ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

05/07/2021

Ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξη Τσίπρα, κατά το κλείσιμο των εργασιών της Προγραμματικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

Ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αλέξη Τσίπρα, κατά το κλείσιμο των εργασιών  της Προγραμματικής Συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία



 

Αυτό που παρατήρησα ήταν ότι καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης μεγάλος αριθμός συνέδρων συμμετείχε, παρακολουθούσε. Ενδεχομένως, αυτό να μη συμβαίνει και στα Συνέδρια που κάνουμε δια ζώσης καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι πολλές φορές υπάρχει πάντοτε μια κοιλιά και στην αίθουσα της Ολομέλειας δεν είναι πάντοτε γεμάτη από συνέδρους η διαδικασία.

Πιστεύω ότι μέσα από την πλήρως επιτυχημένη διαδικασία έχουμε πραγματοποιήσει ένα σημαντικό ψηφιακό άλμα που αποτελεί μια ουσιαστική παρακαταθήκη για τις εσωτερικές μας διαδικασίες. Μάθαμε να κουβεντιάζουμε εποικοδομητικά μέσα από το διαδίκτυο. Πολλές φορές αυτή η συζήτηση είναι ενδεχομένως και πιο ουσιαστική. Θέλω σε αυτό το σημείο να συγχαρώ και να ευχαριστήσω όλους και όλες όσοι δούλεψαν για να μπορέσουμε να έχουμε αυτό το θετικό αποτέλεσμα, να πετύχουμε αυτό το ποιοτικό, αυτό το ψηφιακό άλμα αυτό το τριήμερο.

Να συγχαρώ τον γραμματέα του κόμματος, τα προεδρεία στα στρογγυλά τραπέζια και όλες και όλους εκείνους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που δούλεψαν σκληρά, για να έχουμε τη δυνατότητα ο καθένας και η κάθε μία από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή να μπορεί να συμμετάσχει σε μια πολύ ουσιαστική διαδικασία διαλόγου και σύνθεσης.

Πετύχαμε ένα ψηφιακό άλμα στις εσωτερικές μας διαδικασίες, αλλά πετύχαμε κι ένα σημαντικό προγραμματικό άλμα. Και σε αυτό το σημείο θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τους συντρόφους και τις συντρόφισσες με επικεφαλής τον Γιώργο Σταθάκη, που δούλεψαν εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να έχουμε στα χέρια μας ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα και εξειδικευμένες παρουσιάσεις που κάναμε εν τω μεταξύ σε ξεχωριστές εκδηλώσεις.

Ένα πρόγραμμα που θα αποτελέσει ένα πάρα πολύ σημαντικό εφόδιο για το κόμμα στην επόμενη μέρα. Το λέω αυτό, διότι πλέον τώρα και εμείς ξέρουμε τι θέλουμε, αλλά και η κοινωνία ξέρει, γνωρίζει τι θέλουμε. Ο κάθε εργαζόμενος γνωρίζει ότι δεν θέλουμε απλά να νικήσουμε τη Δεξιά για να ξαναβρεθούμε στις καρέκλες εξουσίας, αλλά για να έχει ο ίδιος εργαζόμενος και η εργαζόμενη ανθρώπινες σχέσεις εργασίας, με αξιοπρεπή μισθό και δικαιώματα. Για να πάει ο κατώτατος μισθός στα 800 € πράγμα που θα συμπαρασύρει και όλες τις μισθολογικές βαθμίδες, να ξαναγυρίσουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, να ξαναγυρίσει το 8ωρο.

Ξέρουν επίσης οι πολίτες που αγωνιούν αυτή την περίοδο για την ίδια τους τη ζωή με την πανδημία, αλλά και οι υγειονομικοί μας που δίνουν τη  μάχη στην πρώτη γραμμή, ότι θέλουμε να νικήσουμε τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά του κ. Μητσοτάκη όχι για να βρεθούμε ξανά σε θέση εξουσίας, αλλά για να αναμορφώσουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Για να φτιάξουμε μαζί ένα νέο ΕΣΥ, με έμφαση στην Πρωτοβάθμια, με καλύτερους μισθούς και με κίνητρα για τους νέους γιατρούς, με αναγνώριση του ρόλου και της προσπάθειας των ανθρώπων στο χώρο της υγείας.

Ξέρει ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, ο αυτοαπασχολούμενος, ο αγρότης, ότι θέλουμε να νικήσουμε την κυβέρνηση της Δεξιάς του κ. Μητσοτάκη για να στηρίξουμε τη δυνατότητα να υπάρχουν, να μείνουν οι επιχειρήσεις τους ζωντανές, να μείνουν οι άνθρωποι στην παραγωγή, να στηριχτούν.
Ξέρουν οι νέες και οι νέοι ότι θέλουμε να νικήσουμε για να στηρίξουμε τα όνειρα και τις ανάγκες τους. Ξέρουν όλοι οι Έλληνες πολίτες ότι θέλουμε να νικήσουμε για να επιστρέψει στον τόπο η δικαιοσύνη.

Χρειάζεται όμως να πείσουμε και αυτό είναι το καθήκον μας το επόμενο διάστημα ότι όχι μόνο ξέρουμε τι θέλουμε και ξέρουν κι αυτοί τι θέλουμε, αλλά το θέλουμε και το μπορούμε και ξέρουμε και πώς. Τώρα πια είμαστε ωριμότεροι. Είμαστε ωριμότεροι γιατί μάθαμε από τα λάθη μας και γιατί πλέον όχι μόνο θέλουμε, αλλά και ξέρουμε πώς να υλοποιήσουμε τα θέλω μας. Με ένα ριζοσπαστικό, αλλά ταυτόχρονα και υλοποιήσιμο πρόγραμμα και σχέδιο.
Άκουσα πολλούς και πολλές από τις ομιλήτριες και τους ομιλητές από τους συνέδρους με τον γόνιμο προβληματισμό τους να αναρωτιούνται σε πολλές από τις ομιλίες ένα δίλημμα που τίθεται πολλές φορές και στο δημόσιο λόγο, να αναρωτιούνται αν ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία για να πετύχει τον στόχο του, να κερδίσει την εκλογική πλειοψηφία, να κερδίσει στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, πρέπει να πάει προς τα δεξιά -να το πω σχηματικά- ή να πάει προς τα αριστερά.

Θέλω λοιπόν εγώ σε αυτό το ερώτημα που τέθηκε ή που απαντήθηκε από πολλούς ομιλητές, να προσπαθήσω να δώσω μια διευκρίνιση, μια απάντηση, όπως εγώ τη νιώθω.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να κερδίσει δεν αρκεί να κερδίσει μόνο όσους πολίτες αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί ή ριζοσπάστες. Πρέπει να κερδίσει αυτό που ονομάζουμε μεσαίο χώρο, αυτούς που ενδεχομένως αδόκιμα –πολλοί τους χαρακτηρίζουν ή και οι ίδιοι αυτοχαρακτηρίζονται ως πολίτες του Κέντρου. Άρα ναι, πρέπει να κερδίσουμε το Κέντρο.

Το ερώτημα είναι όμως πώς θα κερδίσουμε το Κέντρο. Μπορούμε να κερδίσουμε το Κέντρο με πολιτικές του μέσου όρου; Μπορούμε να κερδίσουμε τους κεντρώους και το Κέντρο με κεντρώες πολιτικές, ή, ακόμη περισσότερο, με δεξιόστροφες πολιτικές; Εδώ θέλω να είμαι πολύ σαφής: δεν κερδίζεται έτσι το Κέντρο.

Αν θέλουμε και πρέπει να είναι στόχος μας να κερδίσουμε τους προοδευτικούς πολίτες, τους δημοκρατικούς πολίτες, αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, πρέπει να έχουμε σαφές πρόσταγμα πολιτικής. Ένα σαφές αριστερό πρόγραμμα.

Και αυτό, το να στρίψουμε δηλαδή –το λέω σχηματικά- αριστερά για να κερδίσουμε το Κέντρο, δεν μπορούμε να το κάνουμε με ανούσιες αυτοαναφορικές προτάσεις και με συνθήματα, αλλά με τον προγραμματικό μας λόγο. Με ένα προγραμματικό λόγο που θα έχει αρχή μέση και τέλος. Με ένα πρόγραμμα βαθιά ριζοσπαστικό, αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστικό και υλοποιήσιμο. Και αυτές είναι οι δεσμεύσεις μας που σήμερα καλούμαστε να συμφωνήσουμε απέναντι στον ελληνικό λαό. Ένα πρόγραμμα «ρεαλιστικού ριζοσπαστισμού» ας μου επιτραπεί η έκφραση και ο όρος.

Το δεύτερο που θέλω να παρατηρήσω έχει να κάνει με το εξής: όλα όσα λέμε είναι υλοποιήσιμα. Είναι μια διαφορετική συνταγή από αυτή που μας οδήγησε στην κρίση. Αλλά είναι και η συνταγή που ολοένα και περισσότεροι σε όλο τον κόσμο, ακόμη και η κυβέρνηση των Δημοκρατικών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αναδεικνύουν πλέον ως αναγκαία προϋπόθεση για να βγούμε από την κρίση.

Άρα, βλέπουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα κόσμο που αλλάζει, που η πανδημία και η κλιματική κρίση έχουν οδηγήσει όλους, ακόμη κι αυτούς που δεν περιμέναμε, να επαναπροσδιορίσουν αρχές και αξίες, το μοντέλο της ανάπτυξης, το μοντέλο της παραγωγής. Και νομίζω ότι τώρα πρέπει να συμφωνήσουμε, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι οι δικές μας αξίες, που τα προηγούμενα χρόνια στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο ήταν ή ξεχασμένες ή παραμελημένες, έρχονται ξανά στο προσκήνιο. Είναι ριζοσπαστικές αξίες αυτές, έχουν αριστερό κοινωνικό πρόσημο αυτές οι αξίες. Διότι προτάσσουν τον άνθρωπο, προτάσσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής πάνω από τη λογική του κέρδους.

Θέλω όμως να κάνω και μια ακόμη παρατήρηση. Αρκεί να έχουμε ένα σαφές ρεαλιστικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα για να πείσουμε την ελληνική κοινωνία; Νομίζω ότι είναι βασική προϋπόθεση ιδίως στις μέρες μας. Όμως, μια δεύτερη εξίσου σημαντική προϋπόθεση είναι κι αυτή που αφορά στην αξιοπιστία του λόγου μας, που βεβαίως πρέπει να συνδέεται πάντοτε και με την αξιοπιστία των έργων μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε και παραλείψεις στη διακυβέρνησή του, έκανε και λάθη. Έχουμε κάνει πλήρη αυτοκριτική. Δεν υπάρχει άλλο κόμμα στην Ελλάδα που να έκανε τόσο πλήρη, ενδελεχή και σε βάθος αυτοκριτική και ανάλυση, αναστοχασμό πάνω στα χρόνια της διακυβέρνησής του. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως δεν πρέπει να ξεχνάει και ο μέσος Έλληνας πολίτης, ποια χώρα παραλάβαμε και που την οδηγήσαμε.

Παραλάβαμε μια χώρα χρεοκοπημένη στις χειρότερες δυνατές συνθήκες. Βγάλαμε όμως τη χώρα αυτή από την επιτροπεία, που δεν την έβαλαν δυο διαδοχικές κυβερνήσεις του παλιού πολιτικού συστήματος, από το 2009 μέχρι το 2015. Ρυθμίσαμε το δημόσιο χρέος, αφήσαμε γεμάτα τα δημόσια ταμεία. Ήταν ίσως η μοναδική κυβέρνηση στη μεταπολίτευση που άφησε στους διαδόχους της γεμάτα δημόσια ταμεία, μια οικονομία με 11 συνεχόμενα τρίμηνα σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Επαναφέραμε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό. Καταργήσαμε τον υποκατώτατο. Μειώσαμε κατά 10 μονάδες την ανεργία δημιουργώντας πάνω από 360.000 νέες θέσεις εργασίας. Στηρίξαμε σε συνθήκες βαθιάς κρίσης τα δημόσια νοσοκομεία. Δώσαμε πρόσβαση στους ανασφάλιστους. Στηρίξαμε τα δημόσια σχολεία που δεν είχαν ούτε βιβλία. Στα Πανεπιστήμια δώσαμε πόρους, αναμορφώσαμε την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, προσλάβαμε καθηγητές, αυξήσαμε τους φοιτητές, δεν προσλαμβάναμε αστυνομικούς και δεν βάζαμε φραγμούς στη γνώση στους πολίτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα. Και αυτά μέσα σε συνθήκες βαριάς οικονομικής κρίσης και δημοσιονομικών περιορισμών. Το ίδιο και η πολιτική μας για τους νέους και την καταπολέμηση του brain drain για την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σημερινές συνθήκες δεν έχουν καμία σχέση με τις συνθήκες όταν εμείς παραλάβαμε τη διακυβέρνηση το ’15. Προφανώς, υπάρχει αυτή η πρωτοφανής υγειονομική κρίση, αλλά δεν υπήρξε ποτέ άλλοτε κυβέρνηση στον τόπο από την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη –για να μην πάω πιο μακριά- που να είχε πιο ευνοϊκές δημοσιονομικές και οικονομικές συνθήκες για να μπορέσει να αντιμετωπίσει και να ανατάξει την οικονομία.
Δεν υπάρχει το Σύμφωνο Σταθερότητας εδώ και δυο συνεχόμενα χρόνια και του χρόνου θα είναι ο τρίτος χρόνος που δεν θα υπάρχει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Η Ευρώπη αντιμετώπισε με τελείως διαφορετική οπτική την οικονομική κρίση από ό,τι την αντιμετώπισε το 2015, άρα δεν υπάρχουν δημοσιονομικοί περιορισμοί και ο βραχνάς των υψηλών πλεονασμάτων. Υπάρχει φτηνός δανεισμός, πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό γιατί ρυθμίσαμε το δημόσιο χρέος, υπάρχουν πρωτοφανείς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα και τα ελληνικά πόροι, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, υπάρχουν δηλαδή πάρα πολύ σημαντικές δυνατότητες.

ν η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη δεν μπορέσει να ανταπεξέλθει αξιοποιώντας αυτές τις δυνατότητες, η ευθύνη θα είναι αποκλειστικά δική της. Αλλά εμείς και οι πολίτες μπορούμε να συγκρίνουμε. Και οφείλουμε να το λέμε αυτό στους πολίτες να συγκρίνουν πώς κινηθήκαμε εμείς και καταφέραμε να νοικοκυρέψουμε τα δημόσια οικονομικά, στηρίζοντας την κοινωνία ταυτόχρονα -σας είπα πιο πριν εμβληματικά στοιχεία της πολιτικής μας- στις πιο δύσκολες συνθήκες δημοσιονομικά. Στις σημερινές συνθήκες προφανώς και θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλαπλάσια.

Γι` αυτό και πιστεύω ότι είναι ασυγχώρητη η στάση της σημερινής κυβέρνησης να μην ενισχύσει το Εθνικό Σύστημα Υγείας, να μην προτάξει τη ζωή και τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη, να μην ακολουθήσει μια επεκτατική πολιτική στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και κυρίως των εργαζομένων. Στον αντίποδα, επιχειρεί να λεηλατήσει δικαιώματα, να δημιουργήσει ένα καθεστώς ασφυξίας.

Πέρασαν δυο χρόνια από την εκλογή της Νέας Δημοκρατίας. Δυο χρόνια μετά, ο κάθε πολίτης μπορεί να αναστοχαστεί τι έκανε και τι έταξε η Νέα Δημοκρατία. Τι έταζε προεκλογικά και τι έκανε μετεκλογικά, τι κάνει εδώ και δυο χρόνια. Θα είμαι πολύ επιγραμματικός. Έταξε τρία βασικά πράγματα: καλύτερες και περισσότερες δουλειές, λιγότερους φόρους, ασφάλεια.

Ας δούμε σε αυτά τα τρία ποιος είναι ο απολογισμός. Έταξε καλύτερες δουλειές. Τι έκανε; Κατάργησε το 8ωρο, απορύθμισε πλήρως τις εργασιακές σχέσεις, απλήρωτες υπερωρίες, συρρίκνωσε εργασιακά δικαιώματα, έκανε την εργασία κόλαση. Πού είναι οι καλύτερες δουλειές;

Έταξε λιγότερους φόρους. Αντί να μειώσει όμως δραστικά τους φόρους για την πλειοψηφία των πολιτών, μείωσε το εισόδημα, την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Και μέσα από την εκτίναξη της ακρίβειας και με τις νέες αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, κυρίως όμως μέσα από τη μείωση του εισοδήματος που έρχεται από τη μείωση μισθών.

Έταξε ασφάλεια. Είδε κανείς να γίνεται αυτό  πράξη; Η χώρα έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο δράσης μαφιόζικων συμμοριών. Ξύλο στους διαδηλωτές, ξύλο στους νέους ανθρώπους στις πλατείες, ανεξέλεγκτο όμως το έγκλημα και η δράση της μαφίας.

Ο πολίτης δεν αισθάνεται σήμερα ασφάλεια, ούτε σε σχέση με το έγκλημα, ούτε όμως σε σχέση με την εργασία, ούτε σε σχέση με την κοινωνική προοπτική. Απέτυχε σε όσα έταξε.

Απέτυχε και στην πανδημία. Θα πω βεβαίως, κι εγώ τώρα θα σας εκπλήξω λίγο, θα σας αιφνιδιάσω. Ευτυχώς που δεν είχαμε τον ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί την πανδημία. Όχι γιατί δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα σε σχέση με τη σημερινή κυβέρνηση. Δεν θα είχαμε εμείς ενισχύσει από την πρώτη στιγμή το ΕΣΥ, την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, δεν θα είχαμε προσλάβει μόνιμους γιατρούς και νοσηλευτές; Όχι γι’ αυτά. Αλλά για έναν άλλο λόγο.

Γιατί αν είχαμε τον ΣΥΡΙΖΑ, θα είχαμε στην αντιπολίτευση την πιο ακραία λαϊκιστική αντιπολίτευση που έχει δει ποτέ ο τόπος. Την αντιπολίτευση του κ. Μητσοτάκη. Και άρα θα είχαμε μια αντιπολίτευση που δεν θα δίσταζε ακόμη και να οδηγήσει σε έναν διχασμό εμφύλιο την ελληνική κοινωνία. Δεν θα δίσταζε, όπως έκανε στο Μάτι, όπως έκανε στη Μάνδρα, όπως έκανε στη Συμφωνία των Πρεσπών να πάρει τις πιο ακραίες θέσεις, να συμπορεύεται με συνωμοσιολόγους και ακραίους, να δημαγωγεί χυδαία. Ακόμη και να μη διστάσει στη τυμβωρυχία προκειμένου να κερδοσκοπήσει πολιτικά. Τα είδαμε όλα αυτά.

Αλλά τα βλέπουμε και τώρα να γίνονται κάπου αλλού. Στην Ισπανία, όπου μια προοδευτική κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πανδημία και έχει απέναντί της μια κυβέρνηση της Δεξιάς ομοϊδεάτες του κ. Μητσοτάκη, ο οποίος πανηγύριζε και για τη νίκη της εκπροσώπου της Δεξιάς στις περιφερειακές εκλογές στη Μαδρίτη, οι οποίοι όχι απλά είναι αρνητές της πανδημίας, αλλά πραγματικά μποϊκοτάρουν την κυβέρνηση σε κάθε της προσπάθεια.

Εμείς δεν το κάναμε αυτό. Δεν το κάναμε αυτό γιατί εμείς προτάσσουμε παντού και πάντα στην πολιτική μας τις αξίες μας, την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Εμείς στηρίξαμε την κοινωνία και δώσαμε απλόχερη στήριξη και στην κυβέρνηση, ιδίως στην πρώτη φάση της πανδημίας στα πιο κομβικά ζητήματα, στα δυο πιο κομβικά ζητήματα. Ποια είναι αυτά; Στηρίξαμε περιοριστικά μέτρα που ξέραμε ότι αίρουν πολύ σημαντικές ελευθερίες. Τα στηρίξαμε τα περιοριστικά μέτρα, στηρίξαμε όλα όσα έλεγαν τότε οι ειδικοί και οι επιστήμονες μέχρι βεβαίως του σημείου που είδαμε ότι οι επιστήμονες εργαλειοποιούνται αποκλειστικά από την κυβέρνηση. Στηρίξαμε όμως τα περιοριστικά μέτρα και στηρίξαμε και στηρίζουμε τον εμβολιασμό.

Ο κ. Μητσοτάκης στην αντιπολίτευση δεν θα το έκανε αυτό, όπως δεν το κάνει και η λαϊκιστική Δεξιά όπου βρίσκεται σήμερα στην αντιπολίτευση στην Ευρώπη.

Παρ` όλα αυτά όμως, έχει το θράσος σήμερα ο κ. Μητσοτάκης να έρχεται και να μιλάει για υγειονομικό σαμποτάζ από την πλευρά της αντιπολίτευσης στην αντιμετώπιση της πανδημίας, με συνέντευξή του στην Καθημερινή. Αν κάποιος έκανε και κάνει υγειονομικό σαμποτάζ στη χώρα, είναι ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης με την ανικανότητά του να διαχειριστεί την πανδημία και με τη διαρκή του έγνοια να θέλει να αντιμετωπίσει το ΣΥΡΙΖΑ και τους πολιτικούς του αντιπάλους και όχι την πανδημία.

Αυτή όμως η τοποθέτησή του είναι η τελευταία  που έρχεται σε μια σειρά αντίστοιχων προσπαθειών το τελευταίο διάστημα, προσπαθειών να διχάσει την ελληνική κοινωνία. Η ιστορία άλλωστε μας διδάσκει πως όλα τα καθεστώτα, όλες οι αντιδραστικές εξουσίες, όλες οι αυταρχικές δυνάμεις όταν διαβλέπουν το τέλος, καταφεύγουν πάντα στην ίδια συνταγή: στον διχασμό, στη διάσπαση της κοινωνίας, στον αυταρχισμό, στην κοινωνική και πολιτική όξυνση.
Και αυτό κάνει σήμερα ο κ. Μητσοτάκης: οι εμβολιασμένοι κατά των ανεμβολίαστων, οι νέοι κατά των ηλικιωμένων, οι τοπικές κοινωνίες κατά των προσφύγων, το συντηρητικό τμήμα της κοινωνίας εναντίον των νέων. Ένας γενικευμένος κοινωνικός διχασμός, προκειμένου να κρυφτούν οι ευθύνες της κυβέρνησης και του ίδιου προσωπικά για την αδυναμία του να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την υγειονομική κρίση.

Θέλω λοιπόν σήμερα να καταστήσω σαφές ότι δεν μπορούμε να το δεχτούμε αυτό σε καμία περίπτωση. Σε καμία περίπτωση όμως επίσης δεν θα παίξουμε εμείς το παιχνίδι του διχασμού. Οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής του Εθνικού Συστήματος Υγείας ξέρουν ποιος βρέθηκε στο πλάι τους, όχι με υποκριτικά χειροκροτήματα, αλλά με προτάσεις και στήριξη των αιτημάτων τους.

Οι πολίτες ξέρουν ποιος έβαλε πάνω απ` όλα τη ζωή και την υγεία τους. Η κοινωνία ξέρει ποιος έκανε πίσω και πρότεινε σε πολλές περιπτώσεις συμβιβαστικές λύσεις και προτάσεις, ακόμη και κοινής αποδοχής υπουργό Υγείας, ποιος πρότεινε τη συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων για να αντιμετωπιστεί η επίθεση της πανδημίας, του COVID-19 και ποιος ήταν αυτός  που τις αρνήθηκε σε κάθε στροφή.

Ξέρουν όμως επίσης ποιος άφησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας στην τύχη του και ποιος απεργάζεται ακόμη και σήμερα την ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων εν μέσω πανδημίας. Δεν βρήκε άλλο να μας πει στη συνέντευξή του σήμερα ο κ. Μητσοτάκης, παρά το ότι αμέσως μετά την πανδημία θα κλείσει περιφερειακά νοσοκομεία. Τα ίδια που έλεγε δυο χρόνια πριν, ότι πρέπει να κλείσουν δημόσια νοσοκομεία, λέει και σήμερα. Σήμερα, που έχουμε δει ότι όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, εκεί κατέφυγαν για να βρουν καταφύγιο και ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας όχι μόνο δεν πρέπει να συρρικνωθεί, αλλά πρέπει να ανασυγκροτηθεί.
Ξέρουν όμως οι πολίτες και ποιοι είναι αυτοί που προσπάθησαν να κάνουν την πανδημία ευκαιρία. Ευκαιρία για δουλειές και δουλίτσες, για να μπει η δημοκρατία στον πάγο, για να περάσουν τα χειρότερα καθεστωτικά μέτρα σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Ποιος σχεδιάζει ακόμη και τώρα να θέσει σε διακινδύνευση το ασφαλιστικό σύστημα με το σχέδιο Πινοσέτ, αν θυμάστε, όπως το είχαμε χαρακτηρίσει προεκλογικά. Ξέρει και ποιος σεβάστηκε τα περιοριστικά μέτρα και ποιος έδωσε, αντιθέτως, την ώρα που οι πολίτες τηρούσαν ευλαβικά αυτά τα μέτρα που περιόριζαν τις ελευθερίες τους, το μήνυμα της ανεμελιάς και το μήνυμα της αδικίας ταυτόχρονα. Κάποιοι να κλείνονται στα σπίτια τους, αλλά ο ίδιος ο πρωθυπουργός να κάνει ποδηλατάδες στην Πάρνηθα και γλέντια στην Ικαρία.
Ξέρουν οι πολίτες, με δυο λόγια, ποιος έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του -μαζί με όλες τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ- για να σταθεί η κοινωνία ενωμένη, συνειδητοποιημένη και όρθια απέναντι στην πανδημία, και ποιος έκανε ακριβώς το αντίθετο από την πρώτη μέρα.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Η Συνδιάσκεψή μας, οι προγραμματικές μας θέσεις, η διαδρομή μας, επικυρώνει σήμερα μετά από αυτή την πλούσια τριήμερη διαδικασία, επιτρέψτε μου να πω, όχι μόνο τον πυρήνα του προγράμματος και της πολιτικής μας, αλλά επικυρώνει και την ηθική μας. Επικυρώνει, αν θέλετε, και τη μεγάλη διαφορά που έχουμε εμείς απέναντι στους πολιτικούς μας αντιπάλους.

Εμείς είμαστε εδώ για να ενώσουμε. Να ενώσουμε την κοινωνία, την κοινωνική πλειοψηφία, όχι για να διχάσουμε. Είμαστε εδώ για να ενώσουμε στην αλλαγή όχι υποταγή. Να ενώσουμε για ένα άλμα στο αύριο και όχι μια επιστροφή στο χτες. Να ενώσουμε στην εκλογική νίκη και την απαρχή μιας νέας πορείας. Να ενώσουμε τους εργαζόμενους, τους νέους, τους μικρομεσαίους, τους αγρότες, τους ανθρώπους της τέχνης του πολιτισμού, τους φωτισμένους διανοούμενους κάτω από μια σημαία όχι κομματική, αλλά κάτω από τη σημαία της Δικαιοσύνης. Να ενώσουμε την κοινωνία στη διεκδίκηση της Δικαιοσύνης παντού.
Δεν μας αφορά η δημαγωγία του μίσους, δεν μας αφορά αυτός ο λαϊκισμός του σαμποτάζ –ας μου επιτραπεί η έκφραση μετά τη σημερινή τοποθέτηση του κ. Μητσοτάκη- δεν μας αφορούν τα κηρύγματα εναντίον οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας που τώρα τελευταία χαρακτηρίζουν την κυβερνητική προπαγάνδα.
Ο φορέας της κοινωνικής ενότητας που βλέπει και πρέπει να βλέπει μπροστά και όχι πίσω, δεν είναι άλλωστε μόνο το κόμμα μας. Είναι ο καθένας και η καθεμιά από εμάς. Είναι ο καθένας και η καθεμιά από τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες.

Ο καθένας και η καθεμιά από εμάς εκπροσωπεί όχι απλώς μια ηθική αφοσίωσης στα συμφέροντα του λαού που αναφέρεται σε μια μακρά ιστορία αγώνων για τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και μια συγκεκριμένη, μια ρεαλιστική, μια πραγματοποιήσιμη στρατηγική αλλαγής, που ακυρώνει τα διχαστικά συνθήματα και την προπαγάνδα της απογοήτευσης.

Σας καλώ να ενώσουμε το επόμενο διάστημα στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στις κοινωνικές οργανώσεις, τους δήμους, στα συνδικάτα τα θέλω της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού σε ένα συγκεκριμένο κυβερνητικό ρεαλιστικό πρόγραμμα πολιτικής αλλαγής.
Ένα πρόγραμμα το οποίο πρέπει -αφού σήμερα το καταλήξουμε- να το θέσουμε σε διαβούλευση ανοιχτή, θα έλεγα, πρώτα απ` όλα στις οργανώσεις μας, στις οργανώσεις των μελών μας αξιοποιώντας και το ψηφιακό άλμα. Και σε διαβούλευση και σε έγκριση. Και, βεβαίως, μετά τη διαδικασία αυτή, να βγούμε μπροστά. Να βγούμε μπροστά στην κοινωνία.

Το μήνυμα της τριήμερης Συνδιάσκεψής μας ότι πιστεύω είναι απολύτως σαφές και προς την κοινωνία είναι σαφές και προς το κόμμα μας είναι σαφές, στα μέλη μας που μας παρακολουθούν και προς τους πολιτικούς μας αντιπάλους πολύ σαφές, αλλά και προς τις πολιτικές δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.

Έχουμε σχέδιο για την επιστροφή της δικαιοσύνης στη χώρα. Η κυβέρνηση της Δεξιάς γυρνάει τη χώρα και τον λαό μας πίσω και πρέπει να ηττηθεί. Να ηττηθεί πρώτα στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας των πολιτών, να ηττηθεί όμως και στην κάλπη σε μια πολύ κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση για το μέλλον της χώρας, που θα είναι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Και η κάλπη αυτή πρέπει να εργαστούμε για να δώσει τη δυνατότητα συγκρότησης προοδευτικής κυβέρνησης.

Οι πολιτικοί μας στόχοι είναι σαφείς, οι προγραμματικές μας δεσμεύσεις πλέον είναι σαφείς. Καλούμε όλους τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς πολίτες να τις αγκαλιάσουν.

Καλούμε όμως κι όλες τις προοδευτικές δυνάμεις –όσες αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, χωρίς αποκλεισμό ως προς αυτό- τις θέσεις αυτές να τις σχολιάσουν, να τοποθετηθούν δημόσια πάνω σε αυτές. Γιατί οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις δεν μπορεί παρά να είναι στη βάση πολιτικών θέσεων και προγραμμάτων. Όχι μιας μικροπολιτικής κουζίνας. Στη βάση πολιτικών θέσεων και προγραμμάτων.

Ταυτόχρονα όμως, ακριβώς επειδή διεκδικούμε την πολιτική αλλαγή κι ένα ριζοσπαστικό  πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, οφείλουμε να είμαστε ρεαλιστές. Και ο ρεαλισμός λέει ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτού του προγράμματος από μια προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, που θα προκύψει από την κάλπη της απλής αναλογικής, προϋπόθεση είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, έστω και μια ψήφο όπως είπα προχθές, στις επόμενες εκλογές.

Σας καλώ να εργαστούμε σκληρά, αποφασιστικά μέσα στην κοινωνία για να το πετύχουμε. Και είμαι βέβαιος ότι θα το πετύχουμε.

Θέλω να κλείσω την τοποθέτησή μου και να κλείσω και τις εργασίες πριν πάρει τον λόγο ο Γιώργος Σταθάκης για να μας δώσει την εικόνα από τα τραπέζια και το πού έχουν καταλήξει, ποιες τροπολογίες έχουν ενσωματώσει, ποιες τροπολογίες έχουν αποδεχτεί, ποιες άλλες δεν έχουν ενσωματώσει και βεβαίως τον Δημήτρη Τζανακόπουλο που θα κάνει το ίδιο σε σχέση με την πολιτική απόφαση.

Θα μου επιτρέψετε να κλείσω πολύ πιο λυρικά την παρουσία μου. Παρακολουθώντας χτες και σήμερα αυτό το διήμερο ενός πολύ ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου -με διαφωνίες αλλά όχι με εντάσεις, με συντροφική αγωνία όλων μας για το πώς θα πάμε μαζί ένα βήμα πιο μπροστά, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν καλοθελητές το προηγούμενο διάστημα που προμήνυαν μια άλλη εικόνα γι` αυτή τη Συνδιάσκεψη. Παρακολουθώντας λοιπόν αυτή την εικόνα μιας πολύ ουσιαστικής διαδικασίας, μου ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι από ένα αγαπημένο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, που λέει:

«Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί,
έτσι που να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Γιατί εμείς αδελφέ μου δεν τραγουδάμε για να χωρίσουμε από τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο»

Με αυτούς τους στίχους και αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχαριστήσω θερμά όλες και όλους όσοι συνέβαλλαν γι` αυτή την επιτυχία. Τους ανθρώπους που δούλεψαν, όλους εσάς που παρακολουθήσατε, που συμμετείχατε, που τοποθετηθήκατε. Και να ευχηθώ σε όλες και όλους καλούς αγώνες και με τη νίκη.

Να είστε καλά.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ