ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

15/11/2021

Ν. Φίλης: Θα καταργήσουμε Πανεπιστημιακή Αστυνομία, ΕΒΕ, Τράπεζα Θεμάτων και την «τιμωρητική» αξιολόγηση

Ν. Φίλης: Θα καταργήσουμε Πανεπιστημιακή Αστυνομία, ΕΒΕ,  Τράπεζα Θεμάτων και την «τιμωρητική» αξιολόγηση



Συνέντευξη του Νίκου Φίλη, βουλευτή Α’ Αθήνας και τομεάρχη Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ, στην ιστοσελίδα Alfavita.gr

Ασκείτε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο που διαχειρίζεται την πανδημία στα σχολεία. Σε ποιες πρωτοβουλίες θα είχατε προχωρήσει εσείς που δεν έγιναν σήμερα;

Σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας ο ΣΥΡΙΖΑ υπέδειξε ένα άλλο στρατηγικό σχέδιο για την αντιμετώπισή της στα σχολεία, από αυτό που εφάρμοσε η κυβέρνηση με το ολέθριο αποτέλεσμα να έχει η Ελλάδα ένα από τα χειρότερα αρνητικά ρεκόρ παγκοσμίως στο συνολικό χρόνο που έμειναν κλειστές οι εκπαιδευτικές δομές, σύμφωνα με τα στοιχεία της Unesco.

Υπενθυμίζω εν τάχει την τόσο συκοφαντημένη πρότασή μας για αραίωση των πολυπληθών τμημάτων που ενώ προτείνεται και από τον ΕΟΔΥ, συναντά την πεισματική άρνηση της κυβέρνησης. Μάλιστα με φαιδρές συκοφαντίες, ότι δήθεν ζητούσαμε να διπλασιαστούν αίθουσες- τμήματα-καθηγητές, ενώ το ζητούμενο προφανώς ήταν να αραιώσουν τα πιο πυκνά τμήματα. Υπενθυμίζω τον αγώνα που δώσαμε να χορηγηθεί σε όλους τους μαθητές στην ώρα του ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός. Την πρότασή μας για δημιουργία εθνικής υποδομής τηλεκπαίδευσης έναντι της σκανδαλώδους σύμβασης με την Cisco. Την επιμονή μας πριν την ανακάλυψη του εμβολίου για μαζικά δωρεάν τεστ στους εκπαιδευτικούς και στους μαθητές. Την απόλυτη αντίθεσή μας στην ΕΒΕ και σε άλλες αντιεκπαιδευτικές ρυθμίσεις, όπως η Τράπεζα Θεμάτων που χτυπούν ευθέως τα μορφωτικά δικαιώματα των «παιδιών της πανδημίας». Την επικέντρωσή μας στα ζητήματα των μορφωτικών ελλείψεων, των παιδαγωγικών ανισοτήτων και των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων των νέων και όχι στις διάφορες μορφές εντατικοποίησης των εξετάσεων και των τιμωρητικών-αυταρχικών μέτρων της κυβέρνησης.

Αν τα μέτρα αυτά είχαν γίνει δεκτά τα σχολεία θα είχαν μείνει πολύ λιγότερο χρονικό διάστημα κλειστά. Τα παιδιά και οι οικογένειες δεν θα είχαν επηρεαστεί υπέρμετρα και κυρίως, θα είχαν περιοριστεί οι νοσηλείες, οι διασωληνώσεις και οι θάνατοι που οφείλονται σε μετάδοση του ιού από τα σχολεία στις οικογένειες. Κι αυτή είναι η εγκληματική ευθύνη της κυβέρνησης. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι με την πολιτική που εμείς προτείναμε και θα ασκούσαμε αν είχαμε την ευθύνη της διακυβέρνησης, αυτά τα οδυνηρά και τραγικά αποτελέσματα θα είχαν κατά πολύ μετριαστεί, αν όχι αποφευχθεί.

Μπορείτε να αναφέρετε νομοθετικές παρεμβάσεις και κινήσεις του Υπουργείου Παιδείας με τις οποίες διαφωνείτε ριζικά και δηλώνετε ότι αν έρθει στην κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ θα τις καταργήσει;

Στο χώρο της εκπαίδευσης επέλεξε η κυβέρνηση να δώσει μάχη αμφισβήτησης κρίσιμων κατακτήσεων της δημοκρατικής Μεταπολίτευσης, ανατρέποντας ακόμα και ρυθμίσεις που είχαν υποστηριχθεί από το σύνολο των δυνάμεων του συνταγματικού τόξου. Έτσι εννοεί η Alt-Right κυβέρνηση την αμφισβήτηση της αριστερής ηγεμονίας. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία του Μητσοτάκη ήταν η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Και συνέχισε με την πανεπιστημιακή αστυνομία. Είναι θέμα Δημοκρατίας η κατάργηση αυτών των αντιδημοκρατικών νομοθετημάτων.

Κι ακόμα, είναι θέμα Δημοκρατίας η κατάργηση ρυθμίσεων που αμφισβητούν το δικαίωμα των παιδιών στη μόρφωση και στην ισότητα των ευκαιριών, όπως η ΕΒΕ και η Τράπεζα Θεμάτων. Επιπλέον, είναι θέμα Δημοκρατίας η κατάργηση της ψευδεπίγραφης τιμωρητικής αξιολόγησης, με την οποία υπονομεύεται το σχολείο της γειτονιάς.

Στα μέτρα που πρέπει να ανατραπούν και εκείνο που επιβάλλει την επαγγελματική ισοτιμία ανάμεσα στα αμφίβολης ποιότητας ιδιωτικά κολέγια με τα δημόσια πανεπιστήμια. Να σημειώσω ότι με τη διοικητική «ισοτιμία», πλήττονται και τα παιδιά που φοιτούν στα ιδιωτικά κολέγια, καθώς δεν υπάρχει κανένας έλεγχος ποιότητας των κολεγίων, του εκπαιδευτικού προσωπικού τους και των προγραμμάτων σπουδών τους.

Γνωρίζουμε βέβαια ότι ο αγώνας για την κατάργηση των μέτρων της αντικοινωνικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης δεν είναι στιγμιαίος και δεν μπορεί να αφεθεί στο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα μετά τις εκλογές. Αντιθέτως για να επιτευχθεί η νομοθετική κατάργηση μετά τις εκλογές, επιβάλλεται από τώρα ο συνεχής αγώνας των εκπαιδευτικών, των μαθητών, των γονέων, δηλαδή η συγκρότηση ενός μετώπου Παιδείας. Με την ανάθεση δεν λύνονται τα προβλήματα. Χρειάζεται συμμετοχή και ευρεία κοινωνική και πολιτική συσπείρωση.

Στις προτεραιότητές μας είναι η επαναφορά της νομιμότητας της χρηστής διοίκησης, της πραγματικά επιτελικής διοίκησης με στόχους αντί του κομματισμού, της αναξιοκρατίας και της μνημειώδους επιτελικής ανικανότητας που επικρατούν στο υπουργείο Παιδείας. Όπως αυτό το μοντέλο διοίκησης και οργάνωσης που ασκήσαμε στην εκπαίδευση, καταφέρνοντας από το 2016 με πολύ λιγότερα μέσα να ανοίγουν τα σχολεία στην ώρα τους και να λειτουργούν κανονικά κάτι που ήταν άπιαστος στόχος δεκαετιών με τις κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ.

Επαναφορά του δημοκρατικού και αντιαυταρχικού μοντέλου στην εκπαίδευση, με ρόλο στους συμμετοχικούς θεσμούς με κυρίαρχο αυτόν των συλλόγων διδασκόντων. Με ισχυρές μαθητικές κοινότητες. Με συμμετοχή όλων των παραγόντων της πανεπιστημιακής ζωής στη διοίκηση των Πανεπιστημίων. Με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα προετοιμάζει τη νέα γενιά να οξύνει τα αναλυτικά της κριτήρια και να αναπτύσσει την κριτική της σκέψη απέναντι σε έναν κόσμο κρίσεων και μεγάλων προκλήσεων. Με έναν μεγάλο μετασχηματισμό σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες συμβατό με το συνολικό αναπτυξιακό υπόδειγμα της δίκαιης ανάπτυξης και της Οικολογικής μετάβασης. Με νέα βιβλία και εκπαιδευτικά εργαλεία, περιλαμβανομένων των ψηφιακών μέσων στην υπηρεσία της αναντικατάστατης διά ζώσης διδασκαλίας.

Να πω μάλιστα στο σημείο αυτό, ότι η κυβέρνηση όπως και στο ζήτημα των διορισμών προσπαθεί να οικειοποιηθεί το έργο του ΣΥΡΙΖΑ και της προηγούμενης ηγεσίας του ΙΕΠ στη διαμόρφωση των νέων αναλυτικών προγραμμάτων και στη σύνταξη των νέων βιβλίων. Είναι η ίδια κυβέρνηση που στο όνομα της «αριστείας», συντάχθηκε με τους πιο σκοταδιστικούς και αντιδραστικούς κύκλους που πολέμησαν τα νέα προγράμματα των Θρησκευτικών, που πολτοποίησε χωρίς καμία αξιολόγηση τα νέα προγράμματα της Ιστορίας, που εξοβέλισε την Κοινωνιολογία, τις Πολιτικές Επιστήμες και τα καλλιτεχνικά μαθήματα από το Λύκειο.

Στο θέμα των μόνιμων διορισμών η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας σημειώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε δηλώσεις αλλά η ΝΔ έκανε πράξη τους διορισμούς. Τι έχετε να πείτε;

Όλη η εκπαιδευτική κοινότητα γνωρίζει πως ο ΣΥΡΙΖΑ, σε απείρως δυσκολότερες δημοσιονομικές συνθήκες κράτησε, όρθιο το δημόσιο σχολείο και αναβάθμισε κρίσιμες λειτουργίες του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους διορισμούς που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προκήρυξε (στην Ειδική Αγωγή) και προετοίμασε (στην Γενική Εκπαίδευση), ψηφίζοντας το νέο νόμο και βρίσκοντας τις αναγκαίες πιστώσεις. Κυρίως, όμως, πέτυχε κόντρα στη θέση της ΝΔ τη θέσπιση στον δημόσιο τομέα, του κανόνα «ένας φεύγει - ένας προσλαμβάνεται» που επέτρεψε τους διορισμούς. Αν είχε ισχύσει ο κανόνας της ΝΔ «5:1» οι προσλήψεις θα ήταν με το ζόρι 3.000 και όχι 15.000 για τις οποίες κομπάζει τώρα η ΝΔ, χωρίς να είναι δικό της έργο.

Όμως η ανάγκη μόνιμων διορισμών παραμένει. Χρειάζεται να διοριστούν άλλοι 20 χιλ. εκπαιδευτικοί την επόμενη τετραετία και να διπλασιαστεί ο αριθμός των πανεπιστημιακών. Αυτό προϋποθέτει δραστική αύξηση της χρηματοδότησης για την εκπαίδευση, που πρέπει στα επόμενα χρόνια να φτάσει στο μ.ό. της ΕΕ, ήτοι το 5% του ΑΕΠ. Οι μόνιμοι διορισμοί πρέπει να συνδυαστούν με ένα εκτεταμένο και διαρκές πρόγραμμα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ώστε αυτοί να υποστηριχθούν και να ανταποκριθούν στην άσκηση του λειτουργήματός τους, με τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό των προγραμμάτων και του περιεχομένου της διδασκαλίας αλλά και την καλύτερη αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων που αφήνει ως δραματική παρακαταθήκη στη νεολαία η κρίση της πανδημίας.

Οι μαζικοί διορισμοί εκπαιδευτικών είναι αναγκαίοι καθώς τα χρόνια των μνημονίων αλλά και πέρσι υπήρξε μαζική συνταξιοδότηση εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα ο ένας στους τέσσερις υπηρετούντες να είναι αναπληρωτής, δηλ. εργαζόμενος χωρίς εγγυημένα δικαιώματα (ούτε να αρρωστήσουν ούτε να μείνουν έγκυες μπορούν οι αναπληρώτριες…). Κι ακόμα, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας των διδασκόντων, δυσκολεύουν την αναγκαία εκπαιδευτική σχέση ανάμεσα στα μικρά παιδιά κυρίως, και το δάσκαλο, ιδιαίτερα μάλιστα στην Ειδική Αγωγή.

Να θυμίσουμε ότι με απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επιλέγη κατά προτεραιότητα και για πρώτη φορά ο διορισμός μόνιμου προσωπικού στην Ειδική Αγωγή. Είχαμε ψηφίσει το νόμο για τους διορισμούς, είχαμε εγγράψει τα κονδύλια στον προϋπολογισμό και είχε ξεκινήσει να τρέχει ο διαγωνισμός από το ΑΣΕΠ, που δεν ολοκληρώθηκε μέχρι το Δεκέμβρη του 2019, αλλά με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη καθυστέρησε για περίπου ένα χρόνο.

Με αφορμή τη διαφωνία σας με το μοντέλο αξιολόγησης που θέσπισε η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, σας κατηγορούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει γενικά την αξιολόγηση στα σχολεία. Ισχύει κάτι τέτοιο;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε θεσπίσει ένα μοντέλο αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας με ευθύνη του Συλλόγου Διδασκόντων που προσιδιάζει στο φινλανδικό μοντέλο. Με στόχο τον προγραμματισμό, τη βελτίωση και την ανατροφοδότηση τόσο του μαθησιακού όσο και του ευρύτερου μορφωτικού ρόλου και κοινωνικού ρόλου του σχολείου. Ταυτόχρονα είχε αναμορφώσει το θεσμό των σχολικών συμβούλων με τα ΠΕΚΕΣ τα οποία παρήγαγαν σημαντικό και πρωτότυπο έργο, υποστηρίζοντας στενά τους εκπαιδευτικούς.

Κι αντί η κυρία Κεραμέως να αξιολογήσει αυτούς τους θεσμούς, τους κατάργησε. Και τους αντικατέστησε με το τιμωρητικό και αυταρχικό πλαίσιο της ψευδεπίγραφης αξιολόγησης που επαναφέρει σκοτεινές μέρες μνημονίων στην εκπαίδευση. Τότε που οδηγήθηκαν σε διαθεσιμότητα 3.000 εκπαιδευτικοί οι οποίοι επανήλθαν μετά, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ. Η περιβόητη αξιολόγηση Κεραμέως συνιστά ευθεία επίθεση στον εκπαιδευτικό κόσμο γι’ αυτό συνάντησε την καθολική αντίδρασή του. Κι ακόμα, η μεγαλύτερη τιμωρία για το σχολείο είναι η επιβολή ενός μοντέλου αξιολόγησης γραφειοκρατικού, καθώς οι εκπαιδευτικοί καλούνται να συμπληρώνουν φόρμες, για αμέτρητες ώρες, αντί να κάνουν ουσιαστική δουλειά. Τη δουλειά τους!

Στρατηγικός στόχος της κυβέρνησης είναι η μέσω «αξιολόγησης» κατηγοριοποίηση των σχολείων, ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε «καλά» και «κακά» σχολεία, η περικοπή της δημόσιας χρηματοδότησης στα «κακά» σχολεία, η πριμοδότηση των «καλών» σχολείων με χορηγίες ιδιωτών, το εκ νέου άνοιγμα του δρόμου για απολύσεις εκπαιδευτικών και η ύψωση περαιτέρω φραγμών στη μόρφωση των παιδιών από τα πιο αδύναμα και τα μεσαία στρώματα.

Επίσης η Νίκη Κεραμέως ισχυρίζεται ότι η δική της νομοθεσία για την αξιολόγηση είναι συνέχεια και επέκταση της προηγούμενης νομοθεσίας επί υπουργίας Κώστα Γαβρόγλου (Νόμος 4547/2018)... Πώς το σχολιάζετε;

Είπα τι είχε θεσπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η κυρία Κεραμέως, γνωρίζοντας ότι αυτό το πλαίσιο είχε υποστηριχθεί από τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες και είχε τη συναίνεση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκπαιδευτικών, κολλάει στη δική μας νομοθεσία ως ατάλαντη Μαίρη Σέλλεϋ το δικό της φρανκεσταϊνικό δημιούργημα: αποσκοπεί στην ποινικοποίηση του μορφωτικού ρόλου των εκπαιδευτικών, στην ανελευθερία και στον στενό κομματικό έλεγχο της διδασκαλίας, αντί της γνήσιας, συλλογικής, δημοκρατικής και ελεύθερης διαδικασίας αποτίμησης του έργου της σχολικής μονάδας που εμείς είχαμε καθιερώσει.

Τι σχέση έχει ο ν. 4547/2018 με τον διευθυντή - «δερβέναγα», με την επαναφορά του «επιθεωρητισμού», με την αναζήτηση πόρων εκτός δημόσιας χρηματοδότησης, από την «αγορά», με τη σύνταξη λιστών καλών και κακών σχολείων που είναι ο στρατηγικός στόχος τους; Απολύτως καμία.

Από πού πιστεύετε ότι αντλεί τέτοια αυτοπεποίθηση η υπουργός Παιδείας η οποία τροφοδοτεί το βομβαρδισμό νομοθετημάτων, εγκυκλίων, υπουργικών αποφάσεων που λιπαίνουν την ιδιωτικοποίηση – εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης;

Δεν νομίζω ότι η υπουργός που καταλαμβάνει σταθερά τις τελευταίες θέσεις των δημοσκοπήσεων και έχει τις περισσότερες αρνητικές γνώμες από κάθε άλλο κυβερνητικό στέλεχος, διαθέτει κάποια γνήσια πολιτική αυτοπεποίθηση που να εδράζεται σε έργο και αποτελέσματα προς όφελος της δημόσιας εκπαίδευσης. Γι` αυτό πλέον αποφεύγει όπως ο «διάβολος το λιβάνι» τη Βουλή και το υπουργείο Παιδείας εκπροσωπείται από τους δύο υφυπουργούς στον κοινοβουλευτικό διάλογο.

Μάλιστα, πρόσφατα, με το όνειδος των συγχωνεύσεων την άδειασε μέχρι και το Προεδρείο της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων το οποίο ζήτησε τη συνδρομή άλλου υπουργείου προκειμένου να τεθεί τέλος στις απαράδεκτες και επικίνδυνες συντμήσεις τμημάτων. Το ίδιο συνέβη και με φιλικούς προς τη ΝΔ Δήμους, όπως ο Δήμος της Αθήνας. Η κυρία Κεραμέως, όμως, όπως και όλη η κυβέρνηση Μητσοτάκη αδιαφορεί για την «κλασική» πολιτική αξιολόγηση. Εκτελεί ειδική αποστολή. Υπέρ συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων. Όσο αυτά τα εξυπηρετεί, στη βάση νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων και του αντίστοιχου κώδικα αξιών, έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένη και να διατηρεί την, έστω τσαλακωμένη, αυτοπεποίθησή της. Άλλος κόσμος, άλλες αξίες, άλλες κοινωνικές και προσωπικές ιεραρχήσεις και προτεραιότητες.

Πιστεύετε ότι οι απανωτές αγωγές και η επιχείρηση καθυπόταξης των εκπαιδευτικών μέσω δικαστικών αποφάσεων, θα αφήσει αλώβητη την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ;

Στο νεοφιλελεύθερο σύμπαν στο οποίο κινείται η κυβέρνηση και η συγκεκριμένη υπουργός, δεν υπάρχει χώρος για δισταγμούς και ευαισθησίες. Όσο πιο αποφασιστικά χτυπούν ή διώκουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, τόσο τρέχει πιο γρήγορα το ranking της αφοσίωσής τους και της αποτελεσματικότητάς τους στην άσκηση απολύτως συνειδητών αντιλαϊκών και αντικοινωνικών πολιτικών. Οι εκπαιδευτικοί, όπως και το σύνολο των εργαζομένων στην αντίληψή τους είναι «ο εχθρός λαός» που οι «άριστοι» οφείλουν να υποτάξουν, να τον ελέγξουν και να τον υποχρεώσουν να υπηρετήσει χωρίς αντιρρήσεις τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις τους.

Η κα Κεραμέως, μεθοδεύει την ακαριαία σύγκρουση με τον εκπαιδευτικό κόσμο, γιατί γνωρίζει ότι η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων δημιουργεί προϋποθέσεις για να διαπιστώσουν οι γονείς και οι μαθητές τα αδιέξοδα της ψευδώνυμης αξιολόγησης. Έτσι θα καταστεί δυνατό να αναδειχθεί η πολιτική διέξοδος που θα οδηγήσει στην νομοθετική κατάργηση της τιμωρητικής αξιολόγησης και της συνακόλουθης κατηγοριοποίησης των σχολείων.

Στη σύγκρουση που σοβεί ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και τα σωματεία τους από τη μια και στο Υπουργείο Παιδείας από την άλλη, η συνδικαλιστική παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ (ΣΥΝΕΚ) κατηγορείται ότι σήκωσε «λευκή σημαία» κάτω από την πίεση των δικαστικών αποφάσεων. Ποια η γνώμη σας;

Σε αυτόν τον αγώνα που συνεχίζεται, για εμάς υπάρχει πρωτίστως το 80-90% των εκπαιδευτικών όλων των πολιτικών αποχρώσεων που αντιστάθηκαν στην ψευδεπίγραφη αξιολόγηση. Όπως πριν είχαν αντισταθεί στην κάμερα στις τάξεις ή στις εκλογές-φιάσκο για τα υπηρεσιακά συμβούλια. Οι δικαστικές αποφάσεις, βασισμένες στον απεργοκτόνο νόμο Χατζηδάκη, διαμόρφωσαν άλλο τοπίο στον αγώνα και στη διεκδίκηση.

Σε αυτή τη νέα κατάσταση οι Ομοσπονδίες διατηρώντας ως κόρην οφθαλμού την ενότητα του εκπαιδευτικού κόσμου και με καθοριστική τη συμβολή των δυνάμεων που πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ, χαράσσουν την τακτική τους. Το αίτημα που προβλήθηκε από ορισμένες πλευρές για (επαναπρο)κήρυξη «νόμιμης» απεργίας στο πλαίσιο και με αποδοχή του νόμου Χατζηδάκη, εκ των πραγμάτων θα εκλαμβανόταν ότι ισοδυναμεί με νομιμοποίηση μιας ακραίας νεοφιλελεύθερης θεσμικής τομής εκ μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος.

Πράγματι το συνδικαλιστικό - πολιτικό δίλημμα ήταν ισχυρό. Δεν υπήρχαν εύκολες απαντήσεις. Αυτό το εγνώριζε και το υπουργείο που έσπρωχνε σε μια τυφλή σύγκρουση με τους εκπαιδευτικούς, ώστε σε πρώτη φάση η απεργία τους να κηρυχθεί όχι μόνο παράνομη αλλά και καταχρηστική και να εμποδισθεί η κήρυξη απεργίας με το ίδιο αίτημα στο μέλλον. Είναι αναγκαίο να επιτυγχάνεται η μεγαλύτερη δυνατή ενότητα του εκπαιδευτικού κόσμου, παρά τις όποιες εύλογες συνδικαλιστικές διαφωνίες. Δεν είναι ώρα για κατηγορίες. Την ώρα μάλιστα που οι Ομοσπονδίες και οι εκπαιδευτικοί απειλούνται με διώξεις από το υπουργείο για τις «ενιαίες φόρμες». Με σεβασμό στην αυτονομία των κοινωνικών αγώνων και τη δημοκρατική λειτουργία των συνδικαλιστικών φορέων, δεν νομίζω ότι πρέπει ένα πολιτικό κόμμα, κοινοβουλευτικό ή εξωκοινοβουλευτικό, να αναγορεύεται σε υπέρτατο κριτή των αποφάσεων ενός κλάδου.

Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ σέβεται η δυναμική των κοινωνικών αγώνων, τις αντοχές των πολιτών και προσπαθεί να προσδώσει την αναγκαία πολιτική προοπτική σύμφωνα με την οποία οι κινητοποιήσεις θα δικαιωθούν και νομοθετικά όταν έρθει (και ελπίζουμε σύντομα) η ώρα της προοδευτικής διακυβέρνησης.

Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί η δραματική κατάσταση στις σχολικές υποδομές;

Σε λίγες μέρες θα συζητηθεί στη Βουλή ο νέος προϋπολογισμός. Η πανδημία έχει προσθέσει νέα προβλήματα στην εκπαίδευση. Η κλιματική κρίση επιβαρύνει τις συνθήκες της σχολικής ζωής. Όλοι είδαμε ότι με την πρώτη νεροποντή χρειάστηκε να μετατραπούν σε γέφυρα θρανία, για να βγουν παιδιά από σχολείο. Παρά τα δισεκατομμύρια από τα Κοινοτικά Πακέτα Στήριξης, τα μισά σχολικά κτίρια έχουν ηλικία άνω των 40 ετών. Ανάμεσά τους κάποια είναι σεισμοπαθή. Τα νηπιαγωγεία στεγάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις σε ισόγεια πολυκατοικιών ή μαγαζιά. Οι φοιτητικές εστίες είναι ανεπαρκείς και συχνά προβληματικές.

Το Ταμείο Ανάκαμψης προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία για ν’ αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της σχολικής και φοιτητικής στέγης, αξιοποιώντας και τα προγράμματα για την ενεργειακή και ψηφιακή αναβάθμιση των σχολείων. Είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα τώρα, μια νέα μεγάλη επένδυση στις σχολικές υποδομές, ανάλογη με αυτή που έλαβε χώρα τη δεκαετία του ‘80. Χρειάζεται να συσταθεί ένας κεντρικός φορέας σχολικών κτιρίων, με ισχυρή περιφερειακή διάρθρωση, ούτως ώστε να συνδυαστεί η ποιότητα της σχολικής στέγης με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των πόρων. Η εμπειρία από την αρμοδιότητα των δήμων για τα σχολικά κτίρια, χρειάζεται να μελετηθεί και κυρίως να ενισχυθεί η Τοπική Αυτοδιοίκηση με τους απαραίτητους πόρους για τη συντήρηση των σχολικών μονάδων.

Δυστυχώς όμως και πάλι η Παιδεία, ακόμα και η Υγεία είναι φτωχοί συγγενείς, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνεται σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Ακόμα και στο επίμαχο θέμα της τεχνικής εκπαίδευσης, προβλέπεται να διατεθούν εκατοντάδες εκατομμύρια στους ίδιους ιδιωτικούς φορείς που θα διαπιστώνουν τις ανάγκες της αγοράς και θα αναλαμβάνουν οι ίδιοι το έργο της εξειδίκευσης, καταργώντας το ρόλο του ΟΑΕΔ. Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει!

Αντί λοιπόν να συζητάμε τα μείζονα προβλήματα, η κυβέρνηση μεθοδεύει τον αντιπερισπασμό της αξιολόγησης, εξαιρώντας μάλιστα από αυτήν την κατάσταση των υποδομών και τις τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ