών δεδομένων και υπονόμευσης της φήμης εξακολουθούν να υφίστανται. Επιπλέον, επειδή οι δραστηριότητες διενεργούνται από τρίτο μέρος, η εξωτερική ανάθεση μπορεί να επιφέρει πρόσθετους κινδύνους, όπως η απώλεια ελέγχου επί της ανατιθέμενης δραστηριότητας, η μεγαλύτερη εξάρτηση από τον φορέα που παρέχει την υπηρεσία, η απώλεια ελέγχου επί πληροφοριών που είναι σημαντικές για τις λειτουργίες της τράπεζας, το έλλειμμα τεχνογνωσίας, ο περιορισμός της ευελιξίας όσον αφορά την αντίδραση σε αλλαγές των συνθηκών στις αγορές, οι παραβάσεις των κανόνων εμπιστευτικότητας και αυξημένοι νομικοί κίνδυνοι, μεταξύ άλλων. Τέλος, η εξωτερική ανάθεση μπορεί επίσης να περιορίσει την ικανότητα της εποπτικής αρχής να παρακολουθεί τη σχετική δραστηριότητα, καθώς η εταιρεία στην οποία διενεργείται η ανατιθέμενη δραστηριότητα συνήθως δεν εποπτεύεται από την ΕΚΤ. Αν αυτοί οι κίνδυνοι δεν μετριάζονται επαρκώς από τις εσωτερικές δομές και διαδικασίες διακυβέρνησης, η εξωτερική ανάθεση μπορεί εν τέλει να ασκήσει αρνητικό αντίκτυπο στη διαχείριση κινδύνων και στη συνολική εταιρική διαχείριση της εποπτευόμενης οντότητας.

Για τους λόγους αυτούς, η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ έχει θέσει τους κινδύνους που προκύπτουν από την εξωτερική ανάθεση ως μία από τις εποπτικές της προτεραιότητες για το 2017 και έχει ξεκινήσει εστιασμένη θεματική εξέταση επί του θέματος. Το επίκεντρο της θεματικής εξέτασης είναι να καταγραφούν επιλεγμένες εξωτερικά ανατιθέμενες δραστηριότητες των εποπτευόμενων οντοτήτων και να ελεγχθεί διεξοδικά ο τρόπος με τον οποίο οι τράπεζες διαχειρίζονται τους σχετικούς κινδύνους.

Ωστόσο, αυτή η θεματική εξέταση όπως και κάθε άλλη εποπτική δραστηριότητα περιορίζονται από το πεδίο εφαρμογής των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ. Η ΕΚΤ αξιολογεί μόνο την εξωτερική ανάθεση εκ μέρους των τραπεζών από προληπτική σκοπιά. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία στον τομέα αυτόν, η ΕΚΤ εφαρμόζει μόνο τη σχετική εθνική νομοθεσία, η οποία διαφέρει σημαντικά μεταξύ κρατών μελών. Εν προκειμένω, η ΕΚΤ διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ότι την τελική ευθύνη για την ορθή διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση και τις ανατιθέμενες δραστηριότητες αναλαμβάνουν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη των τραπεζών. Η ΕΚΤ διασφαλίζει επίσης ότι οι δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται άδεια από την εποπτική αρχή, όπως η αποδοχή καταθέσεων ή ο δανεισμός, ανατίθενται μόνο σε φορείς παροχής υπηρεσιών που έχουν την απαιτούμενη άδεια.1

Θα ήθελα πάντως να υπογραμμίσω ότι η ΕΚΤ δεν έχει την εξουσία να προβαίνει σε ενέργειες που δεν περιλαμβάνονται στα προαναφερόμενα εποπτικά καθήκοντα, όπως οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων που εμπίπτουν στον κανονισμό για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών (European Market Infrastructure Regulation - EMIR)2 και η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επιπλέον, η εντολή που έχει ανατεθεί στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ δεν καλύπτει τραπεζικές δραστηριότητες εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν αναγράφονται στα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού ΕΕΜ3, ιδίως την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Με εκτίμηση,

Danièle Nouy»

Η απάντηση της Κομισιόν (επίτροπος Μαριάν Τίσεν)

Η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, παρακολουθεί τη συμμόρφωση των κρατών μελών με την οδηγία 2008/104/ΕΚ[1] και την ορθή εφαρμογή της οδηγίας, καθώς και την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία ορίζεται στο άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας. Εάν από τη νομική αξιολόγηση των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή προκύψει έλλειψη συμμόρφωσης ή πλημμελής εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα, όπως να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει, κατά περίπτωση.


Τα κράτη μέλη έχουν την πρωταρχική ευθύνη για την ορθή μεταφορά, εφαρμογή και εκτέλεση των οδηγιών της ΕΕ. Εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των επιθεωρήσεων εργασίας και των δικαστηρίων, να διασφαλίσουν ότι η εθνική νομοθεσία με την οποία μεταφέρεται η προαναφερθείσα οδηγία τηρείται σε συγκεκριμένους τομείς και περιπτώσεις.

 

[1]     Οδηγία 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης (ΕΕ L 327 της 5.12.2008, σ. 9).