ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

16/06/2018

Η ομιλία της Όλγας Γεροβασίλη στη συζήτηση δυσπιστίας στην κυβέρνηση



.

Ολόκληρη η ομιλία από τα πρακτικά της βουλής

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προφανώς η ελληνική γλώσσα είναι πάρα πολύ πλούσια, αυτό το ξέρουμε όλοι. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να αλλοιώνονται λέξεις ή να οικειοποιούνται λέξεις με έναν άλλο τρόπο, τρόπο που προσδίδει τη σημασία που βολεύει κατά περίπτωση, αποκρύπτοντας ή υπερτονίζοντας έτσι κατά το δοκούν δεδομένα, πολιτικές στάσεις και γεγονότα, αντικαθιστώντας δηλαδή την ιστορική γνώση με ανιστόρητα συχνά εθνικιστικά αφηγήματα, την πραγματικότητα με εμπόριο πατριδοκαπηλίας και τα επιχειρήματα με αφοριστικές οπαδικές κραυγές. Και όλη αυτήν την επικίνδυνη, αμοραλιστική σοφιστεία να τη βαφτίζουν κάποιοι υπεύθυνη εθνική στάση.
Και να θυμίσω ότι η ονομασία που είχε μέχρι σήμερα η γειτονική μας χώρα -δηλαδή οι ηγέτες της συντηρητικής παράταξης συμφώνησαν εκπροσωπώντας τη χώρα μας σε διμερή και σε μεγαλύτερα διεθνή όργανα- δηλαδή το Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, κατέληξε εδώ και είκοσι οχτώ χρόνια. Και φυσικά εκείνες τις εποχές η Αριστερά δεν έπαιζε κανέναν ρόλο ούτε στη διπλωματία ούτε στις κυβερνητικές επιλογές. Φαντάζομαι ότι αυτό είναι αυτονόητο.
Οι πολιτικοί χειρισμοί και οι διεθνείς συμφωνίες της Νέας Δημοκρατίας, οι αδυναμίες και οι αδράνειες, κυρίες και κύριοι, που σήμερα μέμφεστε τη δική μας Κυβέρνηση, είναι όλα αυτά που μέχρι τώρα σε μεγάλο βαθμό συντηρούσαν τον αλυτρωτισμό μερίδας των γειτόνων μας.
Η δική σας εθνική διπλωματία και η εξωτερική πολιτική είναι αυτά που οδήγησαν μέχρι τώρα στο γεγονός ότι, όπως ειπώθηκε πολλές φορές, πάνω από εκατόν σαράντα κράτη σε διμερές επίπεδο έχουν αναγνωρίσει το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Και ενώ όλα αυτά συντελούνταν στην παγκόσμια κοινότητα, αυτή η πραγματικότητα σας ήταν γνωστή, στρουθοκαμηλισμός η αντίδραση, μπας και δεν καταλάβαινε κάποιος ότι το Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με τα αρχικά εμπεριείχε το Μακεδονία και στην ικανοποίηση εγχώριου ακροατηρίου, αναφέροντας στο εσωτερικό της χώρας μας τη γείτονα χώρα με το όνομα της πρωτεύουσας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υπάρχουν χώρες που παίρνουν το όνομα από την πρωτεύουσα δηλαδή μπορούμε να πούμε την Ιταλία Ρώμη ή την Ελλάδα Αθήνα; Και βεβαίως, ξεχνώντας και αποκρύπτοντας ότι από το 1913 διαμοιράστηκε η περιοχή, η Ελλάδα πήρε το 50% της περιοχής που οριζόταν ως Μακεδονία, η Βουλγαρία το 10%, η Αλβανία μικρό ποσοστό και περίπου το υπόλοιπο 40% η Γιουγκοσλαβία. Και βεβαίως, αυτό τα εκατόν πέντε τελευταία χρόνια δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ και πώς θα ήταν δυνατόν;
Στα αλήθεια, λοιπόν, αποκρύπτεται ότι η στάση για το Μακεδονικό ήταν να αποκρύπτετε διαρκώς τα ιστορικά στοιχεία και να χρησιμοποιείτε όσες ιστορικές περιόδους από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα βολεύουν το συγκεκριμένο αφήγημα. Επίσης, να χρησιμοποιείτε κατά το δοκούν τις διεθνείς συνθήκες και βεβαίως να κλείνετε το μάτι στην ενεργοποίηση της πατριδοκαπηλίας και του θυμικού.
Τα έχετε καταφέρει τόσο καλά. Έχετε υπηρετήσει τόσο καλά τα εθνικά μας συμφέροντα, ώστε σήμερα όλη αυτή η Ευρώπη να χαιρετίζει την επίτευξη, επιτέλους, της Συμφωνίας. Να μιλάει για επίλυση ενός μακροχρόνιου προβλήματος, καταφανώς να αναγνωρίζεται η ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας και τα διεθνή μέσα να αναφέρουν πως η «Μακεδονία» αλλάζει όνομα και Σύνταγμα. Αυτό θα το πω δύο φορές: Η «Μακεδονία» αλλάζει όνομα και Σύνταγμα.
Είδα και ένα ενδιαφέρον σχόλιο σήμερα από το FOCUS Παρομοιάζει τον κ. Μητσοτάκη με τον κ. Όρμπαν. Αυτό να το προσέξετε.
Κυρίες και κύριοι, η Συμφωνία αυτή προσπαθεί τελικά να περισώσει τη δική σας επιτυχία που συμπυκνώνεται στο αναγνωρισμένο μέχρι σήμερα «Μακεδονία». Και είναι μια Συμφωνία που δεν παρεκκλίνει καθόλου από την εθνική γραμμή για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes.
Επιπλέον, δημιουργεί την υποχρέωση της γείτονος να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση, βάζοντας έτσι κατ’ αρχάς θεσμικό τέλος στον αλυτρωτισμό και την αναπαραγωγή του.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, κυρίως της Νέας Δημοκρατίας, αυτές είναι αλήθειες που προσπαθείτε και να θολώσετε και να κρύψετε και να κάνετε να ξεχαστούν με πολλούς τρόπους και βεβαίως με τον λεονταρισμό της πρότασης μομφής.
Νομίζω, όμως, ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική ουσία, ότι δεν μας μέμφεστε γι’ αυτό -το γράφετε βέβαια και στο κείμενο της μομφής- αλλά στα αλήθεια βρήκατε μια ευκαιρία να κάνετε την μομφή, επειδή δεν αντέχετε άλλο εκτός εξουσίας. Είχατε φανταστεί, είχατε πειστεί για την αριστερή παρένθεση. Αντ’ αυτού σήμερα είμαστε σε μία ιδιαίτερη στιγμή, να δίνεται λύση από τη δική μας Κυβέρνηση στο τρίπτυχο «μνημόνια, χρέος και Μακεδονικό».
Δίνουμε λύσεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και τα αφήνουμε οριστικά πίσω μας. Όποιος θέλει μπορεί να παραμείνει και πίσω, χωρίς τη λύση. Και επειδή είμαστε ήδη στο επόμενο βήμα, στη γρήγορη υλοποίηση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της κοινωνικής ευημερίας, αλλά και της δίκαιης ανάπτυξης, δεν αντέχετε ούτε τη διαδρομή ούτε τις επιτυχίες αυτής της Κυβέρνησης. Δεν ανέχεστε να κερδίζουμε έδαφος, αυτό που επί των ημερών σας χάσαμε στην παγκόσμια κοινότητα και δεν αντέχετε να μας επαινούν διεθνώς.
Επί δυόμισι χρόνια, νομίζω, έχετε κάνει μόνο μία επένδυση –αυτό νομίζω ότι το ξέρετε καλά, γιατί επί των ημερών σας δεν έγιναν επενδύσεις- αυτή στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, στην άγνοια, στο φόβο, στη ρηχή συλλογική μνήμη και τώρα στα ταπεινά ένστικτα της πατριδοκαπηλίας και του εθνικισμού. Και αυτό να το προσέξετε. Είναι επικίνδυνο.
Το μείγμα εθνικισμού στην εξωτερική πολιτική και ακραίου νεοφιλελευθερισμού στην εσωτερική είναι παραπάνω από επικίνδυνο και τροφοδοτεί τον λαϊκισμό.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η Συμφωνία είναι μια ακόμη ευκαιρία να πούμε και άλλα πράγματα με το όνομά τους. Γιατί η Νέα Δημοκρατία, αδικώντας εν πολλοίς και την πολιτική της παράδοση, όλο το τελευταίο διάστημα πολιτεύεται με μομφές παντού καθημερινώς.
Και επειδή –θα μου επιτρέψετε- σε αυτόν τον διάλογο και τις προηγούμενες δύο μέρες άκουσα πολλά και για τη διαδικασία και για τον τομέα της δικής μου ευθύνης, θυμίζω ότι μας κατηγόρησαν και αυτές τις μέρες για κομματικούς στρατούς, ορδές μετακλητών, διόγκωση του κράτους, εκτόξευση δαπανών, εμμονικά και ατεκμηρίωτα, φυσικά.
Εμείς ξέρετε τι έχουμε κάνει. Έχουμε αποκαταστήσει τις αδικίες που δημιουργήσατε. Έχουμε αποκαταστήσει την εργασιακή ειρήνη και ασφάλεια στο δημόσιο. Θυμίζω τους πυροσβέστες, θυμίζω τους εργαζόμενους στην καθαριότητα, θυμίζω τις προσλήψεις στην υγεία. Εξορθολογίζουμε δομές υπηρεσίας ανθρώπινου δυναμικού. Χρησιμοποιείτε εσκεμμένα –γι’ αυτό λέω ότι το κάνετε συνειδητά- λαθεμένα στοιχεία.

Δηλαδή το ελληνικό δημόσιο από το 2015 μέχρι και σήμερα έχει μειωθεί συνολικά κατά δέκα χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους. Αυτό δεν λέγεται διόγκωση, λέγεται μείωση.
Βεβαίως, κανένας δεν κάνει τον κόπο να δει το σύστημα «Απογραφή». Όλη η αντιπολίτευση στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία διάφορες φυλλάδες διακινούν και διάφοροι υπάλληλοι, και από το δικό μου Υπουργείο, που βρίσκονται αποσπασμένοι σε διάφορα κόμματα και έχουν να πατήσουν καμιά εικοσαριά χρόνια στη δουλειά, εμφανίζουν στοιχεία.
Την «Απογραφή», βεβαίως, δεν την ξέρετε, διότι και τους μετακλητούς τους αποκρύψατε πάντα από το σύστημα «Απογραφή», έτσι ώστε σήμερα να μιλάτε για αύξηση μετακλητών από τη δική μας Κυβέρνηση, που στα αλήθεια είναι ότι είναι η πρώτη και μοναδική καταγραφή. Επί της ουσίας δεν έχουμε ούτε τους μισούς από όσους είχατε σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης.
Δεν θα προχωρήσω πολύ σε αυτό. Θα θυμίσω, όμως, και το εξής, που είναι βασικό, ότι τον Δεκέμβριο του 2014, εξαιτίας της επερχόμενης Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, σε ένα βράδυ ο κ. Μητσοτάκης όρισε διά αναθέσεως όλους τους διευθυντές σε όλη τη δημόσια διοίκηση. Αυτό λέγεται αξιοκρατική επιλογή, φαντάζομαι, για εσάς.
(Στο σημείο αυτό χτυπάει το κουδούνι λήξης του χρόνου ομιλίας της κυρίας Υπουργού)
Αυτούς, όμως, τους ανθρώπους -και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε- αυτή η Κυβέρνηση δεν τους έδιωξε ποτέ από τις θέσεις τους διότι δεν είμαστε ρεβανσιστές. Είναι ακόμα και σήμερα και για κάθε θέση που κρίνεται, γιατί έχουμε ξεκινήσει κρίσεις και ολοκληρώνονται, μπαίνει ο επόμενος όχι με ανάθεση αλλά με κρίση. Και αυτό συμβαίνει πρώτη φορά στην ελληνική δημόσια διοίκηση.
Με όλες αυτές τις διαστρεβλώσεις και πολλά άλλα προσπαθήσατε να τορπιλίσετε και την πρώτη αξιολόγηση και την δεύτερη και την τρίτη και την τέταρτη. Στην τέταρτη με αυτό το ευφυές περί γενικών γραμματέων και πώς ο ΣΥΡΙΖΑ τοποθετεί τους δικούς του ανθρώπους. Βεβαίως, αυτούς τοποθετούσατε τόσα χρόνια, τους δικούς σας ανθρώπους γραμματείς Υπουργείων. Αν θέλαμε να διατηρήσουμε το κομματικό κράτος, δεν θα το αλλάζαμε, θα μας βόλευε πάρα πολύ. Αλλά δεν μπορώ να το ακούω και το ακούω και αυτές τις δυο μέρες.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Νικόλαος Βούτσης): Παρακαλώ, κυρία Υπουργέ.
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ (Υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης): Κύριε Πρόεδρε, βγαίνω από το θέμα αλλά ειπώθηκαν σε αυτόν τον διάλογο και είμαι υποχρεωμένη να απαντήσω.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ: Στις 29 Ιουνίου έχουμε επερώτηση. Θα γελάσουμε πολύ!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Νικόλαος Βούτσης): Εντάξει. Θα πάρετε την απάντηση, όταν είναι έτοιμη η κυρία Υπουργός.
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ (Υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης): Αλλά μέχρι τότε τον διάλογο κάποιων με συγκεκριμένο φυλλάδιο και αναπαραγωγή ψευδών στοιχείων οφείλω να τον απαντήσω εδώ. Γιατί κάποιοι σας πιστεύουν κιόλας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Νικόλαος Βούτσης): Ευχαριστούμε, κυρία Υπουργέ.
ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ (Υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης): Η χώρα, λοιπόν, θα περπατήσει με τις δυνάμεις της προόδου. Οι δυνάμεις της συντήρησης θα μένουν πίσω σταθερά. Και αυτές οι πατριωτικές λογικές και πολιτικές αυτές θα αναβαθμίσουν και τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας μας διεθνώς.
Ευχαριστώ.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ