ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

15/06/2018

Ομιλία του Μίμη Δημητριάδη στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας



.

Ολόκληρη η ομιλία από τα πρακτικά της βουλής
Η πρόταση δυσπιστίας που συζητούμε σήμερα, την οποία κατέθεσε η Αξιωματική Αντιπολίτευση, κατατέθηκε αμέσως μόλις ψηφίστηκε το τελευταίο πολυνομοσχέδιο, ένα νομοθέτημα που ολοκλήρωσε μια περίοδο κλειστής διέλευσης. Σηματοδοτεί το τέλος της διαδρομής που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2015 και είναι αυτή που επικυρώνει το τέλος των μνημονίων.
Κλείνει μια δύσκολη, αλλά διαφορετική περίοδος από την παλιά, αποτυχημένη και καταδικασμένη. Είναι μια περίοδος, αυτή η τριετία δηλαδή, που στήριξε την επιβίωση της χώρας, διέσωσε τον πλούτο της και τα κοινωνικά δικαιώματα, εδραίωσε πολιτικές ανάπτυξης, σταμάτησε εν πολλοίς το καθοδικό σπιράλ.
Αυτά τα τρία χρόνια που πέρασαν βάλαμε ένα στοπ στην καταστροφή της χώρας, βάλαμε ένα στοπ στην κατρακύλα του 25% της μείωσης του ΑΕΠ, στην απώλεια του 65% του όγκου των επενδύσεων, στη μέση ετήσια συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης κατά 6%, στη μείωση του ακαθάριστου ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά 7,5%, στην ανεργία που είχε φθάσει το θηριώδες ποσοστό του 27%. Γεγονότα που ήταν απόρροια μιας στρατηγικής αντίληψης κατά την προηγούμενη πενταετία των προηγούμενων για το πώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του χρέους. Δηλαδή, μεγάλα πλεονάσματα περίπου 15 δισεκατομμύρια κατ’ έτος, συν 50 δισεκατομμύρια απευθείας εκποίησης δημόσιας περιουσίας μέσω του ΤΑΙΠΕΔ, ίσον εξόφληση του χρέους περίπου σε είκοσι χρόνια, κάτι για το οποίο ουσιαστικά ακόμα και τώρα σ’ αυτό επιμένουμε.
Εμείς, αντιθέτως, επιτύχαμε πλεονάσματα, που ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί κανένας της τάξης του 5% και για το 2016 και το 2017 και που, απ’ ό,τι φαίνεται, θα πετύχουμε και το 2018, τα οποία, βάσει προγράμματος που ήδη τρέχει, επανεπενδύονται στο ΑΕΠ της χώρας και δεν πηγαίνουν στους δανειστές.
Έχουμε τη βεβαιότητα, επομένως, ότι πατάμε σε ένα σταθερό έδαφος γι’ αυτά που έχουμε συμφωνήσει για το μεσοπρόθεσμο 2019-2022. Είναι κάτι το οποίο αποδέχονται όλοι οι εμπλεκόμενοι επίσημοι θεσμοί σ’ αυτή τη διαδικασία, αλλά δεν το αποδέχεται η Αντιπολίτευση στη χώρα μας. Όλο αυτό το πολιτικό αποτέλεσμα το αποδέχονται –ξέρετε- θεσμοί και φορείς, οι οποίοι δεν είναι στο δικό μας πολιτικό σχέδιο και είναι μάλλον πολιτικά απέναντί μας.
Έρχεται, λοιπόν, μια νέα εποχή που πρέπει να επιλύσει τα ήδη διαμορφωμένα επίδικα. Τη ρύθμιση του χρέους και τη βιώσιμη ανάπτυξη, τα πλεονάσματα και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, την προστασία του δημόσιου πλούτου και του δημόσιου χώρου, τα κοινωνικά και εργατικά δικαιώματα.
Η ανάπτυξη έχει δημιουργήσει ένα ικανοποιητικότατο επίπεδο θετικών αναφορών, όπως τα πλεονάσματα, οι επενδύσεις, η μείωση της ανεργίας, οι εξαγωγές και κυρίως το απόθεμα για πρώτη φορά του εκπληκτικού ποσού των 30 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου.
Η δημόσια υγεία, επίσης, έχει διασωθεί και επανασχεδιαστεί με σημαντικό το γεγονός ένταξης σε αυτή -στην περίθαλψη δηλαδή- χιλιάδων ανασφάλιστων.
Στην ενέργεια, τους τρεις βασικούς πυλώνες της ενεργειακής μας παραγωγής –ΔΕΗ, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΣΦΑ- τους επαναφέραμε στο δημόσιο και τους μεγεθύνουμε οικονομικά.
Στη νέα, λοιπόν, αυτήν εποχή, σε αυτόν το διάλογο είμαστε μόνοι μας. Προσδοκούμε, όμως, τη ρύθμιση του χρέους, διότι είναι γεγονός πως τα επόμενα χρόνια -και το 2019 και το 2020 και το 2021 και το 2022- αυτό που ήδη μας επιφυλάχθηκε από τις προηγούμενες πολιτικές είναι πως πρέπει να πληρώνουμε, τουλάχιστον, κατ’ έτος τοκοχρεολύσια 19 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό ισχυρίζονταν ότι ήταν το πρόγραμμά τους και πριν το 2015. Αυτό, τελικά, ισχυρίζονται και για το 2019 και μετά στο Μεσοπρόθεσμο.
Το δεύτερο που έχουμε να διαχειριστούμε και να διαπραγματευτούμε είναι η βελτίωση της αύξησης του δημοσιονομικού χώρου που θα μας επιτρέψει να επιταχύνουμε της αναπτυξιακές μας πολιτικές, να αλλάξουμε το αναπτυξιακό μείγμα, μειώνοντας φόρους, ανεργία και εδραιώνοντας το κοινωνικό κράτος.
Θέλουμε, επίσης, να επαναφέρουμε σε κανονικότητα τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας, τις συλλογικές συμβάσεις και την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ταυτόχρονα, επιζητούμε αλλαγή του εργασιακού προτύπου, προστρέχοντας στις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές.
Με λίγα λόγια, έχουμε μπροστά μας μια πρόκληση σε μια νέα εποχή που εμείς μπορούμε και θέλουμε να τη διαμορφώνουμε. Διεκδικούμε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο ανασυγκρότησης και της οικονομίας και του κράτους. Καταθέτουμε συγκεκριμένες προτάσεις και κάνουμε συγκεκριμένες σκέψεις για το πώς θα το πετύχουμε αυτό.
Αναμένουμε, λοιπόν -ίσως αδίκως- προτάσεις ή έστω και σκέψεις από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις σε αυτά τα σημαντικά επίπεδα. Και μέχρι τώρα, πρέπει να παρατηρήσω, δεν ακούσαμε σχεδόν τίποτα.
Στην προοπτική, λοιπόν, της στρατηγικής ανάπτυξης της χώρας και της οικονομίας αυτήν ακριβώς την περίοδο που συμβαίνουν όλα αυτά, ξεδιπλώθηκε και η πρόκληση της πιθανότητας λύσης του προβλήματος με τη γείτονα FYROM και εμείς, βεβαίως, ανταποκριθήκαμε. Πιστεύουμε πως είναι βαθιά πατριωτικό η εξυπηρέτηση μιας εθνικής γραμμής και η ιστορική διασφάλιση των θέσεων της χώρας, κρατώντας πάντα σταθερή την εθνική γραμμή.
Σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, «erga omnes» και συνταγματική αναθεώρηση προς άρση του αλυτρωτισμού. Επιτεύχθηκαν και τα τρία στο απόλυτο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ξεκαθαρίζεται ότι η ιστορική και πολιτιστική ελληνική μακεδονική παράδοση είναι δική μας ως εθνική κληρονομιά, σε διάκριση πάντα με αυτή των γειτόνων που είναι νοτιοσλαβική.
Αποκαλύπτεται, τελικά, πώς για τη Νέα Δημοκρατία και την Αντιπολίτευση μάλλον αυτό δεν αρκεί, σαν να ήταν τόσα χρόνια αυτή η συζήτηση άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή, και για εσωτερικά θέματα, αλλά και εξωτερικά, εγγράφεται η ίδια πολιτική συμπεριφορά από την Αντιπολίτευση: απουσία της παραμικρής πρότασης, θέσεων είτε στόχων, για αναπτυξιακή στρατηγική είτε για εξωτερική πολιτική για το μακεδονικό. Απλώς, μηδενιστική κριτική και άρνηση να πάρουν οποιαδήποτε θέση.
Λυπάμαι να παρατηρήσω πως χαρακτηρίζει μια αναπόδραστη πολιτική παρακμή των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας -εννοώ τη Νέα Δημοκρατία κυρίως, αλλά και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όμως, ήδη έχει αποδομηθεί- και είναι ορατοί οι κίνδυνοι του εκφασισμού του δημόσιου λόγου ακριβώς λόγω αυτής της έλλειψης.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Τελειώνω σε ένα λεπτό, κύριε Πρόεδρε.
Είναι προφανές πως δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέες πολιτικές, νέα οράματα, να ανταποκριθούν θετικά στο νέο πολιτικό περιβάλλον. Οι πολιτικές της υποταγής είναι η ταυτότητά τους και η εμμονή στο 2014 είναι συνέχιση μιας επικίνδυνης ακροδεξιάς κυριαρχίας.
Οι πολιτικές αξιοπρέπειας, που εμείς αναζητούμε, είναι ενεργές και παρούσες και ταυτοχρόνως είναι και εφικτές. Μας καθιστούν έναν χρήσιμο επεξεργαστή των λαϊκών αιτημάτων. Είμαστε μια μεγάλη, πρόθυμη πολιτική δύναμη προοδευτικού μετασχηματισμού για τη χώρα, αλλά και για όλη τη Βαλκανική. Αφήνουμε πίσω τις πολιτικές των νεοφιλελεύθερων ελίτ που χρεωκόπησαν τη χώρα. Αφήνουμε πίσω τις πολιτικές της πατριδοκαπηλίας και του εθνικισμού που καταδίκασαν τα Βαλκάνια στη βία, το φόβο και τη μισαλλοδοξία. Οικοδομούμε με μια μεγάλη ,νέα ορμή μια ανοιχτή, συνεργατική και δίκαιη κοινωνία στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια του μέλλοντός μας.
Σας ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ)

 

 



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ