ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

16/06/2018

Η ομιλία της Παναγιώτας Βραντζά στη πρόταση δυσπιστίας



.

Ολόκληρη η ομιλία από τα πρακτικά της βουλής

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να συζητήσουμε την πρόταση μομφής της Νέας Δημοκρατίας προς την Κυβέρνηση με αφορμή την επικείμενη συμφωνία της χώρας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας όσον αφορά το όνομα και όχι μόνο της γειτονικής χώρας. Γι’ αυτό και εγώ θα απευθυνθώ κυρίως σήμερα -κάτι που δεν το συνηθίζω- στους συναδέλφους της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Ο επιεικέστερος χαρακτηρισμός γι’ αυτό καθεαυτό το θέμα της πρότασης είναι το οξύμωρο, ο λιγότερο επιεικής είναι το αστείο και αυτός που θα έπρεπε να πω κανονικά δεν αρμόζει να λέγεται μέσα στη Αίθουσα του Κοινοβουλίου.
Η συντηρητική παράταξη είναι αυτή που είχε την ευχέρεια της διακυβέρνησης της χώρας για το μεγαλύτερο διάστημα από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους. Αυτή κατά κύριο λόγο χειρίστηκε μείζονα εθνικά ζητήματα χωρίς -αποδεδειγμένα πλέον- τα καλύτερα αποτελέσματα.
Το μακεδονικό ως ζήτημα υφίσταται εδώ και πάνω από έναν αιώνα με πολλές πτυχές και γεγονότα μεγάλης σημασίας. Δεν νομίζω ότι είναι δόκιμο σήμερα εγώ να κάνω ιστορική αναδρομή. Τέθηκε ξανά επιτακτικά το 1991 και φάνηκε το μέγεθός του ως σύγχρονο πρόβλημα, όταν δημιουργήθηκε ένα κράτος στα βόρεια σύνορά μας, που αυτοπροσδιορίστηκε ως Μακεδονία.
Δεν θα πω τι έκανε και τι δεν έκανε η Νέα Δημοκρατία, η οποία μας μέμφεται σήμερα. Είναι γεγονότα πρόσφατα, είναι γνωστά. Θα μείνω, όμως, στο αποτέλεσμα.
Με την ενδιάμεση Συμφωνία του 1994 η χώρα αυτή αναγνωρίστηκε από τη χώρα μας και διεθνείς οργανισμούς με το προσωρινό όνομα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω περιέχει και τον όρο «Μακεδονία».
Στη συνέχεια, πάνω από τα τρία τέταρτα των χωρών του κόσμου, μεταξύ αυτών όλες οι ισχυρές χώρες του πλανήτη, αλλά και η παραδοσιακοί μας σύμμαχοι, αναγνωρίζουν τη χώρα αυτή με το συνταγματικό της όνομα, δηλαδή σκέτο «Μακεδονία» και κανένας δεν θορυβείται. Αν αυτός δεν είναι ο ορισμός του «κρύβω τα σκουπίδια κάτω από το χαλί και το μόνο για το οποίο νοιάζομαι είναι η εξουσία», τότε ποιος είναι;
Το μόνο προφανές όφελος από το Μακεδονικό ή Σκοπιανό, αν θέλετε, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες είναι η καριέρα του κ. Σαμαρά. Με τον εθνικισμό, κατά τη γνώμη μου, στα όρια της πατριδοκαπηλίας κατάφερε το μέγιστο ως επαγγελματίας πολιτικός, να γίνει Πρωθυπουργός της χώρας. Μπορεί κάποιος από τους συναδέλφους της Νέας Δημοκρατίας να αναφέρει το παραμικρό έστω όφελος για τη χώρα από τους χειρισμούς όλων των κυβερνήσεων για το συγκεκριμένο ζήτημα από το 1991 και μετά;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε κανέναν Έλληνα, αλλά ούτε και σε μένα προσωπικά, είναι ευχάριστο μια άλλη χώρα να παραχαράσσει την ιστορία, να οικειοποιείται στοιχεία, ονόματα και σύμβολα του δικού μας πολιτισμού. Βρισκόμαστε, όμως, σήμερα και το παρελθόν έχει συντελεστεί με μεγάλη ευθύνη και της Νέας Δημοκρατίας,
Ποια λοιπόν, είναι η πρόταση; Γιατί δεν ακούσουμε πρόταση. Το να μη λύσουμε το πρόβλημα δεν είναι πρόταση.
Η εθνική γραμμή, πάνω στην οποία στηρίζεται η επικείμενη Συμφωνία, την οποία συζητάμε, υπήρξε αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά σήμερα την εγκατέλειψε, τη χαρακτηρίζει προδοτική, προφανώς επειδή ενεργοποιήθηκαν τα ακροδεξιά αντανακλαστικά και στοιχεία της παράταξης.
Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και ρεαλιστές. Προσωπικά, θεωρώ πολύ προτιμότερο, πολύ πιο σωστό και πολύ πιο συμφέρον για τη χώρα μια γεωγραφικά προσδιορισμένη Βόρεια Μακεδονία μ’ ένα σύνταγμα χωρίς αλυτρωτισμούς, χωρίς ελληνικά σύμβολα και μ’ όλες εκείνες τις διευκρινίσεις, που ξεκαθαρίζουν ότι δεν έχει καμμία σχέση με την αρχαία Μακεδονία και τον πολιτισμό της, από αυτό που επικρατεί σήμερα, δηλαδή μια σκέτη Μακεδονία, ένα ανοιχτό πρόβλημα στα βόρεια σύνορά μας και μια εν δυνάμει απειλή.
Προφανώς, θα μπορούσαμε κι εμείς να συνεχίζουμε να στρουθοκαμηλίζουμε και να αποφύγουμε κάθε πιθανό κόστος, αδιαφορώντας για το καλό της χώρας, όπως ακριβώς κάνει η Νέα Δημοκρατία.
Είμαστε, όμως, διαφορετικοί. Κάνουμε διαφορετικές επιλογές και τολμάμε. Αυτό που λέγεται πολιτικό κόστος, αλλά δεν είναι πολιτικό, είναι κομματικό και προσωπικό, δεν μας αφορά και βλέπετε ότι δεν είμαστε όλοι ούτε επαγγελματίες πολιτικοί ούτε γόνοι που κληρονομήσαμε καρέκλες και οφίτσια και είμαστε πάνω απ’ όλα πολίτες και το μέλλον μας εξαρτάται και από το μέλλον της χώρας, κάτι που δεν συμβαίνει, δυστυχώς, με την παραδοσιακή ελίτ του ελληνικού Κοινοβουλίου.
Επίσης, θα ήθελα να ενημερώσω όλους εκείνους τους υπερπατριώτες, που με περισσή ευκολία μετράνε τον πατριωτισμό τον δικό τους, αλλά και των άλλων, ότι τα κριτήρια δεν είναι μόνο τα συλλαλητήρια, οι σημαίες και οι έξυπνες επαναστατικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Πατριωτισμός σημαίνει είναι και το να πληρώνεις τους φόρους που σου αναλογούν χωρίς να τους αποφεύγεις, δραστηριοποιούμενος οικονομικά μέσα από offshore, ειδικά αν είσαι σύζυγος πολιτικού αρχηγού.
Πατριωτισμός είναι αν έχεις χρήματα, να τα κρατάς και να τα επενδύεις στη χώρα σου και όχι να τα βγάζεις λίγα-λίγα στο εξωτερικό, ειδικά αν είσαι Υπουργός Οικονομικών.
Πατριωτισμός είναι να μην προτρέπεις τους εύπορους πολίτες να διώξουν τα κεφάλαιά τους από τη χώρα, ειδικά όταν είσαι Αντιπρόεδρος του Κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.
Και, φυσικά, πατριωτισμός είναι να υπηρετείς τη στρατιωτική σου θητεία κανονικά, ειδικά να πρόκειται να εκμεταλλευτείς τον πατριωτισμό για να γίνεις πρωθυπουργός.
Βεβαίως, η έννοια «πατριωτισμός» μπορεί να είναι σύνθετη και να εξαρτάται και από τις διαφορετικές για τον καθένα παραμέτρους. Δυστυχώς, εδώ μέσα παραποιούνται και έννοιες που άπτονται απολύτως της κοινής λογικής.
Εσχάτως η Νέα Δημοκρατία διατυπώνει μετ’ επιτάσεως την άποψη ότι η Κυβέρνηση δεν διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση. Τι ακριβώς εννοεί; Ότι η νόμιμα εκλεγμένη Κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνήσει; Δηλαδή ποιος νομιμοποιείται να κυβερνήσει; Φαντάζομαι ότι δεν συντάσσεστε με τους διπλανούς σας, οι οποίοι λένε ότι πρέπει να παρέμβει ο Στρατός.
Επίσης, φαντάζομαι ότι με τη σημερινή καταψήφιση της πρότασής σας, αν υπάρχει ίχνος σοβαρότητας, θα σταματήσετε να λέτε αυτό το αστείο.
(Στο σημείο αυτό χτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας της κυρίας Βουλευτού)
Τελειώνω, σε μισό λεπτό, κύριε Πρόεδρε.
Θα απευθυνθώ κυρίως στους συναδέλφους με μακρά κοινοβουλευτική εμπειρία και θέλω να ενημερώσω, αξιοποιώντας τη δική μου μακρά εμπειρία ως κανονικός πολίτης, ότι η συζήτηση που προκλήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και πολλές άλλες συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα σε αυτή την Αίθουσα, είναι στείρες, αντιπαραγωγικές, αδιάφορες για τον πολίτη και απαξιωτικές για το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Κατανοώ ότι το αποστειρωμένο και αποκομμένο από την κοινωνία περιβάλλον του επαγγελματία πολιτικού και του κληρονόμου δεν επιτρέπει να κατανοήσει και κατά συνέπεια να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που αφορούν τον πολίτη. Δεν μπορεί, όμως και δεν πρέπει η βουλευτική έδρα και κάθε δημόσιο αξίωμα να είναι αυτοσκοπός. Αυτές οι πρακτικές δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού.
Ας κάνουμε όλοι την αναγκαία αυτοκριτική και ας αναλογιστούμε ποιες είναι οι ευθύνες μας. Και πιστέψτε με, είναι ύψιστο πατριωτικό καθήκον να δίνεις χώρο και να μην αντιπαλεύεις με δόλιο τρόπο κάποιον που μπορεί καλύτερα από εσένα.
Ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ)