ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

20/05/2021

Γ. Παπαηλιού: Επιχειρείται η αλλοίωση του παιδοκεντρικού χαρακτήρα του ελληνικού οικογενειακού δικαίου

Γ. Παπαηλιού: Επιχειρείται η αλλοίωση του παιδοκεντρικού χαρακτήρα του ελληνικού οικογενειακού δικαίου



Oμιλία του βουλευτή Αρκαδίας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην Ολομέλεια της Βουλής (19.5.2021) κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την άσκηση της γονικής μέριμνας και της (συν)επιμέλειας

Η οποιαδήποτε αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας στην οποία να συμμετέχει ολόκληρη η κοινωνία, διότι την αφορά συνολικά. Μιας διαφανούς διαδικασίας που να επιδιώκει ευρείες συναινέσεις και πάντως να μην προκαλεί την πόλωση και το διχασμό. Δυστυχώς το νομοσχέδιο της κυβέρνησης δεν ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αλλαγές που έχουν διαμορφωθεί στη σημερινή κοινωνία και δεν ενώνει. Τουναντίον διχάζει.

Αυτά επιβεβαιώνουν και η «Έκθεση» της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ αγνοεί, και το πόρισμα της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και οι θέσεις της Εταιρείας Οικογενειακού Δικαίου, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, άλλων συλλογικοτήτων και σημαντικών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, που επίσης (η κυβέρνηση της ΝΔ) αγνόησε και απαξίωσε.

Με το νομοσχέδιο επιχειρείται, δια της πλαγίας, η καθιέρωση της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας και της εναλλασσόμενης κατοικίας. Η συνεπιμέλεια ρυθμίζεται ήδη από το ισχύον δίκαιο και όταν υπάρχει αδυναμία συμφωνίας από τους γονείς, τότε το δικαστήριο εξειδικεύει τον τρόπο άσκησης της επιμέλειας προασπίζοντας πρώτα και κύρια το συμφέρον του τέκνου.

Σε οποιαδήποτε αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, το βασικό ζητούμενο πρέπει να είναι το συμφέρον του παιδιού, η ικανοποίηση των αναγκών του και η προστασία των δικαιωμάτων του, έτσι όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις. Απαιτείται η προσέγγιση, κατά περίπτωση και βάσει των ιδιαιτέρων συνθηκών καθεμιάς οικογένειας. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να επιλέξει την καταλληλότερη διευθέτηση της γονικής μέριμνας, όπως υπαγορεύουν οι σχετικές ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού δικαίου που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη, ο Ν. 4478/2017 για την προστασία του παιδιού, καθώς και οι ρυθμίσεις της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού.

Το νομοσχέδιο επιβάλλει την «από κοινού και εξίσου» άσκηση της γονικής μέριμνας με αυτόματο τρόπο. Η αναφορά σε «εξίσου» άσκηση της γονικής μέριμνας είναι άστοχη, ανακριβής και επικίνδυνη, αφού μάλιστα, ούτε κατά τη συμβίωση εντός του γάμου, προβλέπεται. Πρόκειται για ένα σήμα για την επιβολή της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, όπως αναφέρεται και στην «Έκθεση» της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής.

Το «εξ ίσου» μπορεί να αντικατασταθεί από το «ισότιμα», ώστε να μην είναι δυνατόν να παρερμηνευθεί, δεδομένου ότι η ισοτιμία, η οποία έχει ποιοτική και όχι ποσοτική διάσταση, περιλαμβάνεται στην έννοια της κοινής άσκησης.

Σύμφωνα με τις προτεινόμενες διατάξεις, εισάγονται αμφιλεγόμενα, αόριστα και ασαφή κριτήρια, που οδηγούν ακόμη και στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον γονέα, όπως το εάν κριθεί υπαίτιος για τη «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων με αυτούς».

Παράλληλα προβλέπεται ότι ένας κακοποιητικός γονέας μπορεί να ασκεί τη γονική μέριμνα μέχρι την οριστική δικαστική καταδίκη του, που απαιτεί χρόνο, δεδομένου ότι η σχετική διαδικασία είναι χρονοβόρα. Και αυτό αντίκειται (και) στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που απαιτεί τη διερεύνηση κάθε υποψίας κακοποιητικής συμπεριφοράς, αμέσως και πάντως κατά τη διερεύνηση της κακοποιητικής συμπεριφοράς ή με την άσκηση της ποινικής δίωξης, προκειμένου να μην εκτίθενται σε εξακολουθητική απειλή και κακοποιητική συμπεριφορά το παιδί αλλά και ο πιο ευάλωτος γονέας.

Τα συγκρουσιακά διαζύγια και όχι τα συναινετικά είναι αυτά που αφορά το νομοσχέδιο, διότι συνεπιμέλεια υπάρχει εκ των πραγμάτων όπου υπάρχει συνεννόηση των γονέων. Η λύση δεν είναι η αναγκαστική συνεπιμέλεια και η διανομή του χρόνου με υποχρεωτικό τρόπο και χωρίς εξατομίκευση. Ως προς τον ελάχιστο χρόνο επικοινωνίας, το προβλεπόμενο 1 / 3 του συνολικού χρόνου, είναι ένα αόριστο αριθμητικό-ποσοτικό κριτήριο που παραπέμπει σε περιουσιακά θέματα και περιουσιακές σχέσεις («συμμετοχή στα αποκτήματα») και που δεν προσφέρεται να ρυθμίσει θέματα επικοινωνίας γονέων-τέκνων. Επιπλέον δημιουργούνται προβλήματα υπολογισμού του χρόνου, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι εργασιακές σχέσεις, εν προκειμένω των γονέων, δεν χαρακτηρίζονται πλέον από σταθερότητα.

Εκτός από τη σύσταση Δικαστηρίων που θα επιλαμβάνονται αποκλειστικά οικογενειακών υποθέσεων. απαιτείται, κατ΄ εφαρμογήν του Ν. 2447/1996, η δημιουργία υποστηρικτικών κοινωνικών δομών, οι οποίες να στελεχώνονται από ειδικούς επιστήμονες (κοινωνικούς λειτουργούς, παιδοψυχιάτρους, παιδοψυχολόγους, και άλλους), που να επικουρούν τα δικαστήρια και να στηρίζουν τις οικογένειες, και όχι απλά «έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης», των δικαστών και εισαγγελέων, όπως προτείνεται από την κυβέρνηση.

Προβληματική είναι και η διάταξη που εισάγει την υποχρεωτική διαμεσολάβηση. Ακόμα και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης απαγορεύει τη διαμεσολάβηση καθώς οδηγεί σε υποχώρηση του ασθενέστερου γονέα, προς βλάβη του παιδιού, λόγω ανισορροπίας δυνάμεων και αδυναμίας διαπραγμάτευσης. Επιπλέον έχει και ένα οικονομικό κόστος και άρα φέρνει σε αδυναμία τον οικονομικά ασθενέστερο.

Συμπερασματικά, με το νομοσχέδιο :

Επιχειρείται η αλλοίωση του παιδοκεντρικού χαρακτήρα του ελληνικού οικογενειακού δικαίου,

Υπονομεύεται το «συμφέρον του παιδιού» που προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, θέτοντας αντ’ αυτού στο επίκεντρο της προωθούμενης ρύθμισης τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των γονέων.

Το παιδί αντιμετωπίζεται ως παθητικός αποδέκτης της άσκησης των γονεϊκών δικαιωμάτων και όχι ως πραγματικός φορέας αναγκών που απαιτούν ικανοποίηση.

Το συμφέρον του παιδιού πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση διότι κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή.

Το νομοσχέδιο δημιουργεί διακρίσεις και αντιβαίνει την αρχή της Ισότητας και τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, χωρίζοντας τα παιδιά σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που δικαιούνται ακρόαση από το Δικαστή και σε εκείνα του αποκλείονται, με την προσβλητική για τα παιδιά όσο και τους δικαστές προσθήκη να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του παιδιού μόνο όταν φτάσει στο δικαστήριο η υπόθεση και μόνο εάν η γνώμη του «κρίνεται από το δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϊόν καθοδήγησης ή υποβολής». Είναι επικίνδυνη η διάταξη που απαιτεί «αμετάκλητη καταδίκη» ΠΛΕΟΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας σε περιπτώσεις γονικής επιμέλειας, και πρέπει να αποσυρθεί καθώς παραβιάζει τα δικαιώματα των θυμάτων. Είναι γνωστό ότι χρειάζονται περισσότερα και από οκτώ χρόνια για αμετάκλητη καταδίκη, επιτρέποντας στους κακοποιητικούς γονείς να συνεχίσουν την κακοποιητική τους δραστηριότητα εναντίον των πρώην συντρόφων ή των παιδιών, στη βάση αποκλειστικά της αξίωσής τους ως γονέων για τη φροντίδα και επικοινωνία με το παιδί. Οι τροποποιήσεις που επιφέρει στον Ελληνικό Αστικό Κώδικα, είναι αντίθετες προς το πνεύμα και το γράμμα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που η Ελλάδα έχει κυρώσει εδώ και τρία χρόνια όμως δεν έχει εφαρμόσει στην πράξη τις περισσότερες των διατάξεών της . Η προωθούμενη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, θα εκθέσει τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε μεγαλύτερο κίνδυνο και θα παρεμποδίσει σε μεγάλο βαθμό την πρόσβασή τους στην Δικαιοσύνη. Η νομοθετική αντιμετώπιση των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας έρχεται σε αντίθεση και με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για τον αντίκτυπο της ενδοοικογενειακής βίας και τα δικαιώματα γονικής επιμέλειας. Στην Έκθεση διατυπώνεται η θέση ότι η άσκηση των δικαιωμάτων επίσκεψης ή επιμέλειας δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα και την ασφάλεια του θύματος ή των παιδιών.

Τα ιδιαίτερα προβλήματα που ανακύπτουν μετά τη λύση του γάμου και τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης εντοπίζονται στη δυσκολία ρύθμισης των σχέσεων γονέων-παιδιών.

Το «συμφέρον του παιδιού» αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο για την άσκηση της γονικής μέριμνας.

Το «συμφέρον του παιδιού», ως αόριστη νομική έννοια, χρήζει εξειδίκευσης από τα δικαστήρια. Το παιδί είναι και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτη προσωπικότητα και όχι ως παράρτημα της ζωής των γονέων του και των δικών τους προσωπικών αναγκών, συμφερόντων και επιθυμιών που πολλές φορές, μέσω του παιδιού, εργαλειοποιούνται στην αντιπαραθετική σχέση τους με τον άλλο γονέα. Σε αυτό το πλαίσιο, το «συμφέρον του παιδιού» κρίνεται κατά περίπτωση. Η συμμετοχή και των δύο γονέων στην άσκηση της γονικής μέριμνας (στην ανατροφή και τη φροντίδα του) δεν συνιστά κριτήριο, αλλά την ευκταία κατάληξη.

Βασικό κριτήριο δεν μπορεί να αποτελέσει η μη συμμόρφωση σε κάποια συμφωνία που είχε συναφθεί και η οποία πολλές φορές είναι αμφιλεγόμενη. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες μεταβολές των συνθηκών που επέρχονται στη ζωή και την καθημερινότητα του παιδιού καθώς μεγαλώνει, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να αναπροσαρμόζεται και το πλαίσιο άσκησης της γονικής μέριμνας, παρά τους ειδικότερους όρους προγενέστερης συναφθείσας συμφωνίας των γονέων.

Κριτήρια που ενσωματώνουν αοριστία και έντονη αμφισβήτηση, όπως η «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του τέκνου με τον άλλο γονέα και την οικογένειά του και η με κάθε τρόπο πρόκληση διάρρηξης των σχέσεων του τέκνου με αυτούς», δεν είναι πρόσφορα για τον προσδιορισμό του «συμφέροντος του παιδιού». Είναι κριτήρια, τα οποία αποδεικνύονται με επικαλούμενες από τη μία ή την άλλη πλευρά μαρτυρικές καταθέσεις, που αμφισβητούνται έντονα. Η συναισθηματική σχέση με τον άλλο γονέα και η ανάπτυξη πραγματικής σύνδεσης μαζί του είναι απολύτως επιθυμητή, διότι έτσι το παιδί αναπτύσσει ισορροπημένη προσωπικότητα και καλύπτει τις κάθε είδους ανάγκες του.

Η αναφορά σε «εξίσου» άσκηση της γονικής μέριμνας είναι άστοχη, ανακριβής και επικίνδυνη, αφού μάλιστα, ούτε κατά τη συμβίωση εντός του γάμου, προβλέπεται.

Το «εξ ίσου» μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί από το «ισότιμα», ώστε να μην είναι δυνατόν να παρερμηνευθεί, δεδομένου ότι η ισοτιμία, η οποία έχει ποιοτική και όχι ποσοτική διάσταση, περιλαμβάνεται στην έννοια της κοινής άσκησης.

Ως προς τον ελάχιστο χρόνο επικοινωνίας, το προβλεπόμενο 1 / 3 του συνολικού χρόνου, είναι ένα αόριστο αριθμητικό-ποσοτικό κριτήριο που παραπέμπει σε περιουσιακά θέματα και περιουσιακές σχέσεις («συμμετοχή στα αποκτήματα») και που δεν προσφέρεται να ρυθμίσει θέματα επικοινωνίας γονέων-τέκνων. Επιπλέον δημιουργούνται προβλήματα υπολογισμού του χρόνου, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι εργασιακές σχέσεις, εν προκειμένω των γονέων, δεν χαρακτηρίζονται πλέον από σταθερότητα.

Σημαντικό λόγο αποκλεισμού της γονικής μέριμνας αποτελεί η καταδίκη του γονέα για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας, για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Όμως η πρόβλεψη για έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης, ως προϋπόθεσης, αφήνει το παιδί όμηρο και έκθετο σε ένα «κακοποιητικό» περιβάλλον επί χρόνια, αφού η οριστική απόφαση εκδίδεται μετά παρέλευση πολλών χρόνων. Επομένως, η προϋπόθεση ενεργοποίησης του παραπάνω λόγου πρέπει να είναι χρονικά άμεση, π.χ. με την άσκηση ποινικής δίωξης, ώστε να αποτρέπεται, χωρίς καθυστέρηση, η ομηρία και η έκθεση του παιδιού στο «κακοποιητικό» περιβάλλον.

 



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ