ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

14/01/2018

Δημ. Παπαδημούλης: Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να σχεδιάσουν από τώρα την ‘επόμενη μέρα’ και το εθνικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2023

Δημ. Παπαδημούλης: Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να σχεδιάσουν από τώρα την ‘επόμενη μέρα’ και το εθνικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2023



Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι και να συμπεριφέρεται ως αντι-Αριστερά, σε πλήρη αναντιστοιχία με την στάση των Ευρωπαίων σοσιαλιστών απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την ελληνική κυβέρνηση

Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, σε ήπιο πολιτικό κλίμα, χωρίς καταστροφολογία και μηδενισμό

Συνέντευξη του Δημήτρη Παπαδημούλη στην κυριακάτικη εφημερίδα «Νέα Σελίδα»

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στην κυριακάτικη εφημερίδα «Νέα Σελίδα» παραχώρησε ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, για τις εξελίξεις στη Γερμανία, την ευρωπαϊκή Αριστερά και τις προοδευτικές δυνάμεις στην ΕΕ, το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ, τους στόχους της ελληνικής κυβέρνησης το επόμενο διάστημα και την Κεντροαριστερά.
Για τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία, ο Δημήτρης Παπαδημούλης σημείωσε ότι «ο κύκλος της δογματικά μονομερούς λιτότητας και η προσήλωση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του δόγματος Σόιμπλε, φαίνεται ότι αποδυναμώνεται», τονίζοντας ότι «η δημιουργία ενός νέου ‘μεγάλου συνασπισμού’ καλείται να προωθήσει με αποτελεσματικότητα συγκεκριμένες προτάσεις για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και των επενδύσεων εντός της Γερμανίας, και για βήματα ανάπτυξης, συνοχής, εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ενίσχυσης της δημοκρατικής της λογοδοσίας».
Για την ευρωπαϊκή αριστερά και τις προοδευτικές συμμαχίες, ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε ότι «το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν καταθέσει ήδη συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της διαφάνειας, των πολιτικών δίκαιης ανάπτυξης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, της διαχείρισης του δημόσιου χρέους και της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής», προσθέτοντας πως «πυκνώνουν οι διαδικασίες τόσο μέσα από την ‘Προοδευτική Συμμαχία’ (Progressive Caucus) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή ευρωβουλευτών από την Αριστερά, τους Σοσιαλιστές και τους Πρασίνους, όσο και εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου».
Για το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ, ο Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπογράμμισε ότι «έπειτα από 25 χρόνια επιζήμιας εμπλοκής, υπάρχει αυτή τη στιγμή ένα ‘παράθυρο ευκαιρίας’ για κοινά αποδεκτή λύση στην ονομασία το αμέσως επόμενο διάστημα», προσθέτοντας ότι «η οριστική επίλυση του ζητήματος θα ενισχύσει τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, θα ενισχύσει το ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στα Βαλκάνια, θα διευκολύνει την ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων και θα ενισχύσει σημαντικά την οικονομία μας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα».
Για τους στόχους της ελληνικής κυβέρνησης, ο Δημήτρης Παπαδημούλης υπογράμμισε ότι «η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να σχεδιάσουν από τώρα την ‘επόμενη μέρα’ και το εθνικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2023», θεωρώντας ως «’μεγάλο στοίχημα’ για τη χώρα τη συνέχιση της μεγάλης προσπάθειας για ισχυρότερη ανάπτυξη και ταχύτερη μείωση της ανεργίας, τον εξορθολογισμό της φορολογίας, τη συγκρότηση και εφαρμογή ενός ελληνικού πολυετούς αναπτυξιακού σχεδίου για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, στηριγμένου σε σταθερό έδαφος, με υγιή δημόσια οικονομικά».
Σημείωσε επίσης πως, στο πλαίσιο του μετα-μνημονιακού σχεδιασμού, «ζητούμενο είναι να αποφευχθούν όλα εκείνα τα λάθη των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και τα μνημόνια, να μην ‘χαλαρώσουμε’ και επαναπαυτούμε».
Για την εσωτερική πολιτική κατάσταση, ο Δημήτρης Παπαδημούλης δήλωσε ότι «η χώρα χρειάζεται ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, σε ήπιο πολιτικό κλίμα, για το πώς θα οικοδομήσουμε τη μετα-μνημονιακή Ελλάδα, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει κάθε συμφέρον να πρωτοστατήσει σε αυτή την προσπάθεια, κόντρα στην καταστροφολογία και τον μηδενισμό», ενώ για το νέο φορέα της κεντροαριστεράς τόνισε πως η ηγεσία του «οφείλει να εγκαταλείψει την αντι-ΣΥΡΙΖΑ υστερία και εμμονή και να ξαναθυμηθεί το ιδρυτικό πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό της πλαίσιο», υπογραμμίζοντας ότι «η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι και να συμπεριφέρεται ως αντι-Αριστερά, σε πλήρη αναντιστοιχία με την στάση των Ευρωπαίων σοσιαλιστών απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την ελληνική κυβέρνηση».

Ακολουθεί η συνέντευξη:
Πώς εκτιμάτε ότι διαμορφώνεται η νέα πολιτική της Γερμανίας για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ, βάση της διαφαινόμενης επιρροής που θα έχει το SPD και οι προτάσεις Μακρόν; Θα είναι όντως ενισχυμένες αυτές οι επιρροές ή θα διατηρηθεί η ουσία της πολιτικής Σόιμπλε;

Η καθυστέρηση στη συγκρότηση κυβέρνησης στη Γερμανία επηρεάζει την ίδια την χώρα, αλλά επιδρά σημαντικά και στις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο ο κύκλος της δογματικά μονομερούς λιτότητας και η προσήλωση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του δόγματος Σόιμπλε, φαίνεται ότι αποδυναμώνεται, και εντείνεται η πίεση για τη χάραξη πολιτικών υπέρ της ανάπτυξης της συνοχής, αλλά και της εμβάθυνσης της ενοποίησης.

Υπό την πίεση των προτάσεων της Γαλλίας, καθώς και πρωτοβουλιών όπως η Σύνοδος των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, ο ρόλος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, αλλά και της Αριστεράς και των Πρασίνων από θέση αντιπολίτευσης, είναι σημαντικός. Η ηγεσία Σουλτς οφείλει να είναι διεκδικητική, και να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση, εξασφαλίζοντας τα μέγιστα δυνατά ανταλλάγματα για το σχηματισμό της κυβέρνησης. Η δημιουργία ενός νέου «μεγάλου συνασπισμού» καλείται να προωθήσει με αποτελεσματικότητα συγκεκριμένες προτάσεις για την τόνωση της εσωτερικής ζήτησης και των επενδύσεων εντός της Γερμανίας, και για βήματα ανάπτυξης, συνοχής, εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ενίσχυσης της δημοκρατικής της λογοδοσίας.
Μόνο αν η Ευρωπαϊκή Ένωση αρχίζει να αλλάζει προς αυτή την κατεύθυνση, και με τη συμβολή της Γερμανίας, μπορεί να έχει ένα ευοίωνο μέλλον για τους πολίτες της.

Ποιες είναι οι ρεαλιστικές θέσεις που μπορεί να διεκδικήσει η ευρωπαϊκή Αριστερά για την επόμενη μέρα της Ευρώπης;

Το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν καταθέσει ήδη συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας και της διαφάνειας, των πολιτικών δίκαιης ανάπτυξης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, της διαχείρισης του δημόσιου χρέους και της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, προτάσεις για αλλαγές στην αρχιτεκτονική και το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο στην ευρωζώνη. Ένα σημαντικό μέρος των προτάσεων αυτών αποτελούν ήδη το αντικείμενο διαλόγου που έχει ξεκινήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Οι θέσεις αυτές, όσο πιο συγκεκριμένες γίνονται, βρίσκουν ευήκοα ώτα σε ένα σημαντικό κομμάτι των Σοσιαλιστών, που μπαίνει σε μια φάση αναστοχασμού, όσο και στους Πράσινους. Πυκνώνουν παράλληλα οι διαδικασίες τόσο μέσα από την «Προοδευτική Συμμαχία» (Progressive Caucus) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή ευρωβουλευτών από την Αριστερά, τους Σοσιαλιστές και τους Πρασίνους, όσο και εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Τους επόμενους μήνες οι πρωτοβουλίες αυτές θα πρέπει να επιταχυνθούν και ενισχυθούν, με στόχο την έγκαιρη προετοιμασία για τις ευρωεκλογές του 2019, ώστε να δημιουργηθούν συμμαχίες και συσχετισμοί ικανοί που να δώσουν «χώρο» για την προώθηση και εφαρμογή προοδευτικών πολιτικών.

“Παράθυρο ευκαιρίας” στο ονοματολογικό... Ποια είναι η άποψη σας;
Yπάρχει πράγματι αυτή τη στιγμή ένα «παράθυρο ευκαιρίας» και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κοινά αποδεκτή λύση στην ονομασία της πΓΔΜ το αμέσως επόμενο διάστημα. Η κυβέρνηση Τσίπρα εκμεταλλευόμενη το θετικό κλίμα στη γειτονική χώρα με τη κυβέρνηση Ζάεφ, εντείνει τις προσπάθειές της για την αναζήτηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, έπειτα από 25 χρόνια επιζήμιας εμπλοκής.

Η οριστική επίλυση του ζητήματος θα ενισχύσει τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, θα ενισχύσει το ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στα Βαλκάνια, θα διευκολύνει την ευρωπαϊκή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων και θα ενισχύσει σημαντικά την οικονομία μας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και της ευρύτερης περιοχής.

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση θα επιδιώξει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση, με υπεύθυνη στάση στα εθνικά ζητήματα, κόντρα στην μικροπολιτική, τις παλινωδίες, τις εσωτερικές κόντρες και τα «καπετανάτα» της ΝΔ.

Θα είναι βατός ο δρόμος για την καθαρή έξοδο το καλοκαίρι; Ποιο είναι το κλίμα που εισπράττετε στις Βρυξέλλες σχετικά με αυτό;

To 2018 πιστεύω ότι μπορεί να είναι μια «χρονιά-σταθμός» στην πορεία για την ανάκαμψη της χώρας, την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτάχυνση των πρωτοβουλιών για την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Γι’ αυτό και η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να σχεδιάσουν από τώρα την «επόμενη μέρα» και το εθνικό σχέδιο για την περίοδο 2019-2023.

Τα θετικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, η επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί, οι δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων και ειδικών, η πορεία των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα και τα δημοσιεύματα του διεθνούς τύπου σηματοδοτούν τη σταδιακή είσοδο σε μια νέα θετικότερη πορεία για την χώρα.

Τίποτα όμως δεν είναι κλειδωμένο στον αυτόματο πιλότο. Δεν χωρούν αυταρέσκεια και επανάπαυση. Το μεγάλο στοίχημα για τη χώρα και φυσικά για την ελληνική κυβέρνηση είναι να συνεχίσει την μεγάλη προσπάθεια για ισχυρότερη ανάπτυξη και ταχύτερη μείωση της ανεργίας, να εξορθολογήσει τη φορολογία και να ενισχύσει βήμα-βήμα το κοινωνικό κράτος, να προχωρήσει στην συγκρότηση και εφαρμογή ενός ελληνικού πολυετούς αναπτυξιακού σχεδίου για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, στηριγμένου σε σταθερό έδαφος, με υγιή δημόσια οικονομικά.

Με αυτό το σχεδιασμό και τη συνεπή, αποτελεσματική υλοποίησή του, εκτιμώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει και να πετύχει μια ακόμη τετραετία με κυβέρνηση Τσίπρα.

Αν όλα πάνε καλά, ποιος πρέπει να είναι ο πολιτικός σχεδιασμός για τον περίπου ένα χρόνο που απομένει στην κυβέρνηση; Θα πρέπει να εξαντληθεί;

Η χώρα χρειάζεται σταθερότητα, σχέδιο και χρόνο για να μπει η ανάκαμψη σε μακροχρόνια και σταθερή τροχιά. Και αυτό σημαίνει εκλογές στο τέλος της τετραετίας.
Ζητούμενο είναι να αποφευχθούν όλα εκείνα τα λάθη των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και τα μνημόνια. Να μην «χαλαρώσουμε» και επαναπαυτούμε. Αντίθετα να συνεχίσουμε με μεταρρυθμιστικές τομές που ενδυναμώνουν την ανάπτυξη και εξωστρέφεια της οικονομίας και το κοινωνικό κράτος, και επιταχύνουν τη μετάβαση από τη διαχείριση της κρίσης, στην εφαρμογή μιας προοδευτικής πολιτικής με έντονο «κοινωνικό πρόσημο».

Και μετά την έξοδο από το Μνημόνιο, τι;
Μετά τον Αύγουστο του 2018, θα είμαστε εκτός μνημονίων, αλλά και υπό την εποπτεία των κανόνων, που ισχύουν στην Ευρωζώνη για όλα τα κράτη-μέλη, συν τις προβλέψεις των κανονισμών 472 και 473, που ισχύουν ήδη και εφαρμόζονται για τις χώρες που ήταν σε μνημόνιο και βγήκαν από αυτό, και αναφέρομαι σε Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο. Ωστόσο, ο βαθμός ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής μεγαλώνει σημαντικά, και πρέπει να τον αξιοποιήσουμε με σοβαρότητα και αναπτυξιακό σχέδιο.
Κεντρικός επίσης στόχος είναι η καταπολέμηση της ανεργίας, η αύξηση των μακροχρόνιων επενδύσεων, ο εκσυγχρονισμός και η ισχυροποίηση της δημόσιας διοίκησης, η επάνοδος των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η ενίσχυση της νομιμότητας και η καταπολέμηση της μεγάλης «πληγής» της φοροδιαφυγής. Το τελευταίο το προωθούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο πλαίσιο του διαλόγου που έχουμε ανοίξει με τις προοδευτικές δυνάμεις, καθώς και της αναγνώρισης ότι η Ελλάδα θέλει και μπορεί να παίξει θετικό ρόλο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Έχετε ταχθεί υπέρ του να χαμηλώσουν οι τόνοι της πολιτικής αντιπαράθεσης στην πολιτική ζωή και να αναζητηθεί έδαφος συνεννόησης. Βλέπουμε, ωστόσο, να οξύνεται διαρκώς η πολεμική του παλιού πολιτικού συστήματος, αλλά και ισχυρότατων επιχειρηματικών συμφερόντων, εις βάρος της κυβέρνησης...

Η χώρα χρειάζεται ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, σε ήπιο πολιτικό κλίμα, για το πώς θα οικοδομήσουμε τη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δε, έχει κάθε συμφέρον να πρωτοστατήσει σε αυτή την προσπάθεια, κόντρα στην καταστροφολογία και τον μηδενισμό. Δυστυχώς, η ΝΔ και τμήμα του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με συγκριμένα ΜΜΕ, τροφοδοτούν διαρκώς μια μηδενιστική προσέγγιση, καλλιεργούν κλίμα καταστροφολογίας, αναπαράγουν ψευδείς ειδήσεις, προσπαθώντας να δημιουργήσουν δήθεν «τεχνητές κρίσεις» για να πλήξουν τη κυβέρνηση.

Οι Έλληνες πολίτες, όμως, η πλειοψηφία των οποίων έχει πληγεί από τις πολιτικές λιτότητας και την απέραντη σπατάλη, τα σκάνδαλα και την κακοδιοίκηση των προηγούμενων κυβερνήσεων, εκτιμώ ότι αντιλαμβάνονται πλήρως στην πλειοψηφία τους πώς ακριβώς λειτουργούσε και λειτουργεί ένα συγκεκριμένο σύστημα συμφερόντων. Είναι το ίδιο σύστημα που ακόμα και σήμερα αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της χώρας και την επιστροφή στην δημοκρατική ομαλότητα και την οικονομική κανονικότητα.

Παρά το γεγονός ότι η διχαστική ρητορική ενισχύεται καθημερινά από συγκεκριμένα πολιτικά, επιχειρηματικά και μιντιακά κέντρα, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ, πιστοί στις δημοκρατικές και προοδευτικές τους παραδόσεις, συνεχίζουν να επιδιώκουν «χώρους» διαλόγου και σύμπλευσης με πολιτικές δυνάμεις, προσωπικότητες, κινήματα και συλλογικότητες που θέλουν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση της μετα-μνημονιακής Ελλάδα, μακριά από όλα όσα μας οδήγησαν στην χρεοκοπία και στο χείλος του γκρεμού.

Πολλοί προεξοφλούν ότι μέχρι τις εκλογές η Κεντροαριστερά θα παραμείνει σε επιθετική γραμμή έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Συμφωνείτε; Αν ναι, δεν θα είναι αργά για να υπάρξει πορεία σύγκλισης μετεκλογικά;

Η ηγεσία του «νέου φορέα» στην Ελλάδα οφείλει να εγκαταλείψει την αντι-ΣΥΡΙΖΑ υστερία και εμμονή και να ξαναθυμηθεί το ιδρυτικό πολιτικό, ιδεολογικό και προγραμματικό της πλαίσιο. Η πολιτική των «ίσων αποστάσεων» δεν οδηγεί πουθενά. Το αντίθετο θα έλεγα ότι ενισχύει την αντίληψη ότι η κεντροαριστερά, και κυρίως το ΠΑΣΟΚ, αποτελούν «ουρά» της ΝΔ. Η κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν μπορεί να είναι και να συμπεριφέρεται ως αντι-Αριστερά, σε πλήρη αναντιστοιχία με την στάση των Ευρωπαίων σοσιαλιστών απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και την ελληνική κυβέρνηση.

Σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μετά από συνεχείς εκλογικές ήττες λόγω της εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας, αρχίζει πλέον να αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να δημιουργηθούν προοδευτικότεροι συσχετισμοί που θα φέρουν τη δίκαιη ανάπτυξη στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου. Η Πορτογαλία, αλλά και το Εργατικό Κόμμα με τον Κόρμπυν, είναι τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές καλούν τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στις προπαρασκευαστικές συνεδριάσεις τους, αναγνωρίζοντας τόσο τη συμβολή της κυβέρνησης στον τερματισμό της ελληνικής κρίσης του στην προσπάθεια ανατροπής των δυσμενών πολιτικών συσχετισμών στην ΕΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κεντρικό πυλώνα του αριστερού, προοδευτικού και κεντροαριστερού χώρου στην Ελλάδα. Αυτό έχει γίνει απολύτως αντιληπτό στην Ευρώπη. Αργά ή γρήγορα θα γίνει αντιληπτό από όλες και όλους και στην Ελλάδα. Όσο γρηγορότερα, τόσο το καλύτερο.