ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

03/11/2021

Ομιλία του Γ. Αμανατίδη για την επάνοδο της ακροδεξιάς

Ομιλία του Γ. Αμανατίδη για την επάνοδο της ακροδεξιάς



Ομιλία του Γιάννη Αμανατίδη στην εκδήλωση-συζήτηση για την επάνοδο της ακροδεξιάς, που διοργάνωσαν οι Ο.Μ. Πολίχνης και Σταυρούπολης-Ευκαρπίας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ στο δημοτικό θέατρο Χρήστος Τσακίρης, στη Θεσσαλονίκη

Ξεχωριστή, όπως κάθε χρόνο, η εβδομάδα που πέρασε, για την πόλη μας, τη Θεσσαλονίκη.

Η ιστορική μνήμη ζωντάνεψε και μας ανάγκασε να αναστοχαστούμε, και όχι μόνο να γιορτάσουμε ή να αποδώσουμε τιμές.

Είναι λυπηρό για την ελληνική κοινωνία, ακριβώς έναν χρόνο μετά την ιστορική καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, να συζητάμε πάλι για ναζιστικούς χαιρετισμούς σε σχολεία, για τάγματα εφόδου, για αστυνομική αδράνεια.

Έγιναν τα πράγματα έτσι ξαφνικά, ή μας ξέφυγε η υποφώσκουσα ανασύνταξη των σκοτεινών δυνάμεων του φασισμού αυτή τη φορά μέσα στην καρδιά της νέας γενιάς, στα σχολεία;

Ο νεοναζισμός προβληματίζει ολόκληρη την Ευρώπη. Ελκύει ως επί το πλείστο ανθρώπους μιας γενιάς χωρίς προσωπικές εμπειρίες με το φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό και εν δυνάμει έτοιμους να βιαιοπραγήσουν.

Τον Ιούλιο 2021, μια νέα ακροδεξιά συμμαχία δημιουργείται στην Ευρώπη.

Η Μαρίν Λε Πεν, ο Βίκτορ Όρμπαν, ο Ματέο Σαλβίνι, ο Γιάροσλαβ Κατσίνσκι και άλλοι εθνικιστές πολιτικοί υπέγραψαν μια κοινή διακήρυξη, ανακοινώνοντας ότι ενώνουν δυνάμεις, με στόχο να «μεταρρυθμίσουν» την Ευρώπη. Η επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς, που υπέστη μεγάλη ήττα στις πρόσφατες τοπικές εκλογές, διευκρίνισε πως η διακήρυξη θα αποτελέσει τη βάση για συνεργασία στην πολιτική και τον πολιτισμό «ώστε να αποτραπεί η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού υπερκράτους». Μέσα από τη διακήρυξη, οι 16 ακροδεξιοί πολιτικοί στρέφονται κατά των ευρωπαϊστών, κάνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στον Εμανουέλ Μακρόν, και τονίζουν ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να ακολουθεί το φεντεραλιστικό μονοπάτι, το οποίο αναπόφευκτα την απομακρύνει από τους λαούς που αποτελούν την καρδιά του πολιτισμού μας». H Εθνική Συσπείρωση, το Φιντές, η Λέγκα και τα υπόλοιπα 13 κόμματα που συμμετέχουν στη συμφωνία διαθέτουν συνολικά 115 ευρωβουλευτές.

Ταυτόχρονα, η επανεμφάνιση στους δρόμους της Ιταλίας νεοφασιστών, οι οποίοι αναμείχθηκαν με αντιεμβολιαστές,  αναδεικνύει ένα νέο πρόβλημα, που η Ιταλία αντιμετωπίζει με το φασισμό. Στις διαδηλώσεις πρωτοτάστησαν νεοφασίστες, με βία και συμβολικές ενέργειες. Οι διαδηλώσεις ενάντια σε μια υποτιθέμενη υγειονομική δικτατορία, ταιριάζουν με τις ιδέες των ακροδεξιών. Μια κοινωνία που εξουθενώνεται από τα μέτρα για τον κορωνοϊό είναι επιρρεπής στον εξτρεμισμό.

Τα εκλογικά αποτελέσματα σε Γερμανία, περιφερειακές-τοπικές εκλογές Γαλλίας και Ιταλίας και αλλού, που δείχνουν μείωση των ποσοστών της ακροδεξιάς δεν πρέπει να μας καθησυχάζουν.

Και παράλληλα, εδώ στην Ελλάδα, η ζοφερή εικόνα από το ΕΠΑΛ Σταυρούπολης με «μαυροντυμένους» νεαρούς με «σιδερένιους λοστούς, τσεκούρια, μαχαίρια και πέτρες».

Η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στο ΕΠΑΛ Σταυρούπολης, είναι γνωστή στις αστυνομικές αρχές εδώ και χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει υπάρξει αποφασιστική αντιμετώπιση των επιθέσεων ακροδεξιών, ούτε έχουν ληφθεί μέτρα ενάντια σε ακροδεξιές ομάδες οπαδών.

Σημειώνεται, ότι το 2015 στη Σταυρούπολη η Χρυσή Αυγή είχε λάβει ποσοστό 9,30% (1.374 ψήφους), ενώ στο σύνολο της Α’ Θεσσαλονίκης είχε λάβει 7,27%. Στις εκλογές του 2019 έλαβε 5,34% (806 ψήφους), ενώ στην Α’ Θεσσαλονίκης το ποσοστό του ακροδεξιού κόμματος ήταν 3,92%. Στον Εύοσμο η Χρυσή Αυγή είχε 10,37% (2.378 ψήφους) το 2015 και 5,29% το 2019.

Επικεντρώνοντας στα ΕΠΑΛ της Σταυρούπολης, μάθαμε  ότι εδώ και δύο χρόνια έχει στηθεί ένας ιδιότυπος μηχανισμός.

Συγκεκριμένα, άτομα ιδιαίτερα δραστήρια σε ακροδεξιούς συνδέσμους οπαδών που συχνάζουν στο στέκι της Χρυσής Αυγής στη Θεσσαλονίκη, παραμένουν μαθητές στα ΕΠΑΛ, αλλάζοντας κάθε χρόνο πεδίο σπουδών, ώστε να αργούν να  αποφοιτούν.

Ακόμα, διαπιστώθηκε ότι πολλοί από τους περίπου 100 προσαχθέντες ή συλληφθέντες, είχαν δώσει το παρών στις κινητοποιήσεις των αντιεμβολιαστών στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, έχει προκύψει ότι σε αυτές τις συγκεντρώσεις συμμετείχαν και ορισμένοι από τους γονείς τους ή στενούς συγγενείς τους.

Μαζί με την επανεμφάνιση της ακροδεξιάς βίας, αναγεννήθηκε και η λεγόμενη θεωρία των δύο άκρων. Το συναντήσαμε αρχικά, την περίοδο ανάδυσης και οργανωμένης δράσης της Χρυσής Αυγής, που σφραγίστηκε από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.  Ήταν, τότε, ένα βασικό στοιχείο του κυρίαρχου δημόσιου λόγου που ευνόησε τη Χρυσή Αυγή. Το συναντήσαμε ακόμα και τις ημέρες της καταδίκης της, όταν ο Αντώνης Σαμαράς αξιοποίησε την πρόσκληση της Εφημερίδας των Συντακτών να συμμετέχει στο «τείχος της δημοκρατίας» για να υποστηρίξει ότι «εγκληματική δραστηριότητα που καλύπτεται από `πολιτική προστασία` δεν υπάρχει μόνο στη Χρυσή Αυγή».

Δεν μπορούμε να δεχτούμε την προσφιλή «εκτίμηση»  των διαφόρων «αναλυτών» ότι η ελληνική κοινωνία αιφνιδιάστηκε από την άκρα δεξιά - από τη Χρυσή Αυγή (Χ.Α.) εν προκειμένω. Μαζί, ενδεχομένως, με τη μια και μοναδική εξήγηση γι αυτό: την κρίση. Η άνοδος της Χ.Α. ωστόσο, ούτε ξαφνικά προέκυψε ούτε επιβλήθηκε στην ελληνική κοινωνία. Τέτοιου είδους πρόχειρες αντιλήψεις - όσο προσφιλείς και να είναι-, συμβάλλουν αφενός στη μυθοποίηση της Χ.Α. και των δυνατοτήτων της πολιτικής της δράσης, αφετέρου απαλλάσσουν την υπόλοιπη, δημοκρατική κοινωνία από τις ευθύνες της για την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας. Και ακριβώς αυτή η λειτουργία του μύθου αυτού, η ασυλία που παρέχει στους «συνενόχους», θα πρέπει να μας κάνει πολύ καχύποπτους.

Οι ακροδεξιοί λόγοι και πρακτικές χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα απέναντι στη διαφορετικότητα και παράλληλα καπηλεύονται συχνά τις παραδοσιακές συντηρητικές έννοιες του «έθνους», της «πατρίδας», της «θρησκείας», της «οικογένειας».

Η αλματώδης αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012 και η είσοδός της στη Βουλή προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αναλύσεις. Η πλειοψηφία τους διαπιστώνει την ξαφνική άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα και αποδίδει την άνοδο αυτού του ακροδεξιού φιλο-ναζιστικού, εθνικιστικού, αντι-μεταναστευτικού και αντισημιτικού κόμματος στην οικονομική κρίση και τις συνέπειες που αυτή είχε προκαλέσει στην ελληνική κοινωνία. Ωστόσο, ούτε η Χρυσή Αυγή ούτε η ακροδεξιά ρητορική γενικά εμφανίζονται στη δημόσια σφαίρα για πρώτη φορά στις εκλογές του 2012. Έχει προηγηθεί μια αλυσίδα γεγονότων που, σε συνδυασμό με τη διαχρονική εθνοκεντρική εκπαίδευση και τη διαρκή καλλιέργεια των εθνικιστικών και ρατσιστικών προτύπων και αξιών από τα ΜΜΕ, έχουν «νομιμοποιήσει» σταδιακά την ακροδεξιά ιδεολογία και τις διάφορες εκφάνσεις της σε τμήματα του πληθυσμού. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και οι επιπτώσεις της σε όλα τα επίπεδα έδωσαν ακόμη περισσότερο χώρο στην ακροδεξιά φρασεολογία. Έτσι, τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2012 φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν μια εξέλιξη που έχει ξεκινήσει από καιρό. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής συνδέεται με τη διείσδυσή της σε εκείνους που είχαν χάσει τους δεσμούς τους με τα κόμματα και ψήφισαν τιμωρητικά.

Η θεσμική κινητοποίηση απέναντι στο βίαιο ακτιβισμό της Χρυσής Αυγής συνέβαλε στην περιθωριοποίησή της. Όταν ατόνησαν οι βίαιες δράσεις της, περιορίστηκε δραστικά και η εκλογική δυναμική της οργάνωσης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι κατεστημένα κόμματα χάνουν σε εκλογική επιρροή, τα καθιστά επιρρεπή στα μηνύματα της Άκρας Δεξιάς.

Όσο οι δημοκρατικές δυνάμεις και οι θεσμοί επιτρέπουν την ανενόχλητη εκτέλεση και την ατιμωρησία ακροδεξιών λογικών και πράξεων, υποσκάπτουν την ίδια την ισχύ της δημοκρατίας. Οι δημοκρατικές δυνάμεις οφείλουν να υπερασπιστούν τη δημοκρατία, διαφορετικά όχι μόνο υποθάλπουν το νεοναζισμό, αλλά και ευνοούν τον περαιτέρω τραυματισμό της  δημοκρατίας στη χώρα.

Οι όποιες εκφάνσεις της ελληνικής άκρας δεξιάς πείθουν πράγματι ένα κομμάτι της νεολαίας στην Ελλάδα είτε να προσχωρήσει στους κόλπους της είτε να τη στηρίξει εκλογικά είτε να αποδεχτεί σιωπηρά τις τακτικές και την επιχειρηματολογία της. Αποτελεί, συνεπώς, αυξημένη ευθύνη όλων όσων υποστηρίζουν τη δημοκρατία να συμβάλουν στην αποτροπή της περαιτέρω διάχυσης ακροδεξιών ιδεολογημάτων στην νεολαία και να εμποδίσουν την παγίωση τέτοιων ιδεολογημάτων σε συγκροτημένη και σταθερή πολιτική τοποθέτηση.

Δεν πρέπει, όμως, να υποτιμήσουμε τα δημοκρατικά αντανακλαστικά που ενισχύθηκαν τα τελευταία χρόνια σε ένα άλλο κομμάτι της νεολαίας, το οποίο εν μέσω έκπτωσης της δημοκρατίας και εντεινόμενης καταστρατήγησης και των πιο θεμελιωδών δικαιωμάτων στη χώρα επιμένει να διεκδικεί μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα.

Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις ομάδες στόχου και τα πραγματικά ή πιθανά θύματα που δημιουργεί η άκρα δεξιά στη νεολαία. Ένα κομμάτι της νεολαίας βιώνει ως πραγματικότητα ή διάχυτη απειλή τις συνέπειες ακροδεξιών λογικών και πρακτικών. Οι τελευταίες δεν προκύπτουν μόνο από τις ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, αλλά εκφράζονται άλλοτε πιο ανοιχτά και άλλοτε πιο σιωπηρά από εκπροσώπους του ίδιου του κράτος και των θεσμών του, αλλά συχνά και από ευρύτερες δυνάμεις της ίδιας της κοινωνίας. Είναι σημαντικό, λοιπόν, να διερευνήσουμε και να φροντίσουμε για εκείνες της ομάδες εντός της νεολαίας που συνιστούν και στοχοποιούνται ως θύματα της άκρας δεξιάς: μετανάστες, ΛΟΑΤΚΙ, Ρομά, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι ή άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων, άτομα με αναπηρία κ.ά.

Όσο εστιάζαμε και αγωνιζόμαστε ενάντια στα πογκρόμ εναντίον των μεταναστών, στα τρόφιμα μόνο για Έλληνες και στις ναζιστικές φιέστες, στο ελληνικό διαδίκτυο στρωνόταν ο δρόμος για την κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ιδεολογίας και αισθητικής. Εκεί, το παιχνίδι παιζόταν στο πεδίο των πολιτισμικών ταυτοτήτων, σε δύο επίπεδα: από τη μία με το να παρουσιάζεται η Αριστερά (και ιδιαίτερα η νέα Αριστερά) ως καρικατούρα και από την άλλη με το να χτίζεται ένα φιλικό πρόσωπο της Ακροδεξιάς, με το οποίο μπορούσαν να ταυτιστούν οι νέοι χωρίς ενοχές και ταμπού. Άλλωστε, κανείς δεν την αποκαλούσε Ακροδεξιά: στη χειρότερη περίπτωση ήταν ο χώρος του εθνικισμού και στην καλύτερη ενός φρεσκοσερβιρισμένου συντηρητισμού, που θα επανάφερε τα πράγματα στη «φυσική τους τάξη».

Καθώς η σχέση νεολαίας και κοινωνίας στην Ελλάδα οξύνεται, η νεολαία αναζητά τρόπους έκφρασης, με φόντο τα αδιέξοδα που δημιουργούνται. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένα κομμάτι της νεολαίας στην Ελλάδα αναζητεί την διέξοδο στην αποδοχή εκείνων των ακροδεξιών λογικών, που χρόνια τώρα καλλιεργούνται και συνιστούν ένα μέρος της «κανονικότητας» στην αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων στην ελληνική κοινωνία. Προηγείται, δηλαδή, η νομιμοποίηση της ανισότητας ως κοινωνική πρακτική, για να μπορεί στη συνέχεια να αποτελέσει και στοιχείο αποδεκτής συγκροτημένης ακροδεξιάς πολιτικής θέσης που τη δικαιολογεί. Για ένα μέρος της νεολαίας στην Ελλάδα η αποδοχή ακροδεξιών θεωριών και πρακτικών φαντάζει μια προσιτή αλλά και «νόμιμη» διέξοδος για την αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων.

Επίσης, η υποβάθμιση των υπερεθνικιστικών ιδεών της Άκρας Δεξιάς λειτουργεί ως «λίπασμα» που δημιουργεί ευκαιρίες για την άνοδό της. Αρκετά, μάλιστα,  από τα μοτίβα του ρεπερτορίου της Άκρας Δεξιάς, υιοθετήθηκαν από τα συντηρητικά κόμματα και κυρίως τη ΝΔ., ο στόχος αυτός της επιστροφής εκλογέων στην κεντρική αρένα δείχνει να είναι εφικτός, με ταυτόχρονη νομιμοποίηση της ατζέντας της Άκρας Δεξιάς.

Επείγει να διαβάσουμε το φαινόμενο με τους δικούς του κώδικες, να καταλάβουμε πώς συγκροτούν οι ίδιοι τις υποκειμενικότητές τους. Διαφορετικά, θα καταλάβουμε, αργά πια, ότι το να είναι κανείς γραφικός, δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να είναι και επικίνδυνος.

Η αντιμετώπιση του ακροδεξιού φαινομένου είναι  πρωτεύον ζήτημα της εκπαίδευσης, η οποία είναι αναπόσπαστα δεμένη με την υπεράσπιση της δημοκρατίας.

Χρειάζεται αφενός μια νέας μορφής επαναπολιτικοποίηση της νεολαίας, στην εκκίνηση μιας ευρείας δημοκρατικής διεκδίκησης των νέων, με νέα εργαλεία, νέες δικτυώσεις, νέες συλλογικότητες. Σε μια στράτευση όχι μόνο ενσώματη, στο δρόμο, αλλά και στο χώρο των ιδεών, της πληροφόρησης, της γνώσης.

Αφετέρου, απαιτείται, μέσα στο ίδιο το σχολείο, μια συνεχής ενημέρωση για την καταπολέμηση της ακροδεξιάς. Μέσα από την ίδια τη διδασκαλία των μαθημάτων. Η νεοελληνική γλώσσα, τα θρησκευτικά, η ιστορία, η πολιτική παιδεία, η κοινωνική και πολιτική αγωγή αποτελούν κατάλληλα μαθήματα για προεκτάσεις και προβληματισμό, για τη μελέτη σύγχρονων φαινομένων, για την εμβάθυνση σε έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η μισαλλοδοξία, ο εθνοφυλετισμός, η ομοφοβία, οι διακρίσεις, ο ναζισμός και ο φασισμός.

Ακόμα καλύτερα, να προσεγγίζουμε αυτά τα φαινόμενα διαθεματικά, οριζόντια, μέσα από ερευνητικές εργασίες, ομαδικές δράσεις, πρωτότυπες δραστηριότητες, παιχνίδια ρόλων και βιωματικά εργαστήρια. Υπερβαίνοντας κατά το δυνατόν τους περιορισμούς και τα στεγανά του ωρολόγιου προγράμματος και της διδακτέας ύλης. Μεγάλο ζητούμενο πάντα η ενίσχυση της δημοκρατικής παιδείας, της ισότητας, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης.

Δεν αρκεί όμως αυτό, χρειάζεται συνολική συστράτευση  και αγώνας, για να μην ζήσουμε νέες δολοφονίες και πογκρόμ.

Απαιτείται συνεργασία μεταξύ εκπροσώπων της πολιτικής, της επιστήμης, των μέσων ενημέρωσης, των συνδικάτων και της κοινωνίας των πολιτών μέσω της δράσης και βέβαια το βασικό είναι να υπάρχει ενεργοποίηση του κόσμου.

Οι προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις με οδηγό τον ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική συμμαχία οφείλει να αναλάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες πιέζοντας παράλληλα για τη σωστή λειτουργία των θεσμών. Ο κανονισμός της βουλής, για παράδειγμα, πρέπει να ενεργοποιείται  όταν υπάρχει ρατσιστικός λόγος στο κοινοβούλιο, θα αναδείξουμε τους τρόπους. Κάτι σημαντικό που προέκυψε  από δίκη, είναι το ποιοι αρμοί του κράτους φιλοξενούν ακροδεξιούς θύλακες. Λέμε για την Ελληνική Αστυνομία,  αλλά το θέμα είναι ευρύτερο.

Οι παρεμβάσεις καταπολέμησης της άκρας δεξιάς δεν πρέπει να έχουν πυροσβεστικό χαρακτήρα, αλλά να εστιάζουν σε δράσεις που καλλιεργούν, αναπτύσσουν, εμβαθύνουν τη δημοκρατία και τις αξιακές της βάσεις, ώστε να είναι αποτελεσματικές σε βάθος χρόνου. Είναι επίσης επιτακτική η ανάγκη να δίνονται σαφείς και αποφασιστικές θεσμικές απαντήσεις σε ρατσιστικές επιθέσεις, βιαιοπραγίες, διακηρύξεις μίσους, απειλές και άλλες παράνομες πράξεις που προσβάλλουν τη δημοκρατία και την ισότητα.

Η ιστορική εμπειρία και τα στοιχεία πολλών ερευνών δείχνουν ότι η ανάπτυξη συλλογικής δράσης ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό δεν μπορεί παρά να ενισχύει τη δημοκρατία και να αποτελεί μια ελπίδα για την ποιοτική της αναβάθμιση.

Όσο οι δημοκρατικές δυνάμεις και οι δημοκρατικοί θεσμοί επιτρέπουν την ανενόχλητη εκτέλεση και την ατιμωρησία παρόμοιων πράξεων, υποσκάπτουν την ίδια την ισχύ της δημοκρατίας αλλά και την πίστη σε αυτή. Σήμερα, που η παραπάνω συζήτηση δεν είναι θεωρητική, αλλά οι νεοναζιστικές προκλήσεις και τα ρατσιστικά εγκλήματα πληθαίνουν καθημερινά, οι δημοκρατικές δυνάμεις οφείλουν χωρίς δεύτερη σκέψη να υπερασπιστούν τη δημοκρατία. Χωρίς πανικό, αλλά με επαγρύπνηση.

Η ελληνική κοινωνία είναι μια κοινωνία που έχει αντιφασιστικά χαρακτηριστικά και αντανακλαστικά και το έδειξε στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής.

Ακόμα υπάρχει χρόνος για ανασύνταξη, δράση, αγώνα.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ