Επικοινωνία / Contact Συνδέσεις RSS Twitter Facebook YouTube flickr

07/09/2017

Δημ. Παπαδημούλης: Η επίσκεψη Μακρόν είναι αναμφισβήτητα θετική για την Ελλάδα κι έχει σημαντικό οικονομικό και επενδυτικό ενδιαφέρον


Σε συνέντευξή του στην ενημερωτική ιστοσελίδα Reader.gr, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της Ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, αναφέρεται -μεταξύ άλλων- στην επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στην Αθήνα και τα οφέλη αυτής για την Ελλάδα, στην ανάγκη ολοκλήρωσης της 3ης αξιολόγησης χωρίς καθυστερήσεις, τονίζοντας ότι «η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια είναι μονόδρομος», στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για μια Ευρωζώνη με περισσότερη συνοχή και δημοκρατία, αλλά και στις πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού.

Ακολουθεί η συνέντευξη του Δημήτρη Παπαδημούλη στη δημοσιογράφο Μαρία Βασιλείου:

Σήμερα επισκέπτεται την Αθήνα ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν. Πώς μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να αξιοποιήσει τη συγκεκριμένη επίσκεψη;

Η επίσκεψη Μακρόν είναι αναμφισβήτητα θετική για την Ελλάδα. Έχει σημαντικό οικονομικό και επενδυτικό ενδιαφέρον και έρχεται σε μια στιγμή που ήδη εμφανίζονται στην Ελλάδα τα πρώτα θετικά σημάδια για την ανάκαμψη της οικονομίας και την αύξηση των επενδύσεων. Από την επίσκεψη Μακρόν και την ψήφο εμπιστοσύνης, που δίνει στη χώρα μας και στην ελληνική κυβέρνηση, αναμένω ώθηση στις επενδύσεις, αλλά και στην κατά παράδοση καλή ελληνογαλλική συνεργασία. Εκτιμώ ότι τα αποτελέσματα της επίσκεψης Μακρόν θα είναι θετικά σε μια σειρά τομέων. Είναι συμφέρον για την Ελλάδα να διευρύνει τα ερείσματα και τις συμμαχίες της, προκειμένου να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω την εποχή των μνημονίων και της επιτροπείας και να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Παρότι δεν ανήκει στην αριστερή οικογένεια στην Ευρώπη, ο Μακρόν στηρίζει με την επίσκεψή του την ελληνική κυβέρνηση.

Τα μηνύματα που λαμβάνετε στις Βρυξέλλες «δείχνουν» ότι θα περάσουν οι προτάσεις Μακρόν για μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης;

Οι προτάσεις Μακρόν για αλλαγές στην Ευρωζώνη, η οποία έχει ολοφάνερα λανθασμένη αρχιτεκτονική, συγκλίνουν με προτάσεις που έχει η ελληνική πλευρά. Θα πρέπει, όμως, να είμαστε ρεαλιστές. Το αν θα γίνουν αποδεκτές και το αν θα εφαρμοστούν εξαρτάται από την πολιτική βούληση της κυβέρνησης, η οποία θα προκύψει στο Βερολίνο μετά τις γερμανικές εκλογές.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι νικήτρια θα αναδειχθεί η Άνγκελα Μέρκελ.

Πράγματι, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Μέρκελ θα ακολουθήσει τέταρτη θητεία. Όμως, είναι ακόμη ανοιχτό ποιος θα είναι ο ακριβής συσχετισμός των δυνάμεων, η σύνθεση, αλλά και η πολιτική της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης. Πυκνώνουν, πάντως, τα σημάδια τα οποία δείχνουν ότι ακόμη και στο Βερολίνο καταλαβαίνουν ότι η λογική της ΕΕ, στην οποία συζητούν όλα τα κράτη-μέλη, αλλά τελικά αποφασίζει η Γερμανία, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Η λογική αυτή εντείνει τις ανισότητες, μειώνει τη συνοχή και δημιουργεί εθνικιστικά προβλήματα. Αν καταρρεύσει ο Νότος, η Γερμανία θα υποστεί αρνητικές επιπτώσεις, καθώς ο ευρωπαϊκός Νότος απορροφά τα δύο τρίτα των γερμανικών εξαγωγών.

Θα καταφέρει να σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της χωρίς γενναία ελάφρυνση χρέους;

Η έξοδος από τα μνημόνια δεν είναι εύκολη, είναι, όμως, υποχρεωτική. Κανείς δεν θέλει 4ο μνημόνιο, ούτε η Ελλάδα, ούτε οι δανειστές. Ο στόχος να είμαστε εκτός μνημονίων τον Αύγουστο του 2018 είναι μονόδρομος και χρειάζεται να ανεβάσουμε ταχύτητες, υλοποιώντας όσα έχουν συμφωνηθεί, προκειμένου να βγάλουμε από το λαιμό μας τη θηλειά των μνημονίων και της επιτροπείας.

Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται βελτίωση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας σε όλους τους τομείς, αύξηση των επενδύσεων και όσο το δυνατόν ταχύτερη μείωση της ανεργίας και φυσικά μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς που συνιστούν τις ελληνικές παθογένειες. Στον ΣΥΡΙΖΑ και στην κυβέρνηση Τσίπρα έχει πέσει ένα μεγάλο βάρος για να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός. Παρόλες τις δυσκολίες ο Τσίπρας είναι ήδη ο μακροβιότερος Πρωθυπουργός της Ελλάδας στα χρόνια της κρίσης. Αποτελεί προσωπικό στοίχημα του Τσίπρα, στοίχημα της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ να βγάλουν την Ελλάδα από τα μνημόνια.

Βρισκόμαστε μπροστά στην τρίτη αξιολόγηση, η οποία έχει αρκετά αγκάθια και θα οδηγήσει σε νέα βάρη για τους πολίτες.

Η τρίτη αξιολόγηση θα πρέπει να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατόν, γιατί αυτό συμφέρει τη χώρα. Στην τρίτη αξιολόγηση δεν περιλαμβάνονται νέα δημοσιονομικά μέτρα. Τα προαπαιτούμενα αφορούν σε εφαρμογή συμφωνημένων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων. Αν συγκρίνουμε τα μέτρα, που έχουν εφαρμοστεί επί κυβέρνησης Τσίπρα ύψους 6 δισ. ευρώ σε δυόμιση χρόνια με τα μέτρα ύψους 62 δισ. ευρώ, που εφάρμοσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις μεταξύ 2010 και 2015 διαπιστώνουμε ότι είναι δέκα φορές λιγότερα.

Ας βάλουμε τέλος στον λαϊκισμό και την υποκρισία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς να νοικοκυρέψουμε τα δημόσια οικονομικά. Το ζητούμενο είναι ποιος πληρώνει το μάρμαρο. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να περιοριστεί η φοροδιαφυγή και ήδη έχουν γίνει τα πρώτα βήματα, καθώς αυτό το καλοκαίρι έπεσαν περισσότερες καμπάνες για φοροδιαφυγή από ό,τι τις προηγούμενες χρονιές, να περιοριστεί η σπάταλη κρατική μηχανή, να περιοριστεί η διαφθορά, να πιάνουν περισσότερο τόπο τα χρήματα των φορολογουμένων και να διευρυνθεί η φορολογική βάση.

Υπάρχει πράγματι ένα κομμάτι πολιτών που υπερφορολογείται. Οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και ορισμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά υπάρχει και η άλλη Ελλάδα, που φοροδιαφεύγει. Έχουμε την υποχρέωση να διατηρήσουμε νοικοκυρεμένα δημόσια οικονομικά για να υπάρξει ανάπτυξη στη χώρα, να αφήσουμε πίσω την εποχή των μεγάλων χρεών και των μεγάλων ελλειμμάτων, τα οποία δεν δημιούργησε ο Τσίπρας, αλλά οι κυβερνήσεις Καραμανλή, Παπανδρέου, Σαμαρά.

Είναι μια εποχή κατά την οποία πρέπει να συζητήσουμε πώς θα κλειδώσουμε την οριστική έξοδο από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018 και πώς θέλουμε τη μεταμνημονιακή Ελλάδα με σοβαρό, αξιόπιστο, οργανωμένο κράτος, με ισχυρό κοινωνικό κράτος, με φορολογικό σύστημα, όπου εισφέρουν όλοι ανάλογα με τη δύναμή τους, και με μοντέρνα αποτελεσματική και υπερκομματική δημόσια διοίκηση.

Ολοένα και περισσότεροι μετανάστες έχουν αρχίσει και πάλι να καταφθάνουν στα ελληνικά νησιά, την ώρα που οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, ενώ αρκετές ετοιμάζονται να στείλουν στην Ελλάδα περισσότερους μετανάστες βάσει της Συνθήκης του Δουβλίνου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να μην αφήνει την Ελλάδα και την Ιταλία να σηκώνουν το βάρος του μεταναστευτικού. Οφείλει να εφαρμόσει το πρόγραμμα μετεγκατάστασης μεταναστών, το οποίο δεν υλοποιείται επαρκώς. Θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αυστηρά βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ακόμη και με κυρώσεις, οι χώρες του Βίσεγκραντ, οι οποίες αρνούνται να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους. Θα πρέπει, επίσης, η ΕΕ να απαιτήσει από την Τουρκία, στην οποία δίνει αρκετά χρήματα για τη διαχείριση των προσφυγικών ροών, να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της και να μην παίζει με τη στρόφιγγα.

Με δεδομένο ότι υπάρχουν αυτές οι ανεπάρκειες από πλευράς ΕΕ, πώς θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα τα επιπλέον βάρη, που θα προκληθούν από την άνοδο του αριθμού των μεταναστών;

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι, παρά τις αδυναμίες και τις δυσκολίες, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη στην χώρα μας από ό,τι ήταν το προηγούμενο έτος και ακόμη καλύτερη από την κατάσταση που επικρατούσε το 2015. Στην ηπειρωτική Ελλάδα η διαχείριση των μεταναστών έχει μπει σε ρυθμούς διαρκούς βελτίωσης. Στα νησιά τα προβλήματα οφείλονται στην ύπαρξη ενός ανθρώπινου δυναμικού προσφύγων και μεταναστών, το οποίο ξεπερνά τη χωρητικότητα των αντίστοιχων υποδομών, αλλά με την πάροδο του χρόνου θα αλλάξει η σύνθεση του δυναμικού, καθώς διευρύνεται ο αριθμός των οικονομικών μεταναστών σε βάρος των προσφύγων. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα. Επιδιώκουν να μεταβούν στην Ευρώπη. Είναι παγιδευμένοι στην Ελλάδα, επειδή έκλεισε ο λεγόμενος βαλκανικός διάδρομος. Σε αυτό το θέμα απαιτούνται πρωτοβουλίες ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αν η Ευρώπη αντιμετώπιζε ως σύνολο και σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες και τις νομικές της υποχρεώσεις το προσφυγικό δεν θα υπήρχε προσφυγικό πρόβλημα.

Ποιες πρωτοβουλίες χρειάζονται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;

Χρειάζονται αλλαγές στη συνθήκη του Δουβλίνου, καθώς οι σημερινές ρυθμίσεις και η σημερινή φιλοσοφία της Συνθήκης ρίχνουν το κύριο βάρος στις χώρες πρώτης εισόδου, στην Ελλάδα και την Ιταλία. Στην Ευρώπη επικρατεί πολλές φορές, παρά τα ωραία λόγια, το δόγμα «μακριά από τη δική μου αυλή». Χώρες, όπως η Αυστρία, οι οποίες δεν έχουν θαλάσσια σύνορα και δεν είναι πύλες εισόδου, αφήνουν τους Έλληνες και τους Ιταλούς να κόψουν τον λαιμό τους με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.

Στο Ευρωκοινοβούλιο αγωνιζόμαστε ώστε οι αλλαγές που θα γίνουν στο προτεινόμενο νέο Δουβλίνο να διασφαλίζουν ότι θα μοιράζεται δίκαια το βάρος ανάμεσα στα κράτη και να μην υπερφορτώνονται οι χώρες εισόδου. Θέλω να τονίσω ότι στο Ευρωκοινοβούλιο διαμορφώνουμε ευρείες συμμαχίες και εκτιμώ ότι η πλειοψηφία θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Στο συγκεκριμένο θέμα τη μεγαλύτερη ευθύνη και δύναμη για θετικές αλλαγές υπέρ της Ελλάδας έχει ο αρμόδιος Επίτροπος Δημήτρης Αβραμόπουλος, ο οποίος μπορεί, αν διεκδικήσει τέτοιες αλλαγές, να λογαριάζει στη στήριξη όχι μόνο τη δική μου, αλλά της πλειοψηφίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έχουμε ήδη καταθέσει προτάσεις, οι οποίες συγκεντρώνουν μια ευρύτατη στήριξη προς την κατεύθυνση, που ανέφερα.

Οι διαδικασίες του Brexit καθυστερούν, ο τρίτος γύρος των διαπραγματεύσεων ολοκληρώθηκε χωρίς αποτελέσματα.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με μελέτες, είναι μία από τις χώρες, οι οποίες θα επηρεαστούν λιγότερο από το Brexit. Το Brexit είναι, σε κάθε περίπτωση, μια πρωτοφανής διαδικασία έκδοσης διαζυγίου, από την οποία θα υποστούν επιπτώσεις κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και η ΕΕ συνολικά. Το ζητούμενο είναι να μην κρατήσει πολύ η διαδικασία έκδοσής του, γιατί όσο καθυστερούμε τόσο μεγαλύτερες θα είναι οι αρνητικές επιπτώσεις και στις δύο πλευρές.

Προσωπικά είμαι οπαδός του softer και όχι ενός σκληρού Brexit. Δυστυχώς, στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει τη γραμμή τους και η Μέι είναι πολιτικά αποδυναμωμένη μετά τις εκλογές του Ιουνίου. Στο κόμμα των συντηρητικών υπάρχουν έντονες διαφωνίες στο θέμα των σχέσεών τους με την ΕΕ. Προσωπικά, θα προτιμούσα γρήγορες διαδικασίες και ένα συναινετικό διαζύγιο το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να περιοριστούν οι ζημιές. Δεν συμφωνώ με την α λα καρτ προσέγγιση και θα πρότεινα στη Μέι να δει τις προτάσεις, που κατέθεσε πρόσφατα το κόμμα των Εργατικών για το πώς θα πρέπει να εξελιχθεί η διαπραγμάτευση.