ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

17/10/2014

Ομιλία Δημήτρη Στρατούλη, βουλευτή Β Αθήνας, επικεφαλής ΕΕΚΕ Εργασίας, στη συζήτηση της τροπολογίας του Υπουργείου Εργασίας για τον ΟΜΕΔ




«Η κυβέρνηση συνεχίζει την κατεδάφιση του ΟΜΕΔ και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας»


Κύριε Πρόεδρε, θέλω να ξεκινήσω με κάτι που σας αφορά, όχι προσωπικά. Αφορά το Προεδρείο της Βουλής τυπικά, αλλά ουσιαστικά αφορά την Κυβέρνηση. Είναι απαράδεκτο για πολλοστή φορά ο Υπουργός Εργασίας να φέρνει σε παντελώς άσχετα νομοσχέδια ρυθμίσεις σχετικές με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων και τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, να τις βάζει σε νομοσχέδιο το οποίο αφορά κύρωση πράξης νομοθετικού περιεχομένου και ταυτόχρονα να τις βάζει μαζί με ξίδι, μαζί με κρασί, μαζί με τσίπουρο. Δεν υποτιμώ τη σημασία που έχουν αυτά για τους παραγωγούς, αλλά δεν μπορεί να έρχονται άσχετες τροπολογίες σε άσχετα νομοσχέδια. Πρέπει να μπει ένα τέλος.

Ιδιαίτερα ο Υπουργός Εργασίας παίρνει το δεύτερο βραβείο, το ασημένιο μετάλλιο της αντικοινοβουλευτικής στάσης και συμπεριφοράς μετά τον Πρωθυπουργό, τον Αντώνη τον Σαμαρά, που πάρα πολύ σπάνια έρχεται στη Βουλή. Δυόμισι χρόνια είναι Υπουργός Εργασίας, δύο φορές έφερε νομοσχέδια στη Βουλή και μείζονες ρυθμίσεις που αφορούν τους μισθούς, τις εργασιακές σχέσεις, τη ζωή των ίδιων των εργαζομένων τις φέρνει με τροπολογίες την τελευταία στιγμή, εκπρόθεσμες, σε παντελώς άσχετα νομοσχέδια, χωρίς να μπαίνουν στην κρίση της αρμόδιας Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία ασχολείται πάρα πολύ σπάνια με ζητήματα του Υπουργείου Εργασίας.

Είναι απαράδεκτο! Αυτή η αντικοινοβουλευτική συμπεριφορά πρέπει να σταματήσει. Επικαλούμαι την παρέμβαση όλων των πολιτικών δυνάμεων της Βουλής. Όσον αφορά, τουλάχιστον, το Υπουργείο Εργασίας, πρέπει να μπει ένα τέλος.

Δεύτερον, επί της ουσίας, υποτίθεται, κύριε Πρόεδρε, ότι φέρνει ο Υπουργός Εργασίας με τους συνυπογράφοντες Υπουργούς μία τροπολογία για να εφαρμόσει τη με αριθμό 2307∕2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτή η απόφαση, μετά από προσφυγή της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6∕28.2.2012, με βάση την οποία, εκτός όλων των άλλων αντεργατικών τα οποία έγιναν, αφαιρέθηκε κι η δυνατότητα από τα συνδικάτα να προσφεύγουν μονομερώς στον ΟΜΕΔ, στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, όταν αρνούνταν οι εργοδότες να υπογράψουν συλλογική σύμβαση εργασίας και θα έπρεπε, πλέον, να έχουν την έγκριση των αρνούμενων να υπογράψουν συλλογική σύμβαση εργασίας εργοδοτών για να προσφύγουν στον ΟΜΕΔ, έγκριση που δεν θα είχαν ποτέ.

Το είχαμε πει τότε και δικαιωθήκαμε, γιατί τις χρονιές 2013-2014 δεν εκδόθηκε ούτε μία διαιτητική απόφαση από τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας.

Υποτίθεται ότι η τροπολογία έρχεται να αποκαταστήσει αυτό και, δεύτερον, να ακυρώσει ως αντισυνταγματική μία άλλη ρύθμιση της συγκεκριμένης Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία περιορίστηκε το περιεχόμενο των διαιτητικών αποφάσεων μόνο στον βασικό μισθό του συγκεκριμένου κλάδου ή επιχείρησης χωρίς τα υπόλοιπα, χωρίς επιδόματα και χωρίς τα θεσμικά.

Όμως, παρ’ ότι –υποτίθεται- θα αφορούσε κάτι τέτοιο η τροπολογία και αν το αφορούσε, όλοι μαζί θα λέγαμε «μπράβο, εφαρμόζεται επιτέλους μία απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας που αφορά εργαζόμενους», θέτει τέτοιους περιορισμούς, νέους περιορισμούς και εμπόδια στην άσκηση αυτού του δικαιώματος, αυτής της δυνατότητας των συνδικάτων να προσφεύγουν μονομερώς στη διαιτησία, που ουσιαστικά ακυρώνει αυτήν τη δυνατότητα. Ουσιαστικά, ακυρώνει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και μας γυρίζει πίσω –όπως θυμούνται οι παλαιότεροι κοινοβουλευτικοί– στον αλήστου μνήμης νόμο 3239/1955, που μετά από αγώνες δεκαετιών, με το αίμα των εργαζομένων και των συνδικάτων, άλλαξε επιτέλους επί Οικουμενικής Κυβέρνησης το 1990, με ψήφο και των 300 Βουλευτών και ήρθε ο ν. 1876/1990. Δυστυχώς, μας γυρίζει πολλές δεκαετίες πίσω.

Ο νόμος 1876/1990 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις ήταν ένας πολύ καλός νόμος και γι’ αυτό ήταν η πρώτη φορά που ψηφίστηκε και από τους τριακόσιους Βουλευτές. Όμως, εδώ ακυρώνεται και μας γυρίζει πίσω στο 1955, σε μετεμφυλιακό καθεστώς και καθεστώς απαγόρευσης τότε της δράσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος!

Γιατί το λέω αυτό; Γιατί έρχεται με τρία επίπεδα στην ουσία να ακυρώσει αυτή τη δυνατότητα των συνδικάτων και την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να προσφεύγουν μονομερώς στη διαιτησία.

Ο πρώτος τρόπος είναι ότι βάζει περιορισμούς στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Δηλαδή, βάζει πάρα πολλούς περιορισμούς στο διαιτητή ή στους διαιτητές που θα βγάλουν την απόφαση. Συγκεκριμένα, τους λέει ότι «για να βγάλετε διαιτητική απόφαση πρέπει να είναι πάρα πολύ αιτιολογημένη και στην αιτιολογία πρέπει να συμπεριλαμβάνετε με ακράδαντα επιχειρήματα ότι λάβατε υπόψη την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης του κλάδου, το κόστος εργασίας στην επιχείρηση, εάν είναι επιχειρησιακή η σύμβαση, ή του κλάδου, εάν είναι κλαδική η συλλογική σύμβαση εργασίας. Επίσης, ότι λάβατε υπόψη την κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων του συγκεκριμένου κλάδου, για τον οποίο καλείστε να βγάλετε απόφαση για συλλογική σύμβαση εργασίας. Επίσης, πρέπει η απόφαση που θα βγάλετε να μην βελτιώνει ισχύοντες μνημονιακούς νόμους».

Δηλαδή, εάν κάποιος διαιτητής σε μια διαιτητική απόφαση έχει πει να βελτιωθεί λίγο αυτό που έγινε με το «πάγωμα» των τριετιών, να ισχύσει στη συγκεκριμένη επιχείρηση για τρεις μήνες η εκ περιτροπής εργασία και όχι για εννιά ή αντί για τέσσερα επιδόματα που μένουν μετά τη μετενέργεια των συλλογικών  συμβάσεων να μείνει και άλλο ένα, ούτε αυτό το δικαίωμα το έχει! Αυτός είναι ο πρώτος περιορισμός.

Σαν να μην έφθανε αυτό, ο δεύτερος περιορισμός είναι ότι ο νόμος τώρα δίνει στους εργοδότες και δικαίωμα που το ζητούν επί δεκαετίες –και το ξέρουν αυτό όσοι πέρασαν από το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα– έφεσης στη διαιτητική απόφαση. Και συγκροτούν ένα δευτεροβάθμιο όργανο, όπου πλειοψηφία έχουν δύο ανώτατοι δικαστές, ένας Αρεοπαγίτης και ένας Σύμβουλος της Επικρατείας, συν ένας εκπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δηλαδή του νομικού συμβούλου της εκάστοτε κυβέρνησης. Είναι τρεις στους πέντε.

Δίνει λοιπόν τη δυνατότητα σε αυτό το ιδιόμορφο «εφετείο» –εξωδικαστικό βέβαια– να κάνει έλεγχο ακόμα και επί του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης, δηλαδή εάν λήφθηκαν υπόψη αυτά τα μνημονιακά κριτήρια τα οποία έθεσε με τον τρόπο που προανέφερα.

Το τρίτο και τελευταίο σημείο, κύριε Πρόεδρε, είναι το εξής: Σαν να μην έφτανε ότι βάζει περιορισμούς στο περιεχόμενο της απόφασης του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας, σαν να μην έφτανε ότι δίνει στους εργοδότες δυνατότητα έφεσης και κατά τη διάρκεια της έφεσης ορίζει ότι αναστέλλεται η εφαρμογή της διαιτητικής απόφασης και της συλλογικής σύμβασης εργασίας, έρχεται και με έναν τρίτο τρόπο και λέει «δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης». Θα μου πείτε: δεν υπήρχε; Βεβαίως υπήρχε! Όμως μέχρι τώρα ο  δικαστικός έλεγχος αφορούσε μόνο το αν τηρήθηκε η διαδικασία, δηλαδή οι ημερομηνίες, οι προθεσμίες κλπ για την προσφυγή του συνδικάτου στον ΟΜΕΔ. Αυτά εξέταζε.

Τώρα διευρύνει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου και του δίνει τη δυνατότητα ελέγχου και του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης. Δηλαδή, εάν ο διαιτητής αυτολογοκρίθηκε, για να μην του ακυρώσουν την απόφαση στο εφετείο ή εάν αυτολογοκρίθηκε στην απόφαση της διαιτησίας η απόφαση του εφετείου για να μην ακυρωθεί από το δικαστήριο, ακόμα και αν πέρασε από αυτά τα δύο στάδια ελέγχου, έρχεται και ένα τρίτο και λέει «ακυρώνω τη διαιτητική απόφαση, διότι το περιεχόμενο κλπ».

Αυτό είναι απαράδεκτο και μάλιστα μετά από αυτό έρχεται και ένα τέταρτο επίπεδο που λέει ότι η νέα τροπολογία –εφόσον περάσει– καταλαμβάνει και διαιτητικές αποφάσεις που έχουν βγει στο ενδιάμεσο, όπως για παράδειγμα την απόφαση για την ΕΤΕΡ –τους τεχνικούς ραδιοφωνίας– που βγήκε επιτέλους μετά από τέσσερα χρόνια μνημονίων πριν από ένα μήνα και ήταν θετική για τους εργαζόμενους τεχνικούς της ραδιοφωνίας. Τώρα λοιπόν μπαίνει ένα «παράθυρο» για την ακύρωσή της, διότι θεωρείται ότι υπερέβη τα μνημονιακά όρια.

Είναι αυτό εφαρμογή της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, κύριοι Υπουργοί;

Ζητάμε αυτό που ζητάνε και τα συνδικάτα και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, δηλαδή να αποσυρθεί τώρα αυτή η τροπολογία!

Ζητάμε να έρθει νέα νομοθετική ρύθμιση, η οποία να περάσει από όλη την προβλεπόμενη διαδικασία στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής και η οποία να αποκαθιστά πραγματικά αυτό το δικαίωμα των εργαζομένων.

Δεν γίνεται να συνεχίσουμε με καταργημένες τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν από το ξήλωμα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι τα μεγάλα αφεντικά, οι μεγάλες επιχειρήσεις και ιδίως οι κρατικοδίαιτες. Πρέπει να σταματήσουν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προτείνει επαναφορά του κατώτατου μισθού, έχει προτείνει επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας με πρόταση νόμου. Θα είναι μέρα μεσημέρι που θα γίνει κυβέρνηση και θα τα αποκαταστήσει.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.


Το Γραφείο Τύπου