ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

29/07/2017

Ομιλία Φ. Βάκη στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων

Ομιλία Φ. Βάκη στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων



 

Ομιλία της κοινοβουλευτικής εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινής Βάκη στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, την Παρασκευή (28/7), κατά την επεξεργασία του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, «Οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, ρυθμίσεις για την έρευνα και άλλες διατάξεις».

«Με μια εκφοβιστική και ρεβανσιστική διάθεση, έντεχνα συνδυασμένη, και με έναν, αν θέλετε, μικρομεγαλισμό και αρχοντοχωριατισμό, ο νόμος Διαμαντοπούλου εισήγαγε τον περίφημο θεσμό των συμβουλίων, χωρίς να προϋπάρχει ούτε ακαδημαϊκή παράδοση, ούτε το έδαφος, ούτε οι πόροι, ούτε η αγορά και με πρακτικές αυταρχικές, όπως με την προεπιλογή και τον αποκλεισμό των υποψήφιων πρυτάνεων. Με μοναδικό κριτήριο ποιο τότε; Τη συμμόρφωσή τους προς το πνεύμα του νόμου και συνακόλουθα τα πολιτικά τους φρονήματα. Και τελικά ο νόμος αυτοαπονομιμοποιήθηκε και ακυρώθηκε εν τοις πράγμασι. Έγινε ένας νόμος νεκροζώντανος και ουσιαστικά ανενεργός, παρά τα μεγάλα ονόματα από το εξωτερικό, που με καλή διάθεση, έσπευσαν να έρθουν στην Ελλάδα και να ηγηθούν των συμβουλίων ιδρυμάτων».


Ολόκληρη η ομιλία:
Κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, διαπιστώνει κανείς από τις μέχρι τώρα συζητήσεις, ότι υπάρχει ένα δίλημμα ή μια διάζευξη, αν θέλετε, που διαπερνά το σώμα της Αντιπολίτευσης και συνίσταται στο εξής: Κάθε αριστερή ή δημοκρατική πρόταση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αναιρεί κάθε ακαδημαϊκότητα. Είναι ως εάν για την αντιπολίτευση αριστερά και ακαδημαϊκότητα είναι αντώνυμα.
Φυσικά η αντίληψη ότι το δημοκρατικό πανεπιστήμιο ακυρώνει την ακαδημαϊκότητα είναι παλαιάς κοπής και έλκει και την καταγωγή της από τις θύελλες που είχε προκαλέσει ο περίφημος ν.1268/82, ο οποίος όντως ήταν μια εκπαιδευτική επανάσταση για την εποχή του, κάτι που δεικνύει  και η μακροβιότητα του. Λοιδορήθηκε όσο κανένας άλλος για να συνθλιβεί τρεις δεκαετίες μετά από το νόμο Διαμαντοπούλου, ο οποίος το 2011 χαιρετίστηκε από την τότε κυβέρνηση και από τα μεγάλα κόμματα ως ένας ούριος άνεμος νεωτερισμού, που θα διαλύσει το νέφος της κακοδιοίκησης, της διαφθοράς και της κομματοκρατίας.
Παρήλθαν έξι χρόνια. Επιτρέπουν, λοιπόν, κρίσεις και αποτιμήσεις του νόμου Διαμαντοπούλου που πολύ γρήγορα έγινε αγνώριστος -να τα θυμίσουμε- από  το νόμο Αρβανιτόπουλου, προκειμένου να θεραπευτούν τα τεράστια νομικά κενά και οι τρομακτικές δυσλειτουργίες που επέφερε. Η μετριοπαθέστερη και νηφαλιότερη κρίση είναι ότι ο νόμος Διαμαντοπούλου ήταν η λάθος θεραπεία σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, αυτό της έλλειψης ουσιαστικού ελέγχου και λογοδοσίας της διοίκησης των πανεπιστημίων.
Είναι αλήθεια ότι το αυτοδιοίκητο κάποιες φορές εκφυλιζόταν σε κακοδιοίκητο και σε ανίερες συναλλαγές ανάμεσα στις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες και στους διοικητικούς παράγοντες ή τις αρχές των πανεπιστημίων. Συνιστά, όμως, τεράστιο θεσμικό ατόπημα η άρση του αυτοδιοίκητου εν ονόματι του κακοδιοίκητου. Τα προβλήματα της δημοκρατίας θεραπεύονται με περισσότερη δημοκρατία. Αντίθετα, με μια εκφοβιστική και ρεβανσιστική διάθεση, έντεχνα συνδυασμένη, και με ένα, αν θέλετε, μικρομεγαλισμό και αρχοντοχωριατισμό, ο νόμος Διαμαντοπούλου εισήγαγε τον περίφημο θεσμό των συμβουλίων, χωρίς να προϋπάρχει ούτε ακαδημαϊκή παράδοση, ούτε το έδαφος, ούτε οι πόροι, ούτε η αγορά και με πρακτικές αυταρχικές, όπως με την προεπιλογή και τον αποκλεισμό των υποψήφιων πρυτάνεων. Με μοναδικό κριτήριο ποιο τότε; Τη συμμόρφωσή τους προς το πνεύμα του νόμου και συνακόλουθα τα πολιτικά τους φρονήματα. Και τελικά ο νόμος αυτοαπονομιμοποιήθηκε και ακυρώθηκε εν τοις πράγμασι. Έγινε ένας νόμος νεκροζώντανος και ουσιαστικά ανενεργός, παρά τα μεγάλα ονόματα από το εξωτερικό, που με καλή διάθεση, έσπευσαν να έρθουν στην Ελλάδα και να ηγηθούν των συμβουλίων ιδρυμάτων.
Γρήγορα, όμως, οι κατά το νόμο Διαμαντοπούλου από μηχανής θεοί, που θα τακτοποιούσαν και θα πειθαρχούσαν εμάς τους ανίκανους, οκνηρούς, διεφθαρμένους ιθαγενείς, παροπλίστηκαν από μια πραγματικότητα που τους ήταν παντελώς άγνωστη και από ένα νομικό πλαίσιο που χρειαζόταν συνεχώς αλλαγές και τροποποιήσεις για να καταστεί λειτουργικό, με αντίθετο αποτέλεσμα, να γίνει ακόμη πιο ασαφές, ακόμη πιο δυσκίνητο αλλά και δυσλειτουργικό.
Το κακοδιοίκητο, λοιπόν, θεραπεύεται με περισσότερη δημοκρατία και όχι με κάθετες ιεραρχικές  δομές. Θεραπεύεται με λογοδοσία και ισότιμη δημόσια διαβούλευση, που είναι και συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, που σημαίνει να αποφασίζει ο ακαδημαϊκός θεσμός για τον εαυτό του, δεν αναιρεί την ακαδημαϊκότητα, την εμπεδώνει.
Συνεπώς είναι θετικό το γεγονός ότι η σύγκλητος, στο παρόν νομοσχέδιο, αναγορεύεται σε κεντρικό όργανο λήψης των αποφάσεων και εκπροσωπείται από όλη την κοινότητα. Επιπλέον, τα ΑΕΙ καλούνται να καταρτίσουν οργανισμό  και εσωτερικό κανονισμό. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό να αποτρέπονται φαινόμενα εκφυλιστικά του παρελθόντος.
Τώρα, η μετά συμβουλίων εποχή του ν. 4009/2011 σημαίνει συμβούλια άλλου τύπου-έρχομαι τώρα στα ΣΑΕ- που υπαγορεύονται από τη διασύνδεση του ενιαίου χώρου έρευνας και επιστήμης με τους παραγωγικούς φορείς της περιφέρειας και την κοινωνία. Είμαστε στην  εποχή που το πανεπιστήμιο δεν είναι το μοναστήρι  του ερευνητή. Τούτο όμως δεν σημαίνει  ότι θα πρέπει να ρίχνεται το πανεπιστήμιο βορά σε μια αγοραία και κερδοσκοπική λογική. Η συνέργεια, η διάδραση, ο διάλογος πανεπιστημίου και κοινωνίας -και τώρα απαντώ και στην εξ αριστερών κριτική- δεν παραπέμπει στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο κατ` ανάγκη. Μπορεί να παραπέμπει σε κάτι άλλο, στην εξωστρέφεια, που είναι, αν θέλετε, και όρος της παραγωγικής ανασυγκρότησης και μιας ανάπτυξης δίκαιης με κοινωνικό και ανθρώπινο πρόσημο. Επιχειρηματικό πανεπιστήμιο αντίθετα είναι κάτι άλλο. Είναι η έρευνα να γίνεται αγοραία και να χειραγωγείται, να ποδηγετείται από επιχειρηματικά συμφέροντα. Δεν πρόκειται περί αυτού, περί του αντιθέτου πρόκειται.
Ένα σχόλιο για τα μεταπτυχιακά. Είναι αλήθεια, ότι αποπειράται το νομοσχέδιο να διατυπώσει μια ισορροπημένη πρόταση σε ένα δυσεπίλυτο γρίφο. Πώς θα συγκεραστεί η βιωσιμότητα των μεταπτυχιακών σε μια εποχή δημοσιονομικής κρίσης και στενότητας, που τραυμάτισε βαριά την παιδεία, με τη δωρεάν πρόσβαση των φοιτητών και με ένα φρένο στην ασυδοσία των αμοιβών των διδασκόντων;
Ξεκινώντας από τη θέση, ότι το ακαδημαϊκό μας καθήκον, είναι η παροχή παιδείας και όχι υπηρεσιών, ότι το κίνητρό μας στα πανεπιστήμια είναι η παροχή γνώσης και όχι το κέρδος, θα έλεγα ότι η δωρεάν διδασκαλία μεταπτυχιακού στο οικείο τμήμα και ίδρυμα, όπως ορίζει ο νόμος, είναι ορθή. Η οροφή 20% του ενιαίου μισθού για επιπλέον μεταπτυχιακό που θα διδάσκεται σε άλλο ίδρυμα, θα με έβρισκε αντίθετη επί της αρχής σε ένα ισχυρό κοινωνικής κράτος και σε μία εποχή ευημερίας. Πόρρω όμως απέχει η παρούσα συγκυρία. Και μπορώ να ακούσω και τον αντίλογο.   Πανεπιστημιακοί με εξευτελιστικούς μισθούς. Πανεπιστημιακοί που υπέστησαν τα προηγούμενα χρόνια κόφτη στους μισθούς τους,  αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα, απερίσπαστοι ήταν προς άγραν ερευνητικών προγραμμάτων δεύτερης και τρίτης εργασίας, τα ζήσαμε αυτά. Ας πούμε λοιπόν, ότι αυτό το 20% είναι θεμιτό και ισορροπημένο, αν αναλογιστεί κανείς το πλαίσιο. Αυτό ισχύει και για την δωρεάν πρόσβαση του 30% των φοιτητών με βάση το εισόδημά τους. Κανένας φοιτητής δεν θα πρέπει να αποκλείεται για οικονομικούς λόγους από τα μεταπτυχιακά.
Φοιτητικός συνδικαλισμός και κομματοκρατία. Επειδή ακούω όλη αυτή την κριτική ότι θα δοθεί πάλι λόγος στους φοιτητές. Έχουν κάποιο ποσοστό στη συνδιοίκηση. Κοιτάξτε το φαύλο, το έκνομο, το ανορθόλογο, το βίαιο, το έχετε ταυτίσει με την αριστερά στα πανεπιστήμια, οι κυρίες και οι κύριοι της Αντιπολίτευσης. Πρόσφατα μάλιστα, ακούσαμε, ότι η Αριστερά είναι η μήτρα της βίας και εχθρός της ελευθερίας και ερωτώ, γιατί σε αυτό το χώρο είμαστε και τον ξέρουμε από μέσα,  Την κομματοκρατία ποιος την επώαζε; Ποιος την καλλιεργούσε στα ΑΕΙ τόσα χρόνια; Ποιος έκανε ανίερες συναλλαγές κάτω από το τραπέζι και εξέλεγε πρυτάνεις με αδρά ανταλλάγματα και περίοπτες θέσεις σε μεταπτυχιακά; Η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ κατά βάση τα προηγούμενα χρόνια. Να επανέλθει αυτή η φαυλότητα; Προφανώς και όχι. Αλλά μαζί με το νερό να μην πετάξουμε συνάδελφοι και τα απόνερα.
Το να εκπροσωπείται ο φοιτητής που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοινότητας στα όργανα λήψης αποφάσεων, να έχει φωνή για τις σπουδές του και τα προγράμματα σπουδών, δεν σημαίνει άρδην και συναλλαγή κάτω από το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ψηφίζει πλέον ούτε για μονοπρόσωπα όργανα ούτε για τα συμβούλια. Επειδή, είναι και ένας προσφιλής σας όρος για πάσαν νόσον ο λαϊκισμός, τι πιο λαϊκιστικό από τις κατά το δοκούν σημάνσεις του όρου «φοιτητής»; Από τη μια είναι ο ανθός της νεολαίας, η πρωτοπορία στις επιστήμες, οι εκλεκτοί ερευνητές, θρήνος για τα παιδιά μας που θα διαπρέπουν, παίρνουν των ομματιών τους και φεύγουν στο εξωτερικό, αλλά, όταν αυτά τα παιδιά αρχίζουν να έχουν λόγο και να διεκδικούν ένα καλύτερο μέλλον στους χώρους που σπουδάζουν, είναι ταραξίες, ανερμάτιστοι, είναι αλητήριοι.
Το αυτό βεβαίως ισχύει και για το ακαδημαϊκό άσυλο. Τι να κάνουμε, είναι μια μεγάλη βαριά ιστορική παράδοση και κληρονομιά. Όταν το κατήργησε ο νόμος Διαμαντοπούλου, τελείωσε η ανομία και η παραβατικότητα μέσα στα πανεπιστήμια; Δεν είχαμε κανένα τέτοιο φαινόμενο; Ίσα ίσα που τώρα από το εννοιολογικό πλαίσιο του ορισμού του ασύλου εξαιρούνται κακουργηματικές πράξεις. Υπάρχει μια σαφέστατη οριοθέτηση. Ή μήπως εκ των ουκ άνευ ο όρος άρσης της παραβατικότητας είναι η άρση του ακαδημαϊκού ασύλου; Παραβατικότητα στους δρόμους και στις γειτονιές δεν υπάρχει; Ας αποφασίσουμε λοιπόν. Και επ’ αυτού, ας χαιρετίσουμε και την κατάργηση της διαβάθμισης της διαγωγής στα σχολεία. Μια εφηβική αποκοτιά και μια αταξία της νιότης γινόταν διαγωγή κοσμία που στιγμάτιζε μια ζωή.
Τα υπόλοιπα στην Ολομέλεια.













ΕΚΛΟΓΕΣ 2019: Το συνολικό πρόγραμμα τετραετίας του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία