Προσωπικά εργαλεία
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα Κέντρο Τύπου Άρθρα / Αναλύσεις ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ; Απέναντι στο Πραγματικό μας Δίλημμα

ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΕΤΩΠΟ; Απέναντι στο Πραγματικό μας Δίλημμα

09/06/2008 16:10

ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ, Θεσσαλονίκη – Ιούνιος 2008

κεντροαριστερός κυβερνητισμός οργανική ανάγκη του ΠΑΣΟΚ

       Τόσο από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, όσο και από την πλευρά εκσυγχρονιστικών δυνάμεων της ελληνικής Αριστεράς, επανέρχεται για πολλοστή φορά στο προσκήνιο της συγκυρίας η πολιτική πρόταση για την συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με την Αριστερά, και ιδιαίτερα τον ΣΥΝ. Βάση μιας τέτοιας απεύθυνσης, και από τις δύο αυτές πλευρές, δεν είναι σε καμία περίπτωση η ανάδειξη της όποιας αντιπολιτευτικής λαϊκής συμμαχίας για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων νεοφιλελευθέρων αναδιαρθρώσεων της διακυβέρνησης της ΝΔ (στο επίπεδο της εισοδηματικής πολιτικής, του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος, της ιδιωτικοποίησης των ΔΕΚΟ που έχουν απομείνει σε δημόσιο έλεγχο, της θεσμοθέτησης της ελαστασφάλειας κλπ.). Απεναντίας ευθεία στόχευση αυτής της κεντροαριστερής «συνεργασιολογίας» δεν είναι άλλη από τον κυβερνητισμό, την διαμόρφωση μιας εναλλακτικής λύσης για την απομάκρυνση της ΝΔ από την κυβερνητική εξουσία, και την συνακόλουθη χρησιμοποίηση δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ως συμπληρωματικής υποστηρικτικής πολιτικής δύναμης, ουσιαστικής νομιμοποίησης της συνέχισης της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, όπως άλλωστε την είχε εφαρμόσει κατά τον πλέον συνεπή τρόπο το ΠΑΣΟΚ στην τελευταία 8ετία της διακυβέρνησής του (1996 – 2004) [χαρακτηριστική απ’ αυτή την άποψη η συστηματικά προωθούμενη επιχειρηματολογία όπως π.χ. Π. Σώκος «Πολυφωνία για ΣΥΝεργασία» και «Πρόσκληση – πρόκληση ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ» στην Ελευθεροτυπία της 31-Μαίου και 2-Ιουνίου-2008].

       Είναι ηλίου φαεινότερο ότι μια τέτοια επίμονη πρόταση κεντροαριστερής εναλλακτικής διακυβέρνησης προέρχεται αποκλειστικά από το γεγονός της αλματώδους λαϊκής απονομιμοποίησης και εκλογικής παραφθοράς του νεοφιλελεύθερα μεταλλαγμένου ΠΑΣΟΚ, στην περίοδο που διαμεσολάβησε από την κοινοβουλευτική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2007 και μέχρι σήμερα, όπου η δυνητική εκλογική του επιρροή κατρακύλισε από το 38% στο καταγραφόμενο στις τρέχουσες σφυγμομετρήσεις του 30% (με την αντίστοιχη διαφαινόμενη στις σφυγμομετρήσεις άνοδο της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ). Παράλληλα μ’ αυτή την αποψίλωση, έχει αναδειχθεί η ολοσχερής σχεδόν αποδιάρθρωση των εργατικών συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων του ΠΑΣΟΚ στον πλειοψηφικό τομέα της ιδιωτικής οικονομίας, ως αποτέλεσμα της ιστορικής χρησιμοποίησης αυτών των συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων προκειμένου να υποστηριχθεί η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και των καπιταλιστικών οικονομικών κατευθύνσεων. Μ’ αυτά τα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα, πραγματικά το σημερινό ΠΑΣΟΚ (και με δεδομένη τη συνέχιση της υπέρτερης εκλογικής επιρροής της ΝΔ, αν και προφανώς σε επίπεδα κάτω του 40%), αδυνατώντας να λειτουργήσει ως οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής αντιπολίτευσης, το μόνο που μπορεί να σχεδιάζει και να απεργάζεται είναι η εναλλακτική κεντροαριστερή διέξοδος στο επίπεδο του κυβερνητισμού. Άλλωστε, το οποιοδήποτε «άνοιγμά» του και στις πλέον στοιχειώδεις μορφές αντιπολιτευτικής λαϊκής αριστερής συνεργασίας είναι προφανές ότι θα κατέληγε σε μπούμερανγκ σε βάρος του, στο μέτρο που μια τέτοια κίνησή του θα ενίσχυε ακόμη παραπέρα την «αριστερή στροφή» εργατικών δυνάμεων της ιστορικής εκλογικής του εμβέλειας.

 

Ο πολιτικός συνωστισμός στον μεσαίο μικροαστικό χώρο

Σε κάθε περίπτωση η «αριστερή στροφή» που επιχειρήθηκε από το ΠΑΣΟΚ προκειμένου να ανακόψει την συνεχή του εκλογική αιμορραγία προς τα αριστερά, αποδείχθηκε βραχείας διάρκειας, και εντελώς αναξιόπιστη, αναδεικνύοντας περισσότερο τις εκρηκτικές του αντιφάσεις, παρά συμβάλλοντας στην διαμόρφωση ενός «φιλολαϊκού – προοδευτικού» προφίλ και γρήγορα αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο. Πώς να πραγματώσει και την πλέον ήπια εκδοχή «αριστερής στροφής» και σε οποιοδήποτε επίπεδο και ζήτημα όταν : Ανοίγοντας το θέμα της εισοδηματικής λιτότητας σε βάρος της μισθωτής εργασίας έρχεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό που πριμοδότησε την συναινετική ΕΓΣΣΕ μεταξύ ΓΣΕΕ και ΣΕΒ της περαιτέρω απομείωσης των εργατικών μισθών . Επιχειρηματολογώντας απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις, όπως στην πρόσφατη περίπτωση του ΟΤΕ, έρχεται σε αντιπαράθεση με την ίδια τη δική του κυβερνητική πρακτική της μεταβίβασης του πλειοψηφικού μετοχικού κεφαλαίου στους ιδιώτες και της αποδοχής της ιδιωτικής μετάλλαξης του εργασιακού καθεστώτος για τους νεοεισερχόμενους εργαζόμενους. Αναδεικνύοντας το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης του πανεπιστημιακού καθεστώτος, μέσα από την παράκαμψη των συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 16, δεν παραλείπει ευκαιρία να πλειοδοτεί στην φλυαρία για την αναγκαιότητα των μη-κρατικών μη-κερδοσκοπικών (ιδιωτικών) πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Έτσι, το εγχείρημα ιδεολογικής επένδυσης της «αριστερής στροφής» προκειμένου να σηματοδοτηθεί η διαμόρφωση της Κεντροαριστεράς, «από τα κάτω, από Αριστερά και προς τα Αριστερά», με την επικαιροποίηση των «δημοκρατικών και σοσιαλιστικών προταγμάτων», με «όρους ριζικών κοινωνικών αλλαγών και ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων» [αυτές και άλλες φλυαρίες από τον Κ. Λαλιώτη «Ο νεοφιλελευθερισμός και η άλλη λύση», Η Αυγή 4-Μαίου-2008],  μόνον ως το πολιτικό ανέκδοτο της περιόδου μπορούν να εκληφθούν.

       Κατά συνέπεια, η μόνη δυνατότητα που απέμεινε πολιτικά ανοιχτή στο σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν ήταν άλλη από αυτή που οριστικά υιοθετήθηκε, δηλαδή η «στροφή» προς τον μεσαίο – κεντρώο χώρο, όπου συνωθείται και ερίζει για την εξασφάλιση των μικροαστικών κοινωνικών εκπροσωπήσεων, από κοινού με τη ΝΔ, με τον αντίστοιχο σταθερό της προσανατολισμό στα μικρομεσαία στρώματα, εγκαταλείποντας την όποια απόπειρα εκπροσώπησης των λαϊκών εργαζομένων τάξεων  (πράγμα που αποδεικνύεται φιάσκο) [ήδη σχετικά Β. Σκουρής «Μετά την αριστερή στάση, στροφή στον μεσαίο χώρο», Ημερησία 17-18 / Μαίου / 2008]. Επιδίωξή του η πολιτική αξιοποίηση των φαινομένων απονομιμοποίησης της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης της ΝΔ ακόμη και σε μερίδες των μικρομεσαίων τάξεων (λ.χ. οι ασφαλιστικές ρυθμίσεις για το ΤΣΜΕΔΕ θίγουν και πλατιά στρώματα εργοληπτών και μελετητών του τεχνικού κόσμου, ο τοκογλυφικός τραπεζικός δανεισμός επιβαρύνει ανεξάρτητους επαγγελματίες, εμπόρους και βιοτέχνες κλπ.) [σχετικές επισημάνσεις π.χ. Ε. Παλληκάρης «Μήνυμα στο Μαξίμου από τη μεσαία τάξη», Ημερησία 24-25 / Μαίου / 2008]. Η αναγκαστική κοινωνική επικέντρωση και των δύο πυλώνων του αστικού δικομματισμού στις κοινωνικές τάξεις του κυρίαρχου αστικού συνασπισμού εξουσίας (αστική τάξη και μικροαστικά στρώματα), πέραν του γεγονότος ότι μακροπρόθεσμα διαμορφώνει την αντικειμενική βάση του «μεγάλου (κυβερνητικού) συνασπισμού» ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, καταδεικνύει το μείζον ζήτημα της κρίσης νομιμοποίησης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο επίπεδο των εργαζομένων λαϊκών τάξεων (με αυστηρή έννοια στο 55% του ΟΕΠ). Ουσιαστικά και το ΠΑΣΟΚ όσο και η ΝΔ επιχειρούν να εξασφαλίσουν τις πολιτικές τους εκπροσωπήσεις (πέρα από το επίπεδο του 5% που αντιπροσωπεύει η αστική τάξη) στον ευρύ χώρο των μικροαστικών τάξεων (παραδοσιακών της πόλης και της υπαίθρου και νέων μισθωτών μικροαστικών τάξεων της «εξασφαλισμένης εργασίας» του δημόσιου τομέα) που φτάνουν στο 40% του ΟΕΠ. Αστικές μερίδες, μικρομεσαία στρώματα «νικητών της αγοράς» της σημερινής φάσης, ζώνες της «εξασφαλισμένης εργασίας», αποτελούν το πολιτικό διακύβευμα της πολιτικής εκπροσώπησης ταυτόχρονα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ενώ στα λαϊκά εργατικά στρώματα τείνει να γίνει κυρίαρχη η «στροφή προς τα αριστερά».

 

Αριστερό Μέτωπο απέναντι στις επίμονες κεντροαριστερές σειρήνες

       Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί το σημερινό ΠΑΣΟΚ, παρά την εγκατάλειψη της «αριστερής του στροφής», και παρά τον σταθερό του προσανατολισμό προς τον μεσαίο – κεντρώο χώρο, συνεχίζει και εμμένει στην συμμαχική του απεύθυνση προς δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ; Οι λόγοι ακριβώς αυτής της προτασεολογίας «συνεργασίας» είναι πολλαπλοί και έντεχνα διαμορφωμένοι από τα ιδεολογικά του κέντρα με πολύμορφες στοχεύσεις:

       Κατ’ αρχήν, και μόνον με την επίκληση της Κεντροαριστεράς ως του «ρεύματος της κοινωνικής προόδου και της πολιτικής αλλαγής» επιχειρεί να αποκρύψει τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του και να αποκτήσει «αριστερή» νομιμοποίηση (μια και προτείνω συνεργασία με την Αριστερά νομιμοποιούμαι τουλάχιστον ως δυνητικός της συνεργάτης και αποκτώ νομιμοποίηση απ’ αυτό…).

       Κατόπιν, να σταθεροποιήσει την ανακοπή της προς τα αριστερά εκλογικής του αιμορραγίας, όσο και κυρίως να απευθυνθεί σε διανοητικές δυνάμεις της μισθωτής και ελευθεροεπαγγελματικής εργασίας (που είναι πολυπληθείς στο εκλογικό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ), που ανήκουν στις νέες μικροαστικές τάξεις, προκειμένου να επιχειρήσει να τις προσελκύσει στην κοινωνική συμμαχία που απεργάζεται, στο βαθμό που η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της ΝΔ έχει πλήξει, πέραν της εργατικής τάξης, και μερίδες των μικρομεσαίων στρωμάτων.

       Στη συνέχεια, να ενισχύσει την πολιτική επιχειρηματολογία στα πλαίσια του ΣΥΝ, του υπαρκτού και διόλου ευκαταφρόνητου «ανανεωτικού εκσυγχρονιστικού» ρεύματος, προκειμένου να οξύνει την όποια κρίση προσανατολισμού στους κόλπους του, στο μέτρο που άλλωστε ανοιχτά αναδεικνύεται απ’ αυτή την πλευρά ο προσανατολισμός προς μια «νέα πρόταση εναλλακτικής κυβερνητικής πλειοψηφίας» απέναντι στην διακυβέρνηση της ΝΔ «εκτός αν έχει γίνει αποδεκτό στην πράξη ότι θα έχουμε κυβέρνηση ΝΔ και στην επόμενη τετραετία». Κι’ είναι αυτό «το ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει σοβαρά το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΝ» προκειμένου να διαμορφώσουν την «εναλλακτική λύση που θα εξανθρωπίζει και θα εκλογικεύει την οικονομική νεοφιλελεύθερη ασυδοσία» [σχετική συνέντευξη Ν. Κωνσταντόπουλου στην Αυγή της 11-Μαίου-2008].

       Τέλος, να αξιοποιήσει τα καίρια ζητήματα που ανακύπτουν με την ίδια την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος εμφανίζει μεν μια ορισμένη «δημοσκοπική άνοδο» και μια ριζοσπαστική κοινωνική αντιπολιτευτική παρέμβαση, ωστόσο αυτή από μόνη της δεν αντιπροσωπεύει κατεύθυνση διεξόδου χωρίς την διαμόρφωση των αναγκαίων μετώπων και συμμαχιών. Και απ’ αυτή την άποψη η πλειοψηφική απόρριψη της Κεντροαριστεράς τόσο στο 5ο Συνέδριο του ΣΥΝ όσο και στην Πανελλαδική Σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ του Μαρτίου 2008, από μόνη της δεν αποτελεί απάντηση στο πρόβλημα, γιατί αντιπροσωπεύει μια «αρνητική θέση» κι’ όχι μια «θετική τοποθέτηση». Όσο τα δεδομένα παραμένουν αναλλοίωτα (απόρριψη της Κεντροαριστεράς, χωρίς διαμόρφωση αριστερής εναλλακτικής μετωπικής λύσης), η πίεση τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και του «εκσυγχρονιστικού – ανανεωτικού» ρεύματος του ΣΥΝ θα ασκείται με όρους ισχυρούς, γιατί δεν θα μπορεί να απαντήσει τεκμηριωμένα και πειστικά στην επιχειρηματολογία (Θ. Πάγκαλου – Ν. Κωνσταντόπουλου) ότι η μη πραγματοποίηση της κεντροαριστερής συνεργασίας οδηγεί ευθέως στην τρίτη κυβερνητική θητεία της ΝΔ.

       Προκύπτει συνεπώς ότι η μόνη πολιτική κατεύθυνση που μπορεί να απαλλάξει οριστικά την Ριζοσπαστική Αριστερά από τις ακούραστες σειρήνες της κεντροαριστερής διαχείρισης (υπό οποιαδήποτε ενδεχόμενη μορφή), δεν είναι άλλη παρά η διαμόρφωση των όρων του Αριστερού Μετώπου (Αριστερής Λαϊκής Συμμαχίας ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς), με το βάρος της πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης να πέφτει ιστορικά στους δικούς μας ώμους. Είναι η μόνη αντιπολιτευτική λαϊκή ενωτική κατεύθυνση που μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα και προοπτική, να καταλύσει την κρίση λαϊκής απονομιμοποίησης του ΠΑΣΟΚ, να προβάλλει την Αριστερά σε πρωταγωνιστικό πολιτικό ρόλο απέναντι στο δικομματικό πολιτικό σύστημα του κυρίαρχου αστικού κοινωνικού συνασπισμού εξουσίας, να αναδείξει τους στρατηγικούς όρους της σοσιαλιστικής εναλλακτικής λύσης στο επίπεδο της εξουσίας και της διακυβέρνησης.