Προσωπικά εργαλεία
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα Θέσεις Για το ΣΥΡΙΖΑ διάλογος για το πρόγραμμα Η Ελλάδα σαν αδύνατος κρίκος και η εναλλακτική πρόταση για αριστερή διακυβέρνηση

Η Ελλάδα σαν αδύνατος κρίκος και η εναλλακτική πρόταση για αριστερή διακυβέρνηση

18/11/2008 05:08

Κώστας Παπουλής Δ΄ ΕΛΜΕ Αν. Αττικής – Βαγγελιώ Σωτηροπούλου ΣΥΡΙΖΑ Ν. Ερυθραίας

Η συγκυρία

Αν συζητάγαμε τη διαμόρφωση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ τον Οκτώβρη του 2007 και κάποιος έθετε ζητήματα αριστερής κυβέρνησης, θα ήταν ή κεντροαριστερός, ή «παλαβός».

Κι όμως ένας μόνο «πολιτικός χρόνος», τόσο διαφορετικός από τον φυσικό χρόνο, γέννησε ένα ριζικά διαφορετικό τοπίο στην Ελλάδα, αλλά και στον κόσμο. Πόσοι από μας, προέβλεπαν την κατάρρευση της αμερικάνικης οικονομίας ; (έστω και αν υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις). Πόσοι  από μας (εκτός από τον σ. Αλαβάνο)  περίμεναν ότι το ιδεολογικό σύστημα του νεοφιλελευθερισμού θα πάθαινε το 2009 ότι έπαθε η αριστερά το 1989 ;

Η ανατροπή αυτή, προφανώς οφείλεται κυρίως στις εγγενείς αντιφάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και ελάχιστα στην ριζοσπαστικοποίηση, τη συνειδητή αντίσταση και οργάνωση των «κάτω». Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι «κάτω» μπορούν να συνεχίσουν να  πορεύονται στο νέο τοπίο με τον παλιό τρόπο, αφήνοντας αυτή τη μοναδική ιστορική ευκαιρία ανεκμετάλλευτη ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται λοιπόν ν’ απαντήσει με σαφήνεια σε ορισμένα ερωτήματα  :

Η Ελλάδα του 2009 είναι η δεν είναι αδύναμος κρίκος ;

Κατά την άποψή μας η απάντηση τείνει κατά πολύ περισσότερο προς την κατάφαση παρά προς την άρνηση. Στη χώρα μας αυτή τη στιγμή διασταυρώνονται ισχυροί παράμετροι : α) έντονη οικονομική, διαρθρωτική και δημοσιονομική κρίση σε περιβάλλον  διεθνούς κρίσης και ύφεσης. β) αναιμικό κοινωνικό κράτος γ)συρρίκνωση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων δ) πολιτική κρίση ε) ισχυρή παρουσία της αριστεράς που μάλιστα τα τελευταία χρόνια έμεινε αλώβητη από σοσιαλφιλελεύθερες λύσεις. στ) δημιουργία έντονων κοινωνικών ανισοτήτων και φτώχιας.

Μετά τη σύνδεση και την είσοδο της χώρας στη ζώνη του ευρώ καλλιεργήθηκε έντονα ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας» που συντηρούσε βέβαια υψηλούς ρυθμούς  ανάπτυξης μέσω κυρίως των Ολυμπιακών έργων, των επιδοτήσεων της ΕΕ και της οικοδομικής έκρηξης που έφεραν τα χαμηλά επιτόκια που επέβαλλε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (που σημειωτέον δεν «ταίριαζαν» με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας την εποχή εκείνη).

Η διάλυση οποιασδήποτε παραγωγικής δραστηριότητας– πλην των υπηρεσιών- και η κατάρρευση του εμπορικού ισοζυγίου που φανερώνουν οι στατιστικές  δείχνει ότι η Ελλάδα, όπως άλλωστε και το σύνολο του Ευρωπαϊκού Νότου παρουσιάζει σοβαρό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και αδυναμία διατήρησης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης σε συνθήκες διεθνοποιημένης αγοράς και ελεύθερου εμπορίου.

Συγχρόνως ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλότερα επίπεδα απ’ ότι στην Ευρωζώνη κι αυτό έχει σοβαρή επίπτωση στο πεδίο των «πραγματικών» νομισματικών ισοτιμιών. Έτσι η αγοραστική αξία του ευρώ στο Nότο  (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα, Πορτογαλία) διαφέρει από αυτήν στο Βορρά. Η πραγματική  νομισματική ισοτιμία έχει ανέβει κατά  15% στο Νότο (βλ. Κ. Βεργόπουλος, το Μεγάλο Ρήγμα),  ενώ για όλες τις υπόλοιπες χώρες έχει κατέλθει κατά 10%. Αυτή η υπερτίμηση του νομίσματος του νότου κατά 25% αποτελεί και τη χαριστική βολή στην αδύναμη ανταγωνιστικότητα του.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που η Ελλάδα παρουσίαζε πέρσι ένα  από  τα μεγαλύτερα ελλείμματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ σ’ όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Η κατάσταση επιδεινώνεται και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για το 2008, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα φτάσει στα 14,3% του ΑΕΠ και θα είναι το μεγαλύτερο της Ευρωζώνης και πολύ μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες του Νότου (Πορτογαλία 2η στην Ευρωζώνη με 9,9% του ΑΕΠ, Ισπανία 3η με 9,3% του ΑΕΠ).

Εν τω μεταξύ ο πληθωρισμός τρέχει στην Ελλάδα το 2008 με 3,1%, στην Ευρωζώνη με 1,2% ενώ στην Ευρώπη των 27 με 1,4%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις η κατάσταση θα χειροτερέψει «συγκριτικά για την Ελλάδα» το 2009 μια που θα τρέχει εδώ με 2,5%, στην Ευρωζώνη με 0,1%. Είναι σαφές ότι τα πράγματα το 2009 θα είναι πιο δύσκολα για το ισοζύγιο με αποτέλεσμα την έκρηξη της ανεργίας. Υπό άλλες συνθήκες η Ελλάδα θα έπρεπε να οδηγηθεί σε μεγάλη υποτίμηση για να αντιμετωπίσει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και τη συνεπακόλουθη ανεργία. Ένα από τα πολλά εγκλήματα της κυβέρνησης Σημίτη (πέρα από τη συζήτηση για το κατά πόσο  η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ είναι σε βάρος του ελληνικού λαού) ήταν η πολύ υψηλή ισοτιμία της δραχμής σε σχέση με το ευρώ με την οποία η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη. Το έλλειμμα του ισοζυγίου βρίσκεται σε «αμφίδρομη σχέση» με το υπέρογκο εξωτερικό χρέος της χώρας το οποίο φτάνει πια το 80% του ΑΕΠ (Καθημερινή 17/9/08) και έχει ως αποτέλεσμα τη συνεχή πληρωμή τοκοχρεωλυσίων στο εξωτερικό δημιουργώντας μια συνεχή και αρνητική σπειροειδή εξέλιξη για την ελληνική οικονομία.

Για να καταλάβουμε την έκταση του προβλήματος το κατακεφαλήν εξωτερικό χρέος των ΗΠΑ είναι περίπου ίσο με την Ελλάδα (ανάλογα με την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου) και αναλογεί σε 20.000 ευρώ κατά κεφαλήν στη χώρα μας και 30.000 $ στις ΗΠΑ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σημάδια στη διεθνή σκηνή που έλεγαν ότι οι ΗΠΑ βαδίζουν προς οικονομική κρίση ήταν το εξωτερικό χρέος και το έλλειμμα του ισοζυγίου.

Το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης (Δημόσιο χρέος + ενδοκυβερνητικός δανεισμός -ληστεία;- από τα Ασφαλιστικά ταμεία) παραμένει (και μετά την αναθεώρηση του ΑΕΠ) το υψηλότερο στην Ευρώπη (με μόνη χώρα που να την συναγωνίζεται την Ιταλία) και ενισχύεται σε πραγματικά μεγέθη συνεχώς, διαμορφώνοντας μια όλο και μεγαλύτερη θηλιά για τόκους σε κάθε νέο προϋπολογισμό. 

Είναι επίσης γνωστό από τις αρχές της Περιφερειακής Οικονομικής Πολιτικής ότι σε συνθήκες ελεύθερου διεθνούς εμπορίου (δηλαδή σε συνθήκες ευρωζώνης) οι ισχυρές και κεντρικές περιφέρειες αναπτύσσονται σε βάρος των αδύνατων και περιφερειακών. Μια τέτοια εξέλιξη έχει πιθανότητες αναστροφής μόνο με ισχυρά μέτρα περιφερειακής πολιτικής. Αυτός ήταν και ο λόγος της  κατεύθυνσης  ισχυρών πόρων από τον Eυρωπαϊκό Βορρά προς τον Eυρωπαϊκό Νότο. Λόγω όμως των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που κυριαρχούν στην Ε.Ε, της διεύρυνσης της ΕΕ σε 27 χώρες αλλά και εν μέρει από την αναθεώρηση του ΑΕΠ από τον Αλογοσκούφη ισχυροί πόροι προς την Ελλάδα δεν αναμένονται. Αλλά όπως έχει εύστοχα διατυπωθεί κι ένα μεγάλο κομμάτι αυτών που ήρθαν κατευθύνθηκαν σε έργα υποδομής (μεγάλα συγκοινωνιακά) που διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο και όχι σε έργα οικονομικής υποδομής, έρευνας και τεχνολογίας που να ενισχύουν μια άλλη ανάπτυξη της χώρας. Συνεπώς σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία δεν αναμένεται κανένα «πακέτο εξ’ Εσπερίας».

Συγχρόνως τόσο λόγω του χρέους, όσο και λόγω του Συμφώνου Σταθερότητας και του Ευρώ τα βασικά οικονομικά εργαλεία (επιτόκια,  αδυναμία υποτίμησης δημόσιες επενδύσεις και οικονομικές υποδομές, επιδοτήσεις,  κλπ) καθορίζονται εκτός χώρας και με βάση τις ανάγκες των Κεντρικών Ευρωπαϊκών Οικονομιών, ιδίως της Γερμανίας με αποτέλεσμα να η διέξοδος για μια άλλη αναπτυξιακή  πολιτική να είναι πολύ δύσκολη.

Η παραπάνω κατάσταση της ελληνικής οικονομίας επιδεινώνεται από τη διεθνή οικονομική κρίση (όσο μας αφορά άμεσα θα πληγεί ιδιαίτερα ο τουρισμός αλλά θα υπάρξουν και επιπτώσεις σ’ όλα τα Βαλκάνια )  που φαίνεται ότι μόλις αρχίζει από τις ΗΠΑ και οι συνέπειές της θα θέσουν σε σκληρή δοκιμασία το παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο και την αμερικάνικη ηγεμονία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε (χωρίς να θεωρούμε ότι η κατάσταση είναι ίδια) ότι η έκταση της κρίσης του 1929 έγινε «συνείδηση» στους κυρίαρχους κύκλους το 1931 και τα πρώτα μέτρα πάρθηκαν από το Ρούσβελτ το 1935. Ουσιαστικά η κρίση απαντάει στο ερώτημα που υπήρχε για την ελληνική οικονομία πριν την εκδήλωση της: Πόσο απότομη θα ήταν η προσγείωση της; Τώρα το ερώτημα είναι απότομη προσγείωση η συντριβή;

Η νεοφιλελεύθερη και σοσιαλφιλελεύθερη διαχείριση τα τελευταία χρόνια κατάφερε να διαμορφώσει στην Ελλάδα το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στην Ευρώπη των 15, ακολουθούμενη από Πορτογαλία και Ιρλανδία. Είναι δεύτερη στην Ευρώπη των 27 πίσω από τη Λετονία. Όταν φυσικά τα όρια φτώχιας στην Ελλάδα είναι το μισό του μέσου όρου της Ευρώπης των 15. Συγχρόνως η χώρα στην ανισότητα διανομής του εισοδήματος (στοιχεία ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) ήταν το 2006, 4η στην Ευρώπη των 27 με δεύτερη την Πορτογαλία και πιο πάνω τη Λετονία και τη Λιθουανία.

 Παρόμοιο είναι το τοπίο και στον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό Νότο. Λαμβάνοντας υπόψη τα διψήφια δημοσκοπικά ποσοστά που πήρε πρόσφατα και το «Μπλόκο» στην Πορτογαλία, μπορούμε να μιλήσουμε για αδύναμους κρίκους στον Ευρωπαϊκό Νότο. Ο ίδιος ο τρόπος ανάπτυξης μέσω του δανεισμού των νοικοκυριών, πέρα από τις πολιτικές Μητσοτάκη – Σημίτη – Καραμανλή, οδηγούσε στη βίαια αναδιανομή του εισοδήματος. Όταν τα κέρδη των επιχειρήσεων και ιδίως των τραπεζών αυξήθηκαν  μέχρι κατά 40%, δηλαδή πολύ περισσότερο από την αύξηση του ΑΕΠ – 4%, αυτό δείχνει μια «κρυφή» και βίαιη αναδιανομή σε βάρος των καταχρεωμένων νοικοκυριών.

Διαμορφώνεται λοιπόν στην Ελλάδα ένα κοινωνικό τοπίο ανεργίας, φτώχιας, αλλά και ατομικού και συλλογικού αδιεξόδου (αναπτυξιακό μοντέλο χώρας), όπου ο τρόπος ζωής των μεσοστρωμάτων επιδεινώνεται ραγδαία και απότομα.

Η Ελλάδα μέχρι πρόσφατα χαρακτηριζόταν ως η χώρα «χωρίς κοινωνικά άκρα» μέσα στην Ευρώπη. Κι όμως τώρα μετατρέπεται ταχύτατα στη χώρα με τα μεγαλύτερα άκρα κι αυτός είναι ένας κραδασμός που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να απορροφήσει. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της χώρας στον Ευρωπαϊκό Νότο. Συνάμα στην Ελλάδα απουσιάζει ο «κοινωνικός μισθός» που συμπληρώνει τον ατομικό μισθό. Οι ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία και εκπαίδευση είναι από τις υψηλότερες στον κόσμο και η συνολική απουσία κοινωνικού κράτους σε όλα τα επίπεδα (από την πρόνοια και την ανεργία μέχρι και τις συγκοινωνίες) διαμορφώνει ένα εκρηκτικό περιβάλλον. Η πραγματική φτώχια είναι δηλαδή πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που δείχνουν τα νούμερα που αποτυπώνουν ποσοστά επί του διαθέσιμου εισοδήματος γιατί δεν γίνεται προσμέτρηση του «κοινωνικού μισθού». Τέτοια ποιοτικά στοιχεία έχει δείξει μόνο η έρευνα του ΕΚΚΕ για τη φτώχια.

Η αναξιοπιστία και τα σκάνδαλα των κυβερνήσεων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ ενισχύουν την ιδιαιτερότητα της χώρας μια που η ελίτ του πολιτικού προσωπικού των κυρίαρχων δυνάμεων απαξιώνεται όλο και περισσότερο. Η ύπαρξη αυτής της πολιτικής κρίσης κυρίως λόγω της αδυναμίας του δίδυμου ΠΑΣΟΚ – ΝΔ να εγγυηθούν έναν αξιοπρεπή τρόπο ζωής στην πλειοψηφία των Ελλήνων αλλά κατά  δεύτερο λόγο και ο ληστρικός και οθωμανικός τρόπος που αντιμετώπισαν το κράτος που ξεπέρασε κάθε όριο την τελευταία δεκαετία  διαμορφώνουν μια γενική τάση όπου ο κόσμος δεν θέλει να κυβερνηθεί με τον παλιό τρόπο.

Δυστυχώς το ότι «οι πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως παλιά», δεν συνδέεται με μια γενική ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, με μια συμμετοχή και δημιουργία κινημάτων και όρων μεγάλης κοινωνικής αλλαγής.

Είναι για αυτό που στην ελληνική κοινωνία σήμερα μπορεί να περπατήσει και να νικήσει ένα αντινεοφιλελεύθερο σχέδιο και όχι ένα αντικαπιταλιστικό που δεν πρόκειται σήμερα να βρει καμιά πραγματική γείωση.

Όμως η νεοφιλελεύθερη αντίληψη έχει ιδεολογικά συντριβεί. Το «ο καθένας μόνος του , αποδείχτηκε «οδυνηρή ουτοπία» για την αφρόκρεμα των σημερινών πτυχιούχων και ήδη ένα κομμάτι τους έχει αρχίσει να μεταναστεύει. Το σοκ των προηγούμενων ημερών που πέρασαν χιλιάδες ασφαλισμένοι στην υπό κατάρρευση Α.Ι.G., βλέποντας τις οικονομίες τους να απειλούνται να χαθούν, θ’ αποτελέσει και μεγάλο ανάχωμα στην προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης. Εν τέλει η μεγάλη νίκη στο ζήτημα της αντιδραστικής συνταγματικής αναθεώρησης έγινε μπροστά σ’ ένα ελληνικό κοινό που κινείται σταθερά πια από την ιδεολογία του «ιδιωτικού» προς το «συλλογικό» και το «δημόσιο».

Έχουμε λοιπόν μια βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση που είναι απίθανο το δίδυμο του δικομματισμού ν’ ανατρέψει μια που κάτι τέτοιο θα έθετε (π.χ. το ΠΑΣΟΚ) αντιμέτωπο μ’ όλα τα κλαμπ και την οικονομική και κοινωνική ελίτ που το στηρίζουν».

Προσοχή ! Αν η παραπάνω εκτίμηση (του αδύνατου κρίκου) είναι σωστή, τότε αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι αν ο δικομματισμός ανακάμψει λόγω της προγραμματικής αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ, η ανάκαμψη αυτή θα είναι προσωρινή, διότι δεν θα μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση. Η ευκαιρία για την αριστερά θα χαθεί μόνο τη στιγμή που νέες πολιτικές δυνάμεις με ολοκληρωτικά η αντιπολιτικά στοιχεία (βλ. Βγενόπουλος Τατούλης κλπ) θα καλύψουν το κενό που δεν θα καταφέρει να καλύψει η αριστερά.

Σ΄ αυτή τη δύσκολη και ρευστή πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ και ευρύτερα η αριστερά έχει μια ουσιαστική ευκαιρία να γίνει ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού και πιθανόν να πυροδοτήσει ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό παράδειγμα σε όλη την Ευρώπη.

Οι παραδόσεις, οι αγώνες, η ιστορία , το μέγεθος της ελληνικής αριστεράς και φυσικά η απουσία της από σοσιαλφιλελεύθερα και κυβερνητικά πειράματα με κυρίαρχες άλλες πολιτικές (με εξαίρεση το 89 που ευτυχώς έχει ξεχαστεί) συνηγορούν σ΄ ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Εάν η παραπάνω εκτίμηση ότι η Ελλάδα είναι αδύναμος κρίκος δεν είναι σωστή,  ας μη «σπάμε το κεφάλι» μας. Ας βαφτίσουμε την Εκλογική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ «σύγχρονο αντιπολιτευτικό πρόγραμμα» και ας φροντίσουμε για μικροβελτιώσεις.

Εάν όμως η Ελλάδα είναι αδύνατος κρίκος, τότε πρέπει να «σπάσουμε το κεφάλι» μας  για να ιεραρχήσουμε τα κυρίαρχα μέτωπα που μπορούν να συνδαυλίσουν τις κοινωνικές ανάγκες και ελπίδες με τις επιμέρους αντιστάσεις και τα ευρύτερα κινήματα. Πρέπει στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ να αναδείξουμε τους κομβικούς άξονες – στόχους που γύρω τους μπορούν να οικοδομηθούν πλατιές κοινωνικές συμμαχίες. Ενώνοντας αυτούς τους στόχους θα χαράξουμε την κόκκινη γραμμή που χωρίζει την αριστερά από την «κεντροαριστερά», το πολιτικό σχέδιο σωτηρίας-διαχείρισης του συστήματος από το σχέδιο σύγκρουσης με το σύστημα.. Αυτοί οι στόχοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν το περιεχόμενο ενός «συμβολαίου με την κοινωνία» όπως λέει ο σ. Τσίπρας.

Οι κεντρικοί στόχοι του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ

Ορισμένοι άξονες που περιγράφουν την προτεινόμενη κατεύθυνση και όχι το συνολικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (που άλλωστε δεν έχουμε και τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο) είναι :

Þ     Όλες οι βαθμίδες της τυπικής εκπαίδευσης αποτελούν δημόσιο και μόνον δημόσιο αγαθό. Όλα τα ιδιωτικά σχολεία με τις υποδομές τους και το ανθρώπινο δυναμικό τους γίνονται δημόσια . Για παράδειγμα, η Σχολή Μωραϊτη και το κολλέγιο Αθηνών μετατρέπονται σε «πρότυπα» πολυπολιτισμικά σχολεία με αυξημένο ποσοστό παιδιών μεταναστών. Απαγορεύεται το κέρδος και το «επιχειρείν» σε όλες τις βαθμίδες της τυπικής εκπαίδευσης γενικής και επαγγελματικής (επιτρέπεται μόνον η υπό όρους παροχή ατομικών υπηρεσιών) .  Οι φτωχοί, αλλά και οι μειονότητες που οδηγούνται σε σχολική διαρροή, επιδοτούνται για να ολοκληρώσουν την 12χρονη εκπαίδευση. Το σχολείο από το Δημοτικό έως και το Λύκειο αλλάζει στόχους και περιεχόμενο. Μετατρέπεται σε «σχολείο δράσης» που επιδιώκει να μειώσει τον διαχωρισμό ανάμεσα στην διανοητική και την χειρωνακτική δραστηριότητα. Το σχολείο παύει να είναι επιλεκτικό και γίνεται συνεργατικό, κριτικό. Καταργείται το υπάρχον σύστημα ατομικής βαθμολογίας και αντικαθίσταται από ένα ριζικά διαφορετικό σύστημα αποτίμησης του εκπαιδευτικού αποτελέσματος, που στοχεύει στη διαρκή βελτίωση όλων των συντελεστών της εκπαιδευτικής διαδικασίας, στην ενδυνάμωση της συλλογικότητας και στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και την ενθάρρυνση των μαθητών/τριών. Λύνεται οριστικά το πρόβλημα της εισαγωγής στα ΑΕΙ μέσω της ελεύθερης πρόσβασης, αλλά της δύσκολης εξόδου. Ταυτόχρονα όμως λαμβάνονται μέτρα στήριξης των εργαζόμενων και φτωχών φοιτητών/τριων. 

Þ     Όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη χώρα, έλληνες ή αλλοδαποί, εργαζόμενοι ή άνεργοι, έχουν πλήρη και ίσα δικαιώματα σε δωρεάν ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες. Όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στον τομέα της υγείας γίνονται δημόσιες με τις υποδομές τους και το προσωπικό τους. Απαγορεύεται το κέρδος και η επιχειρηματικότητα στον τομέα της υγείας και επιτρέπεται μόνον η παροχή ατομικών υπηρεσιών.

Στους τομείς της παιδείας και της υγείας η πολιτική της υποχρηματοδότησης που επιβάλλει ο νεοφιλελευθερισμός έχει σαν αποτέλεσμα όχι απλά την όξυνση των ανισοτήτων, αλλά την σταδιακή επιβολή ενός ιδιόμορφου «απαρχάιντ» για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας όσον αφορά το δικαίωμα στη μόρφωση και τη ζωή. Αυτό το «απαρχάιντ» δεν μπορεί να αρθεί μόνον με την σταδιακή βελτίωση των δημόσιων σχολείων και νοσοκομείων. Η βελτίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από την κατάργηση της συνύπαρξης ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και την αξιοποίηση όλων των υλικών και ανθρώπινων πόρων αυτών των τομέων για το κοινωνικό σύνολο. Ούτως ή άλλως στους τομείς της παιδείας και της υγείας η ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών είναι αντιστρόφως ανάλογη με το κέρδος.  Επιπλέον η κατάργηση του «επιχειρείν»  στους τομείς της παιδείας και της υγείας οδηγεί στην εξάλειψη των κινήτρων υποβάθμισης της δημόσιας παιδείας και υγείας που εκπορεύονται από οργανωμένα συμφέροντα  και αποκαθιστά αυτά τα αγαθά ως πραγματικά δημόσια και καθολικά.

Þ     Άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής κρίσης, αποτροπή της κλιματολογικής μετανάστευσης της χώρας προς την Αφρική. Αυτό για το λεκανοπέδιο της Αττικής σημαίνει ότι βάζουμε τελεία στην επέκταση των σχεδίων πόλης και στους νέους αυτοκινητοδρόμους, αποτρέπουμε όλες τις αντιπεριβαλλοντικές επενδύσεις (π.χ. Χαλυβουργική στη Δ. Αττική). Σημαίνει ότι πρασινίζουμε ότι ελεύθερο χώρο έχει απομείνει. Για την υπόλοιπη Ελλάδα σημαίνει ότι τερματίζονται όλες οι τερατώδεις τουριστικές επενδύσεις τύπου Κωσταντακόπουλου στην Πύλο. Στηρίζουμε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος (π.χ. φωτοβολταϊκά, μικρές οικιακές ανεμογεννήτριες, αιολικά πάρκα μόνον όταν δεν υποβαθμίζουν το οικοσύστημα και το τοπίο, μικρά υδροηλεκτρικά, βιολογικούς καθαρισμούς και αξιοποίηση των υγρών αποβλήτων για πότισμα, συστήματα και εγκαταστάσεις διαχείρισης απορριμμάτων με σκοπό την πρόληψη, την επαναχρησιμοποίηση την ανακύκλωση, πέρασμα από τους ΧΥΤΑ στους ΧΥΤΥ).

Þ     Ανατροπή των βασικών νεοφιλελεύθερων εργασιακών ρυθμίσεων. Καθιέρωση με νόμο κατώτατου μισθού και σύνταξης πάνω από το όριο φτώχιας. Καθιέρωση του 35ωρου. Κατάργηση των μορφών ελαστικής απασχόλησης. Απαγόρευση της μείωσης των θέσεων εργασίας σε κερδοφόρες επιχειρήσεις. Επίδομα ανεργίας σε όλους τους ανέργους χωρίς προϋποθέσεις. Ίσα δικαιώματα για τις μητέρες του ιδιωτικού τομέα με αυτά των μητέρων που εργάζονται στο δημόσιο. 

Þ     Αντιμονοπωλιακή νομοθεσία για τα καρτέλ και τις βιομηχανίες ειδών πρώτης ανάγκης. Δημόσιος έλεγχος και καθορισμός των τιμών.

Þ     Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών που βρίσκονται στη πατρίδα μας, απόδοση ιθαγένειας και υπηκοότητας σε όσους και όσες το επιθυμούν. Δικαίωμα ψήφου.

Þ     Όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη χώρα έχουν ίσα δικαιώματα στη μετακίνηση και το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει φτηνά, ασφαλή και αξιόπιστα μέσα μαζικής μεταφοράς για όλων των ειδών τις μετακινήσεις και σε όλη τη χώρα ηπειρωτική ή νησιωτική. Πρέπει συγχρόνως να περιοριστεί το ΙΧ και να «χτυπηθεί» και με φορολογικά μέτρα το 2ο αυτοκίνητο/ οικογένεια. Πέρα από το οικολογικό και ενεργειακό ζήτημα υπάρχει και το οικονομικό, μια που οι δαπάνες για τα ΙΧ αποτελούν σημαντικό τμήμα του προϋπολογισμού των νοικοκυριών (περί το 20% για την μεσαία τάξη).

Þ     Πρόγραμμα επανεθνικοποιήσεων του ΟΤΕ, των λιμανιών, της Ολυμπιακής, του ΟΣΕ.

Þ     Ριζικές αλλαγές στη δομή, τη λειτουργία, τον προσανατολισμό του δημόσιου τομέα με στόχο την διαφάνεια, την αντιμετώπιση του συγκεντρωτισμού, της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς, της διαπλοκής μέσα από τη θέσπιση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Σταδιακή αμφισβήτηση και αποδυνάμωση του διευθυντικού δικαιώματος και των ιεραρχικών δομών. Όλοι οι «πάνω» εναλλάσσονται, εκλέγονται και ελέγχονται από τους «κάτω». Ανάπτυξη συνεργατικών μορφών διοίκησης. Βαθμιαία αντικατάσταση της έννοιας του προϊσταμένου από την έννοια του συντονιστή. Επιμόρφωση όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα έτσι ώστε να είναι ικανοί να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο και να αναλαμβάνουν επιτελικούς ρόλους.  

Þ     Στήριξη της αγροτικής οικονομίας. Παρέμβαση του κράτους για την μείωση του κόστους, την προστασία των αγροτών από τους μεσάζοντες και την εξασφάλιση δικτύων διακίνησης αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών που δεν θα χαρακτηρίζονται από την υπερεκμετάλλευση των παραγωγών. Στήριξη των αγροτικών συνεταιρισμών  που κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση. Επανεθνικοποίηση της αγροτικής πολιτικής – σύγκρουση με την ΚΑΠ και αναδιαπραγμάτευσή της.

 

Για να υλοποιηθούν πολιτικές σαν  τις παραπάνω προϋποθέσεις είναι :

·        Να αποχωρήσουμε από το ΝΑΤΟ με πρώτο βήμα το κλείσιμο της βάσης της Σούδας. Να γίνουν μεγάλες περικοπές των στρατιωτικών δαπανών. Να καταργηθούν οι στρατιωτικές δαπάνες που έχουν επιθετικό περιεχόμενο. Κατάργηση όλων των κρατικών δαπανών που στοχεύουν στην καταστολή των λαϊκών αγώνων (διάλυση των ΜΑΤ, κατάργηση των κονδυλίων της αντιτρομοκρατικής). Σημαντική μείωση του αριθμού των σωμάτων ασφαλείας.

·        Ριζική αλλαγή του φορολογικού συστήματος σε αναδιανεμητικό προς τα κάτω. Να περιέλθει στο δημόσιο ο πυρήνας ή και όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας το οποίο πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό στηρίζοντας τους φτωχότερους και ενισχύοντας επενδύσεις που αυξάνουν την απασχόληση. Φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και απόδοση στο δημόσιο όλων των  εκτάσεων που κατέχει παράνομα.

Μήπως είμαστε «κρατιστές»

Στο χώρο μας  υπάρχει μια περιρρέουσα αντίληψη που θεωρεί τον περιορισμό και την εξάλειψη του «επιχειρείν» από μια σειρά τομείς όπως παιδεία – υγεία, «κρατισμό» και «περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων». Εδώ η αριστερά πρέπει να διαλύσει τη σύγχυση που έχει προκαλέσει αφενός η ιδεολογία του (νέο)φιλελευθερισμού και αφετέρου η πίεση μέρους των μεσαίων στρωμάτων που έχει συμφέροντα από την υποβάθμιση του δημόσιου χαρακτήρα βασικών κοινωνικών αγαθών (π.χ. ιδιοκτήτες φροντιστηρίων, μέτοχοι κλινικών κλπ).

Όσον αφορά τα ατομικά δικαιώματα, αυτά συνδέονται με την ελεύθερη ανάπτυξης της προσωπικότητας των ανθρώπων και η αριστερά οφείλει να τα προασπίζεται σθεναρά ακόμα κι αν αφορούν κοινωνικές μειοψηφίες ή αν γίνεται αντιδημοφιλής (π.χ. ελευθερία σεξουαλικού προσανατολισμού -LGTB). Όμως το «δικαίωμα της αποκόμισης κέρδους», δηλαδή της εκμετάλλευσης μισθωτής εργασίας, ουδεμία σχέση έχει με την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας, την πραγμάτωση της ατομικότητας και δημιουργικότητας . Αντίθετα - για να μιλήσουμε με κλασσικούς μαρξιστικούς όρους – η μισθωτή εργασία  αποτελεί την πιο εξελιγμένη μορφή αποξένωσης των ανθρώπων (εργαζομένων και εργοδοτών) από το προϊόν, την διαδικασία της εργασίας τους  και σε τελική ανάλυση την ίδια την ανθρώπινη φύση. 

Όσον αφορά το αίτημα της απόδοσης μιας σειράς λειτουργιών στο κράτος, δεν εννοούμε την ενίσχυση της εξουσίας και του ελέγχου που ασκεί μια αποσπασμένη από την κοινωνία  γραφειοκρατία, ακόμα και εάν ορκίζεται ότι «λειτουργεί εξ’ ονόματος του λαού»,  αλλά την απόδοση στο δημόσιο, δηλαδή στο κοινωνικό σύνολο, βασικών αγαθών που του έχει κλέψει η αγορά.. Όπως ακόμη έλεγε εύστοχα ο Τσόμσκι : «Είμαστε εναντίον του κράτους γιατί είναι ένα κλουβί. Όμως αυτό το κλουβί σε συνθήκες αγοράς, μας προστατεύει από τα άγρια θηρία.»

Ο δημόσιος τομέας που προτείνουμε σε συνθήκες αριστερής διακυβέρνησης μπορεί να γίνει κάλλιστα ένα εργαστήρι πειραμάτων κοινωνικής συμμετοχής, εργατικού ελέγχου, ανάπτυξης συνεργατικών και αντιιεραρχικών μοντέλων. Θέτοντας έτσι το πρόβλημα των καπιταλιστικών σχέσεων όχι μόνο ως πρόβλημα ιδιοκτησίας αλλά κυρίως ως ζήτημα διεύθυνσης της εργασίας αλλά και της κοινωνίας ενάντια στην οικονομική, κρατική και πολιτική γραφειοκρατία, σε τελική ανάλυση ενάντια στο κράτος όχι μόνο ξεκαθαρίζουμε με θέσεις τύπου ΚΚΕ, αλλά ανοίγουμε και γειώνουμε το δεύτερο βήμα μιας αριστερής κυβέρνησης, αυτό του αντικαπιταλιστικού μετασχηματισμού.

H στάση μας απέναντι στην Ε.Ε.

Οι προγραμματικοί στόχοι του ΣΥΡΙΖΑ ανοίγουν αντικειμενικά το δρόμο της σύγκρουσης με το χαρακτήρα και τις πολιτικές της ΕΕ. Βέβαια η άποψη του ΚΚΕ ότι δεν μπορούμε να κατακτήσουμε τίποτα εντός ΕΕ είναι λάθος και αθωώνει τις ντόπιες σοσιαλφιλελεύθερες και νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κινήθηκαν στο πλαίσιο μιας σκληρής αναδιανομής του εισοδήματος προς τα πλούσια και ανώτερα στρώματα τα οποία αυτή τη στιγμή συγκεντρώνουν τεράστιο πλούτο.

Ούτε βέβαια επαληθεύουμε την εκτίμηση μιας αριστερής και πολυσυλλεκτικής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί ότι σε συνθήκες διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς δεν είναι εφικτή μια στοιχειώδης αριστερή οικονομική πολιτική σε μια χώρα. και κατά συνέπεια «πρέπει να περιμένουμε ν’ αλλάξουν οι συσχετισμοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Μια τέτοια εκτίμηση την διαψεύδουν χώρες με πληθυσμούς μικρότερους από την Ελλάδα όπως η Δανία των 5,5 εκ. και η Σουηδία των 8,5 εκ. που βρίσκονται όμως σε απόκλιση με τις γενικές κατευθύνσεις, τα κριτήρια και το νόμισμα της ΕΕ για να αναφερθούμε μόνο στις χώρες εντός της ΕΕ. Στην πραγματικότητα και για κάθε χώρα δεν υπάρχει «ευρωμονόδρομος» όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, αλλά  «ευρωδεκάδρομος».

Σήμερα είναι κοινό κεκτημένο στο ΣΥΡΙΖΑ ότι απαιτείται ακύρωση από τη χώρα του Συμφώνου Σταθερότητας. Όμως η συζήτηση για την ΕΕ πρέπει ν΄ανοίξει σε βάθος. Μπορεί να οικοδομηθεί εκτεταμένο κοινωνικό κράτος όταν κρίσιμα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής (επιτόκια, νομισματική ισοτιμία, δημόσιες επενδύσεις, επιδοτήσεις, έλλειμμα κ.α . …) είναι «κλειδωμένα»;  Μήπως σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να εξεταστεί και το ζήτημα της ένταξης στην ΟΝΕ;  Μπορεί να γίνουν εκτεταμένες εθνικοποιήσεις χωρίς να συνοδευτούν από καταδίκες από τα ευρωπαϊκά  δικαστήρια διότι αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο «περί ελεύθερου ανταγωνισμού»; Μπορεί να εφαρμοστεί μια πολιτική αναβάθμισης των ΑΕΙ, περιφρούρησης του δημόσιου χαρακτήρα τους, ενίσχυσης της αυτοτέλειάς τους και διασφάλισης των δικαιωμάτων των αποφοίτων χωρίς να έρθει σε σύγκρουση με την Μπολόνια και τη Λισαβόνα ;  

Συμπερασματικά φαίνεται ότι η γενικευμένη κρίση της ελληνικής οικονομίας θέτει εκ των πραγμάτων σε νέα διαπραγμάτευση το ζήτημα των ευρωπαϊκών πολιτικών που εφαρμόζονται στην Ελλάδα.

Όμως το πιο δύσκολο ερώτημα είναι ποια θα πρέπει να είναι η θέση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, ποιες παραγωγικές δυνάμεις αιχμής και φιλικές στο περιβάλλον πρέπει να αναπτύξει και με ποια μέθοδο. Διότι ισχυρό κοινωνικό κράτος σημαίνει και συνθήκες που προσεγγίζουν την πλήρη απασχόληση. Αν η απάντηση προϋποθέτει ένα «άνοιγμα» ή ένα «κλείσιμο» της χώρας, αυτό έχει πάντα να κάνει με τους  διεθνείς συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν τη στιγμή που η αριστερά θα ξεκινήσει το κυβερνητικό πρόγραμμα.

 

Και με το μαζικό κίνημα ;

Οι παραπάνω στόχοι, όσο δυνατό και να ήταν το μαζικό κίνημα, θα μπορούσαν    να θεωρηθούν ρεαλιστικοί με κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ – «αριστεροί μαϊντανοί» ;

Όχι βέβαια. Το μαζικό κίνημα εδώ και πολλές δεκαετίες δεν έχει επιτύχει ούτε ένα επιθετικό αίτημα, ούτε μία αύξηση της προκοπής, παρά μόνον την αποτροπή του χειρότερου. Αυτοί οι στόχοι μπορούν να συνοδεύουν ως «ιδέες ζύμωσης» τις διεκδικήσεις του μαζικού κινήματος και την διαμεσολάβησή τους μέσα από την αριστερή αντιπολίτευση στη βουλή, αλλά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα μόνον μέσα από την εγκαθίδρυση μιας αριστερής κυβέρνησης με κέντρο το ΣΥΡΙΖΑ.

Οι παραπάνω στόχοι θα πει κανείς δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αριστερή σοσιαλδημοκρατία που εξέφραζε το ΠΑΣΟΚ το 1981, χωρίς κανένα αντικαπιταλιστικό χρώμα. Σε μια πρώτη ανάγνωση είναι έτσι. Όμως σημασία δεν έχει τόσο το ότι αυτή τη σημαία την σήκωσαν κάποτε άλλοι, αλλά ποιοι και για ποιο σκοπό θα τη σηκώσουν σήμερα. Εξ’ άλλου αυτό ακριβώς διδάσκει η λενινιστική παράδοση : «Ειρήνη – Γη – Ψωμί» ήταν τα συνθήματα του Οκτώβρη, αστικοδημοκρατικά στο περιεχόμενο τους, που όμως οδήγησαν στο γκρέμισμα και της απολυταρχία και του καπιταλισμού. (το τι χτίστηκε στη θέση τους και γιατί είναι μια άλλη υπόθεση…..).

Είναι όμως δυνατόν να υπάρξει αριστερή κυβέρνηση σε κινηματικό κενό ;  Η εμπειρία της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, του Εκουαδόρ, του Νεπάλ αποδεικνύουν ότι στην εποχή μας σε χώρες με ιδιαίτερα οξυμένες αντιθέσεις, δεν είναι απίθανη η συγκρότηση αριστερών κυβερνήσεων που δεν προκύπτουν από  μια σημαντική άνοδο του μαζικού κινήματος σε ευθεία σύγκρουση με την εξουσία, αλλά από αστικές εκλογές. Το αν και το πώς θα καταφέρουν οι λαοί αυτών των χωρών να περάσουν από την ανάθεση των προβλημάτων τους στις αριστερές ηγεσίες, στην ενεργό συμμετοχή τους στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι είναι μια μάχη που δίνεται τώρα και από τα πάνω και από τα κάτω.

Αυτό όμως που κυρίως πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι η σεναριολογία και η συνεργασιολογία για τα πιθανά κυβερνητικά σχήματα, όσο το αν σήμερα η προβολή του στόχου της αριστερής κυβέρνησης με το περιεχόμενο που περιγράψαμε παραπάνω, συμβάλλει και κάτω από ποιες προϋποθέσεις θετικά ή αρνητικά στην κάλυψη του κινηματικού κενού.

Στα μυαλά των παραδοσιακών αριστερών συνήθως κυριαρχεί είτε μια γραμμική αντίληψη για την ανάπτυξη των κοινωνικών κινημάτων (που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ ιστορικά) , είτε μια ασύνειδη «κρυπτοελιτίστικη» υποτίμηση τής  δυνατότητας αλλαγής της πολιτικής συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων. Δεν διανοούμαστε ότι άνθρωποι που σήμερα είναι εγκλωβισμένοι στο τούνελ της ατομικής επίλυσης των προβλημάτων τους, που  δεν διαθέτουν «ούτε ιδεολογική, ούτε κινηματική, ούτε απεργιακή  ενημερότητα» μπορούν μέσα σε μια μέρα να εγερθούν  και  να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Αυτή η μετάλλαξη προϋποθέτει όμως ένα ισχυρό φως στην έξοδο του τούνελ

Αυτό το φως μπορεί να είναι μια συνολική καθαρή αριστερή εναλλακτική πρόταση που συμπεριλαμβάνει και το θέμα της διακυβέρνησης, ξεκαθαρίζοντας με ειλικρίνεια ότι αυτό είναι μόνον το πρώτο βήμα, ότι οι κοινωνικές αλλαγές δεν γίνονται δια της ανάθεσης και στις πιο φωτισμένες ηγεσίες, ότι  δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή του πολέμου με το σύστημα.

Η πίεση από «κεντροαριστερά» 

Αν οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις αποδείχτηκαν γενικά λάθος για την αριστερά, στις συνθήκες της κρίσης και της ύφεσης αποτελούν ολέθρια επιλογή. Διότι στις συνθήκες της κρίσης είναι αδύνατη κι η πιο στοιχειώδης ανακούφιση της κοινωνίας χωρίς σύγκρουση με τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε  στο τέλος της αριστεράς στην Ελλάδα και θα άνοιγε το δρόμο για πολύ πιο επώδυνες από τον δικομματισμό λύσεις (π.χ. τύπου Μπερλουσκόνι)

 Ένα πάντως είναι το σίγουρο, ότι όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται να θέσει ανοικτά στην κοινωνία την διέξοδο της αριστερής διακυβέρνησης (άποψη που είναι κυρίαρχη στις περισσότερες συνιστώσες), ή το θέτει γενικώς και αορίστως χωρίς να περιγράφει με σαφήνεια ποιο είναι  το περιεχόμενο της, τόσο ρίχνει νερό στο μύλο του ΠΑΣΟΚ και της κεντροαριστερής λύσης, ακόμα και αν ορκίζεται  κάθε μέρα ότι δεν πρόκειται ποτέ να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ εις τον αιώνα τον άπαντα. Διότι εάν η κοινωνία δεν αντέχει την νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση επειδή «έπιασε πάτο» και αναζητά εδώ και τώρα ανακούφιση, πολύ εύκολα μπορεί να γίνει ξανά θύμα (πρόσκαιρα) του ΠΑΣΟΚ. Η κεντροαριστερή πίεση, που πρόσφατα ενισχύεται και από μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, πιθανόν να απειλήσει και την ίδια την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς  υποδαυλίζει το γνωστό δίπολο ανάμεσα στον δεξιό κυβερνητισμό και τον αριστερό αναχωρητισμό.

Αυτό το δίπολο μπορούμε να το υπερβούμε μόνο καλώντας την κοινωνία να συμμετάσχει ενεργά σε ένα πείραμα κυβερνητικής και κοινωνικής ανατροπής. Το αν η κοινωνία θα επιλέξει τελικά την «ασφάλεια» της φυλακής από το ρίσκο της ελευθερίας είναι δική της υπόθεση.