ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

26/12/2020

Ρ. Σβίγκου: Η ΝΔ δεν μπορεί να απαντήσει στις προκλήσεις της επόμενης περιόδου στην εξωτερική πολιτική

Ρ. Σβίγκου: Η ΝΔ δεν μπορεί να απαντήσει στις προκλήσεις της επόμενης περιόδου στην εξωτερική πολιτική



Άρθρο της Ράνιας Σβίγκου, υπεύθυνης στην ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για τον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, στην ΑΥΓΗ της Κυριακής


Το 2021 θα είναι χρονιά με μεγάλες διεργασίες και ανακατατάξεις. Τόσο η εκλογή Μπάιντεν και η νέα σελίδα στις ευρωατλαντικές σχέσεις, όσο και οι εκλογές στη Γερμανία, προμηνύουν νέα ερωτήματα και νέες προκλήσεις για τη χώρα μας και την Ευρώπη. Ως προς την ελληνική εξωτερική πολιτική, δεν είναι καθόλου παρακινδυνευμένο να θεωρήσουμε ότι το 2021 θα είναι μια καθοριστική χρονιά για το Κυπριακό, αλλά και θα υπάρξουν ακόμα πιο έντονες διεργασίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε όλα τα προηγούμενα, η σφραγίδα των οικονομικών και κοινωνικών επιπτώσεων της πανδημίας θα είναι βέβαια καθοριστική.
Μπορεί όμως ο Κυριάκος Μητσοτάκης να αντιληφθεί όλα όσα διακυβεύονται;
Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, η τουρκική κυβέρνηση, εκμεταλλεύθηκε την αδράνεια της ΕΕ και  το ρευστό γεωπολιτικό σκηνικό, προβαίνοντας σε μια κορύφωση των προκλήσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Παρά το πλήθος των τουρκικών προκλητικών κινήσεων, στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο κ. Μητσοτάκης απέτυχε, για άλλη μια φορά,  να αποσπάσει οποιαδήποτε κύρωση έναντι της Τουρκίας. Αν και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Κορυφής παρουσιάστηκαν σχεδόν ως μια διπλωματική επιτυχία, από διάφορα ΜΜΕ, στην πραγματικότητα αποτελούν μια ήττα για τις ελληνικές θέσεις. Μια ήττα που έρχεται, μάλιστα, μετά από την αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης στην προηγούμενη Σύνοδο, αυτή του περασμένου Οκτωβρίου. Είναι, ταυτόχρονα, και το επιστέγασμα μιας εξωτερικής πολιτικής, με αντιφατικές και λανθασμένες κινήσεις, χωρίς σχέδιο και πυξίδα.
Η Ελλάδα ήταν απούσα από τη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, την περίοδο, μάλιστα, που υπογραφόταν το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο. Ενώ θα έπρεπε να πρωτοστατεί, ήταν και παραμένει απούσα από τον ευρωτουρκικό διάλογο, ο οποίος ξεκίνησε τον περασμένο Μάρτιο. Αντ’ αυτού, εκείνη την περίοδο η κυβέρνηση πανηγύριζε στον Έβρο, επειδή είχαμε γίνει «η ασπίδα της Ευρώπης». Έτσι, χάθηκαν τέσσερις μήνες, κατά τους οποίους θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για διερευνητικές, πριν ανακοινωθούν οι έρευνες του Oruc Reis. Ενώ η κυβέρνηση επένδυσε στη μεσολάβηση της Γερμανικής Προεδρίας τον Ιούλιο-Αύγουστο 2020, λίγο αργότερα, υπέγραψε την Συμφωνία ΑΟΖ με την Αίγυπτο, χωρίς να διαθέτει ένα σχέδιο για το πώς η Γερμανία θα παραμείνει ευνοϊκά διακείμενη ως προς τις ελληνικές θέσεις.
Απέναντι σε μια συγκροτημένη στρατηγική της Τουρκίας, η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη  στερείται μιας στρατηγικής που να προλαμβάνει την παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων και, ταυτόχρονα να προωθεί ενεργά τον διάλογο με την Τουρκία, με σκοπό τις διερευνητικές και την προσφυγή στην Χάγη. Δέσμια των εσωτερικών της αντιφάσεων, αλλά και των εθνικιστικών αντιλήψεων τις οποίες καλλιεργούσε στο εκλογικό της ακροατήριο, με κορυφαία στιγμή την περίοδο της υπογραφής της συμφωνίας των Πρεσπών, προσπαθεί, μέσω επικοινωνιακών τεχνασμάτων και δηλώσεων για εσωτερική κατανάλωση, να αρνείται και να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα.
Αυτό που επείγει, είναι μια ριζική αλλαγή εξωτερικής πολιτικής, στα βήματα αυτής που χάραξε και υλοποίησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Να επιστρέψει η χώρα στο διπλωματικό προσκήνιο. Να ανακτηθούν οι συμμαχίες στην Ευρώπη και ιδίως στον Νότο, μέσα από τη «Σύνοδο των ευρωπαϊκών χωρών του Νότου». Η Ελλάδα οφείλει, όχι μόνο να συμμετέχει ενεργά, αλλά και να πρωταγωνιστεί στον ευρωτουρκικό διάλογο. Να μην αποτελεί απλώς τον «πιστό και πρόθυμο» σύμμαχο. Θα πρέπει να χαραχθεί ξανά μια εξωτερική πολιτική που να προωθεί την ειρήνη, τη συνεργασία και τον διάλογο, έναν διάλογο βασισμένο στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων. Μια πολιτική που να προλαμβάνει, κι όχι να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις.
Και βέβαια, χρειάζονται απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα για την εξωτερική και αμυντική πολιτική της ΕΕ και τη στάση της Ελλάδας απέναντι σε αυτά. Μπορεί να συνεχίσει η Ευρώπη να στερείται μιας ενιαίας αυτόνομης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, ετεροκαθοριζόμενη από τις ΗΠΑ στα κρίσιμα θέματα και στην καλύτερη περίπτωση οι θέσεις της να είναι μια συνισταμένη των αποφάσεων της Γαλλίας και της Γερμανίας; Η Ελλάδα, με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, όχι μόνο δεν μπορεί να απαντήσει στα διλήμματα της επόμενης περιόδου για την πορεία της Ευρώπης, αλλά ούτε καν να συμμετέχει στον εν λόγω προβληματισμό.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα, δεν είναι η αποτυχία επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία. Είναι η συνέχιση της ίδιας λανθασμένης πολιτικής, περιμένοντας ότι θα έχεις διαφορετικά αποτελέσματα.
Το αδιέξοδο της εξωτερικής πολιτικής της ΝΔ είναι πλέον προφανές. Κι όμως, ο κ. Μητσοτάκης δεν επιδιώκει ούτε καν μια μίνιμουμ διακομματική συνεννόηση. Αρνείται, εδώ και καιρό, να συγκληθεί Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών. Ακόμα και μετά το αρνητικό αποτέλεσμα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, κατά τη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, εμφανίστηκε χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι η ως τώρα εξωτερική του πολιτική είναι αποτυχημένη και ατελέσφορη. Δυστυχώς, ο κ. Μητσοτάκης εξακολουθεί να αρνείται την πραγματικότητα. Όμως, η κατάσταση στην περιοχή μας, δεν επιτρέπει ούτε παλινωδίες, ούτε αδράνειες και απουσίες.

 



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ