ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

22/06/2021

Σ. Φάμελλος: Απαιτείται στρατηγική και όραμα για την ενεργειακή πολιτική

Σ. Φάμελλος: Απαιτείται στρατηγική και όραμα για την ενεργειακή πολιτική



Άρθρο του Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου, για την ειδική έκδοση του energypress.gr με τίτλο «GREEK ENERGY 2021»

Στα σοβαρά κενά και στα προβλήματα που έχει οδηγήσει η ασκούμενη πολιτική της κυβέρνησης ΝΔ στον τομέα της ενέργειας, εδώ και δύο (2) χρόνια, αλλά και στην έλλειψη στρατηγικής για την κλιματική μετάβαση, επικεντρώνεται το άρθρο του Τομεάρχη Περιβάλλοντος και Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου, για την ειδική έκδοση του energypress.gr με τίτλο «GREEK ENERGY 2021».

Αναφέρεται συγκεκριμένα στην απουσία μεταρρυθμίσεων, δημοκρατικού και συμμετοχικού σχεδιασμού αλλά και διαφάνειας ειδικά στην κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, στην απουσία των Ενεργειακών Κοινοτήτων, όπως και στην απουσία σχεδιασμού και χρηματοδότησης για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.

Ο Σ.Φάμελλος επισημαίνει ακόμη τα σοβαρά προβλήματα της ενεργειακής πολιτικής της κυβέρνησης με την «υπερθέρμανση» στην αγορά Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που έχει προσελκύσει επενδυτές που «είδαν φως και μπήκαν» και ζητάει από την κυβέρνηση να βάλει τάξη στο χάος που έχει στρέψει ταυτόχρονα τις τοπικές κοινωνίες ενάντια στις ΑΠΕ, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο έναν «δυναμίτη» στον εν εξελίξει μετασχηματισμό του ενεργειακού μείγματος και στην επίτευξη των εθνικών κλιματικών μας στόχων. Σημειώνει το «πάγωμα» και τις καθυστερήσεις στην αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες για τις Περιοχές Προστασίας Natura 2000, το έλλειμμα στον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ) με αποτέλεσμα την «έκτακτη» εισφορά για τους παραγωγούς ΑΠΕ και τη μόνιμη επιβάρυνση των καταναλωτών, με το λεγόμενο πράσινο τέλος στο πετρέλαιο κίνησης.

Στέκεται επιπλέον, στη διαρκή επιβάρυνση των καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε η ΝΔ, με τις αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ τον Σεπτέμβριο του 2019, στα φαινόμενα αισχροκέρδειας, λόγω της κατάρρευσης της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας το πρώτο εξάμηνο και για το μεγαλύτερο μέρος του 2020, εν μέσω πανδημίας και στα «παιχνίδια» εκατομμυρίων ευρώ στη νεοσύστατη Αγορά Εξισορρόπησης στο πλαίσιο της λειτουργίας του Target Model.

Ο Σ.Φάμελλος σημειώνει τέλος ότι: «η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι μπροστά σε προκλήσεις τέτοιου μεγέθους. Χρειάζεται αντιθέτως να προχωρήσει με σοβαρές μεταρρυθμίσεις, σε συνέχεια πολιτικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για την αναμόρφωση του ενεργειακού τομέα, με όραμα, μακροπρόθεσμη στρατηγική και διαφανείς κανόνες για όλους, ώστε να αξιοποιήσουμε την τεράστια ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως οι αλλαγές πρέπει να είναι ουσιαστικές, καινοτόμες με αξιοποίηση της επιστήμης και να στοχεύουν σε μια ανθεκτική, δίκαιη και κλιματικά ουδέτερη κοινωνία. Οι αλλαγές αυτές δε θα προσφέρουν μόνο ανταγωνιστικότητα στη χώρα μας αλλά και ένα καλύτερο μέλλον, μια καλύτερη ζωή που θα εμπνέει τη νέα γενιά και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας».

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο:

Απαιτείται στρατηγική και όραμα για την ενεργειακή πολιτική

Η πανδημία πρόσθεσε άλλη μία πρόκληση και άλλη μία αβεβαιότητα στην παγκόσμια πρόκληση της κλιματικής κρίσης. Στη χώρα μας, παρότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να πανηγυρίσει πριν από ένα χρόνο ότι κατάφερε να διαχειριστεί την πανδημία επιτυχώς, το δεύτερο και το τρίτο κύμα της πανδημίας αμφισβήτησαν τη δημόσια υγεία, τη ζωή χιλιάδων συμπολιτών μας, αλλά και όλες τις κοινωνικές και οικονομικές λειτουργίες. Είναι πολύ νωρίς να εκτιμήσουμε  το αποτύπωμα της πανδημίας στην οικονομία και στην κοινωνία.

Αδήριτη όμως είναι η ανάγκη επανεκκίνησης και ανάκαμψης λαμβάνοντας υπόψη ότι η υγειονομική και κλιματική κρίση βάζουν τον πήχη ψηλά στις κυβερνήσεις σε παγκόσμια επίπεδο. Η Ελλάδα χρειάζεται βιώσιμες επενδύσεις, ανταγωνιστικότητα και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης  με παραγωγή εγχώριας προστιθέμενης αξίας. Δεν έχει το περιθώριο να διολισθήσει στις λάθος επιλογές του παρελθόντος που οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε βαθιά ύφεση και την ελληνική κοινωνία σε κρίση.

Οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο που θα στηρίξει τη νέα γενιά, την «ατμομηχανή» μας, και θα διορθώσει ή επουλώσει τις πληγές των νέων που μεγάλωσαν μέσα στην κρίση και δεν πρόλαβαν να ονειρευτούν. Οφείλουμε επιπλέον, να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να επιστρέψουν οι επιστήμονες που έφυγαν την προηγούμενη δεκαετία εκτός συνόρων. Η υψηλή τους κατάρτιση και η εμπειρία που έχουν αποκτήσει μπορούν αν λειτουργήσουν ως σημαντικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία ώστε, να ρίξει το βάρος στην καινοτομία και να ανταποκριθεί επιτυχώς στους νέους ανταγωνισμούς.

Οι προκλήσεις αυτές συνοδεύονται με μία τεράστια ευκαιρία. Το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας οφείλει να απαντάει στις παραπάνω προκλήσεις αλλά και να δώσει ώθηση στην ελληνική οικονομία να κάνει το «άλμα προς τα εμπρός»! Να οδηγήσει την Ελλάδα σε ένα νέο ψηφιακό και βιώσιμο μέλλον.

Κλειδί είναι η ύπαρξη ενός ξεκάθαρου οράματος και μίας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που θα λειτουργήσουν ως ένας οδικός χάρτης, μία πυξίδα, για το μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Ο μετασχηματισμός αυτός απαιτεί υπερβάσεις, ισχυρές μεταρρυθμίσεις αλλά και να διδαχτούμε από τα μαθήματα της πανδημίας. Η πανδημία κατέδειξε ότι τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν οι πολιτικές που θέτουν ως προτεραιότητα τον άνθρωπο, την ανάγκη διασφάλισης των δημόσιων αγαθών, καθώς και την ανάγκη ενός ισχυρού ρυθμιστικού ρόλου για το κράτος με ενίσχυση του δημόσιου τομέα.

Κρίσιμος φυσικά είναι ο ρόλος της ενέργειας που θα αποτελέσει και το «καύσιμο» της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Πρέπει λοιπόν, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση σήμερα και ως ένα πολιτικό κόμμα που με τις θυσίες του ελληνικού λαού κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια και την ύφεση, να αξιολογήσουμε την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική στον τομέα της ενέργειας τα τελευταία δύο χρόνια, με στόχο να αναδείξουμε τα λάθη και τις άδικες επιλογές, αλλά και να προτείνουμε λύσεις για να μη χαθεί η μεγάλη ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης.

Δυστυχώς, στα δύο σχεδόν χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, διαπιστώνουμε  πληθωρισμό μελανών σημείων στην πολιτική του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), ενώ σχεδόν απουσιάζουν στοιχεία που έχουν ξεκάθαρο θετικό πρόσημο για τις παραγωγικές δυνάμεις και την κοινωνία στον τομέα της ενέργειας.

Απουσιάζει το όραμα και οι μεταρρυθμίσεις εφόσον η  κυβέρνηση της ΝΔ έχει εγκλωβιστεί στην εξυπηρέτηση συμφερόντων που βρίσκονται κοντά στο σύστημα εξουσίας, ενώ παράλληλα έχει υποσκάψει σχεδόν όλες τις μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της διαφάνειας και του εκσυγχρονισμού από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Πέρα όμως από την απορρύθμιση της αγοράς ενέργειας, ξεκάθαρες επιλογές της ΝΔ είναι η ιδιωτικοποίηση των ενεργειακών φορέων και η «τακτοποίηση» ημετέρων σε θέσεις με παχυλούς μισθούς.

Η απουσία οράματος έγινε ακόμη πιο εμφανής κατά την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για τον κλιματικό νόμο όπου φάνηκε ότι απουσιάζει το πολιτικό σχέδιο, ο προγραμματισμός, τα εργαλεία και η μεθοδολογία.

Απουσιάζουν ακόμη τα στοιχεία του δημοκρατικού και συμμετοχικού σχεδιασμού, αφού φαίνεται πως η κυβέρνηση ΝΔ έχει κάποιο είδος «αλλεργίας» στη δημοκρατία και στη συζήτηση και σύνθεση με την κοινωνία των πολιτών αλλά και με τα πολιτικά κόμματα. Ενδεικτικό είναι ότι από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μία «περίληψη» παρουσιάστηκε στη Βουλή, με γενικές κατευθύνσεις, ενώ μαύρο κουτί παραμένει το θέμα των δανείων 12 περίπου δισ. ευρώ. Αναπάντητο μένει επίσης το ερώτημα με ποιους φορείς διαβουλεύτηκε η κυβέρνηση ΝΔ το Εθνικό Σχέδιο, το οποίο και κατέθεσε ένα μήνα πριν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε ότι και αυτό σχεδιάστηκε πίσω από κλειστές πόρτες από και για τους λίγους και εκλεκτούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Υπάρχουν φυσικά και σοβαρά ζητήματα περιεχομένου στο σχεδιασμό, με σημαντικότερο την απουσία των Ενεργειακών Κοινοτήτων, μιας νομοθετικής καινοτομίας της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ώστε οι Δήμοι, οι τοπικοί παραγωγικοί φορείς και οι πολίτες να εμπλακούν ενεργά στην παραγωγή ενέργειας. Φαίνεται ότι τα εργαλεία ενεργειακής δημοκρατίας και πλουραλισμού που στην περίπτωση της Γερμανίας ξεπερνούν το 40% της παραγωγής ΑΠΕ, αλλά στην Ελλάδα δεν έχουν χώρο στο σχέδιο της κυβέρνησης.

Χώρο δεν έχουν και οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες καθώς το Σχέδιο που κατατέθηκε δεν περιλαμβάνει ούτε ένα ευρώ για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται παραμένει ιδεολογικά αγκιστρωμένη στην αντίληψη ότι το αόρατο χέρι της αγοράς που αποδείχτηκε ανάπηρο να αντιμετωπίσει την κρίση της πανδημίας θα «εξαφανίσει», ως διά μαγείας, τις υφιστάμενες ανισότητες. Επιλέγει όμως και να παραβλέπει ότι η Πράσινη Μετάβαση, χωρίς ρύθμιση και προβλέψεις για τους ευάλωτους ή ακόμη και για τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, μπορεί να οδηγήσει σε νέες ανισότητες και αποκλεισμούς. Χαρακτηριστικό και τραγικό παράδειγμα της ιδεοληψίας της αποτελεί η κατάσταση στις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης που βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με την ανεργία και απειλούνται από τη φτώχεια.

Πίσω από την επιφανειακή και μόνο επικοινωνιακή εξαγγελία απολιγνιτοποίησης του κ. Μητσοτάκη στον ΟΗΕ, τον Σεπτέμβριο του 2019, δεν υπάρχει δυστυχώς σχέδιο για τις περιοχές και τους κατοίκους αλλά μόνο η αντικατάσταση των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ με μονάδες ιδιωτών ορυκτού φυσικού αερίου. Καμία πολιτική απανθρακοποίησης της χώρας μας, σύμφωνα με τους νέους φιλόδοξους στόχους της Ευρώπης για την κλιματική αλλαγή.

Θα σκεφτόταν κάποιος, λογικά, ότι η πολιτική της ΝΔ στην ενέργεια θα εξυπηρετούσε τουλάχιστον την αγορά όμως δε συμβαίνει ούτε αυτό.

Η δήθεν απλοποίηση του αδειοδοτικού πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με τον περιβαλλοντικό νόμο-έγκλημα, όπως χαρακτηρίστηκε από σύσσωμες τις περιβαλλοντικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ν. 4685, οδήγησε σε αλαλούμ και «υπερθέρμανση» στην αδειοδότηση  των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Η αγορά είναι πλέον αυτή που μιλά για επενδυτές που «είδαν φως και μπήκαν» και ζητάει από την κυβέρνηση να βάλει τάξη στο χάος που έχει στρέψει ταυτόχρονα τις τοπικές κοινωνίες ενάντια στις ΑΠΕ, βάζοντας με αυτόν τον τρόπο έναν «δυναμίτη» στον εν εξελίξει μετασχηματισμό του ενεργειακού μείγματος και στην επίτευξη των εθνικών κλιματικών μας στόχων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη προσφυγή τριάντα (30) Δημάρχων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που διαμαρτύρονται για την άναρχη, όπως λένε, χωροθέτηση ανεμογεννητριών στην ελληνική επικράτεια.

Σημειώνουμε ότι η κυβέρνηση ΝΔ είχε «παγώσει» την εκπόνηση της αναθεώρησης του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ που είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες για τις Περιοχές Προστασίας Natura 2000 -που θα ολοκληρώνονταν αυτή την περίοδο- ώστε να γνωρίζουν κοινωνία και επενδυτές τι μπορεί να τοποθετηθεί πού. Δεν αμέλησαν όμως, με το διαβόητο πλέον άρθρο 218 του Υπουργείου Ανάπτυξης, να δημιουργήσουν  «παραθυράκια» για την κονιορτοποίηση και υποβάθμιση του θεσμικού πλαισίου προστασίας των περιοχών προστασίας της φύσης, εξυπηρετώντας και πάλι τα διάφορα αιτήματα προς το σύστημα εξουσίας για να αδειοδοτήσουν οχλούσες δραστηριότητες.

Την ίδια στιγμή, σε λιγότερο από ένα χρόνο, η κυβέρνηση κατάφερε να δημιουργήσει έλλειμμα στον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ), έναν λογαριασμό που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε ελλειμματικό κατά 800 εκατ. ευρώ το 2015 και παρέδωσε πλεονασματικό και με μαξιλάρι ασφαλείας. Ακολούθησε η έκτακτη εισφορά Χατζηδάκη σε αποζημιώσεις έργων ΑΠΕ και συνεχίστηκε η επιβάρυνση των καταναλωτών, με το λεγόμενο πράσινο τέλος στο πετρέλαιο κίνησης, ώστε να λυθεί το πρόβλημα που η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ δημιούργησε, αλλά και απειλές επενδυτών με μεγάλα έργα ΑΠΕ ότι θα εγκαταλείψουν τη χώρα που έφτασαν μέχρι το Μέγαρο Μαξίμου.

Θα αναρωτιόταν τέλος κάποιος εάν η κυβερνητική πολιτική της ΝΔ ωφέλησε τουλάχιστον τους καταναλωτές. Πρώτη πράξη της κυβέρνησης ΝΔ, τον Σεπτέμβριο του 2019 ήταν να αυξήσει τα τιμολόγια της ΔΕΗ κατά 20%, επιλογή που επιβάρυνε σημαντικά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και μείωσε τον ανταγωνισμό ενώ αύξησε  τα περιθώρια κέρδους της εμπορίας. Η κυβέρνηση συνέχισε να ανέχεται φαινόμενα αισχροκέρδειας, λόγω της κατάρρευσης της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας το πρώτο εξάμηνο και για το μεγαλύτερο μέρος του 2020, μάλιστα εν μέσω πανδημίας, ενώ ακολούθησαν «παιχνίδια» εκατομμυρίων ευρώ στη νεοσύστατη Αγορά Εξισορρόπησης στο πλαίσιο της λειτουργίας του Target Model.

Είναι σαφές ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, μπροστά σε προκλήσεις τέτοιου μεγέθους. Χρειάζεται αντιθέτως να προχωρήσει με σοβαρές μεταρρυθμίσεις, σε συνέχεια πολιτικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για την  αναμόρφωση του ενεργειακού τομέα, με όραμα, μακροπρόθεσμη στρατηγική και διαφανείς κανόνες για όλους, ώστε να αξιοποιήσουμε την τεράστια ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως οι αλλαγές πρέπει να είναι ουσιαστικές, , καινοτόμες με αξιοποίηση της επιστήμης και να στοχεύουν σε μια ανθεκτική, δίκαιη και κλιματικά ουδέτερη κοινωνία. Οι αλλαγές αυτές δε θα προσφέρουν μόνο ανταγωνιστικότητα στη χώρα μας αλλά και ένα καλύτερο μέλλον, μια καλύτερη ζωή που θα εμπνέει τη νέα γενιά και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ