ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

16/01/2019

Χρ. Βερναρδάκης: Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για τη σύμπτυξη ενός προοδευτικού μετώπου - βίντεο

Χρ. Βερναρδάκης: Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για τη σύμπτυξη ενός προοδευτικού μετώπου - βίντεο



.

Αγαπητές Βουλεύτριες και αγαπητοί συνάδελφοι Βουλευτές, η Κυβέρνηση ζητά μια καθαρή εντολή, μια καθαρή ψήφο εμπιστοσύνης, μια ουσιαστική ψήφο εμπιστοσύνης και είναι μια ευκαιρία να πάρουμε μερικά πράγματα από την αρχή.
Η επιβολή των μνημονίων σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών έγινε, όπως όλοι γνωρίζουμε, σε συνθήκες οξείας κρίσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, κρίσης που εκφράστηκε με κρίση του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη και εγκυμονούσε κινδύνους για τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Ήταν απότοκος της κρίσης υπερσυσσώρευσης που κλόνισε τις παγκόσμιες αγορές και έλαβε χρηματοπιστωτική μορφή με τις περίφημες «φούσκες» των διαφόρων αγορών.
Οι μνημονιακές πολιτικές υλοποιήθηκαν με την εφαρμογή ακραίων οικονομικών πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης της εργασίας και «κουρέματος» του κοινωνικού κράτους και των οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων.
Στην Ελλάδα, επειδή τα μνημόνια που επιβλήθηκαν από τις κυβερνώσες πολιτικές δυνάμεις θεωρήθηκαν -και ήταν στην πραγματικότητα- μια διάρρηξη του ισχύοντος μεταπολιτευτικού κοινωνικού συμβολαίου, διέλυσαν κυριολεκτικά το πολιτικό σύστημα.
Διέλυσαν ένα πολιτικό σύστημα πολύμορφων πελατειακών σχέσεων, πολύπλοκων διαδρομών ιδιοποίησης των δημόσιων πόρων και διανομής των πόρων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Να θυμηθούμε μόνο τα τρία Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης παλιότερα και ένα τουλάχιστον ΕΣΠΑ, αυτό που τρέχει από το 2007 έως το 2013.
Στις μνημονιακές συνθήκες βίαιης μείωσης του εισοδήματος των ασθενέστερων λαϊκών στρωμάτων, μισθωτών και συνταξιούχων, και συμπίεσης των μεσαίων στρωμάτων οι αντιστάσεις ήταν καθοριστικές για τη συνοχή και τη μοίρα των πολιτικών δυνάμεων.
Το κυβερνών ΠΑΣΟΚ κατέρρευσε κυριολεκτικά όχι μόνο ως προς τα ποσοστά του, αλλά και ως μορφή πολιτικής διαμεσολάβησης, ως κουλτούρα διαχείρισης και ως ανθρωπολογική προσέγγιση της πολιτικής, μετά από τριάντα χρόνια σχεδόν ηγεμονικής παρουσίας στην ελληνική κοινωνία.
Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε, σε πρώτο στάδιο, να διαφύγει χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες, επειδή επέδειξε εύστοχο καιροσκοπισμό, για να καταλήξει βέβαια στο «ουδείς αναμάρτητος» ενώπιον της Άγκελα Μέρκελ, αναδεικνύοντας τη διγλωσσία σε δομικό συστατικό της πολιτικής παρουσίας του κόμματος αυτού μέχρι σήμερα.
Όμως, υπήρξαν συνέπειες αυτής της μετεξέλιξης. Κατά τη μνημονιακή περίοδο η Νέα Δημοκρατία ενίσχυσε και νομιμοποίησε την κυβερνητική παρουσία αρχικά του γνωστού ακροδεξιού μορφώματος, του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, δεδομένου ότι αναζήτησε συμμαχίες και προς τα δεξιά της, στο χώρο που κυριαρχούσαν συνθήματα και συμπεριφορές εθνικιστικής και ακροδεξιάς κριτικής των μνημονίων. Στην πραγματικότητα εκείνη τη στιγμή η νέα ριζοσπαστική Δεξιά, που φλερτάρει ή ακόμα και συμφύεται με μορφές του φασισμού, ευδοκιμεί στη γόνιμη κοπριά του κήπου της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Βεβαίως, ήρθε η κατάπτωση του ΛΑΟΣ, εξαιτίας του οπορτουνισμού της ηγεσίας του, αλλά επέφερε μια μεγάλη συνέπεια, την παράλληλη άνοδο του ναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής και έφερε στο προσκήνιο αυτό που όλοι σήμερα γνωρίζουμε στην Ελλάδα -βεβαίως είναι και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο-, τη φασιστική απειλή. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιπτώσεις του μνημονιακού μοντέλου διακυβέρνησης.
Η βίαιη αλλαγή των όρων του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης με την ακραία λιτότητα και τη μαζική φτωχοποίηση είχε ως προϋπόθεση την απόλυτη καταστολή των δημοκρατικών και των εργασιακών δικαιωμάτων και την απόλυτη νομιμοποίηση στη δημόσια σφαίρα του ρατσισμού, της κοινωνικής μισαλλοδοξίας, του σεξισμού, του ιστορικού αναλφαβητισμού. Η Χρυσή Αυγή κατέστη προνομιακός συνομιλητής μερίδων της κοινωνίας, αφού πρώτα όμως ο πολιτικός της λόγος νομιμοποιήθηκε και έγινε αποδεκτός από ευρύτερα, περιθωριακά πια, κοινωνικά στρώματα.
Η προσχώρηση της Νέας Δημοκρατίας στο μνημονιακό μπλοκ και η συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ αρχικά, ή αργότερα με τη ΔΗΜΑΡ, η εξωπολιτική διακυβέρνηση Παπαδήμου, ο ακραίος οικονομικός, πολιτικός και κοινωνικός αυταρχισμός, η αδυσώπητη καταστολή επέτειναν την αντίληψη περί εκπτώσεις και απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού, αναξιοπιστίας των ηγετικών ελίτ και καταρράκωσης της εμπιστοσύνης σε θεσμούς, σε Τύπο κ.ο.κ. Τεράστιο πλήγμα υπέστη και η Δικαιοσύνη με τις αποφάσεις των ανωτάτων οργάνων της περί της συνταγματικότητας των μνημονίων και των μειώσεων των μισθών, ενώ απέκρουσαν με σθένος τις προσπάθειες μείωσης των δικών τους αποδοχών.
Το όλο σύστημα βυθίζονταν στην απόλυτη απαξία, εξαιτίας της υψηλής διαφθοράς των σκανδάλων και των εγκλημάτων «λευκού κολλάρου». Το σύστημα διακυβέρνησης από τα κόμματα που εφάρμοσαν τις πολιτικές των πρώτων μνημονίων οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας.
Αυτή την κατάσταση παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν νίκησε στις εκλογές του 2015. Σε αυτό το σκηνικό αμφισβήτησης και κρίσης τόσο της πολιτικής διαμεσολάβησης, όσο και της κοινωνικής εκπροσώπησης των πολιτικών κομμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε και πέτυχε ως ένα βαθμό μία πολιτική ηγεμονία.
Ένα γεγονός μείζονος σημασίας, το οποίο θα πρέπει να το συζητήσουμε κάποτε με τους όρους μιας σοβαρής δημόσιας συζήτησης, ένα γεγονός σημασίας για την πολιτική ζωή της χώρας και την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην Κυβέρνηση ήταν η απόσχιση τμήματος της Νέας Δημοκρατίας και ο σχηματισμός του κόμματος των Ανεξάρτητων Ελλήνων που εξέφραζε μία τάση της αντιμνημονιακής Δεξιάς. Το κόμμα αυτό αποτέλεσε ένα υβριδικό μόρφωμα της λαϊκής Δεξιάς με αντιμνημονιακό πρόσημο, με ταυτόχρονη συνύπαρξη αντιφατικών ιδεολογικών απόψεων που εκκινούσαν από τον καραμανλικό ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό και έφταναν σε παρωχημένες και ορισμένες φορές υπερσυντηρητικές απόψεις και εθνικιστικές ιδεοληψίες, έχοντας όμως και μία αταλάντευτη πρόθεση για κάθαρση του πολιτικού συστήματος.
Για την οικοδόμηση ηγεμονικής παρέμβασης της Αριστεράς σε συνθήκες κρίσης του πολιτικού συστήματος προέκυψε η ανάγκη για την επίτευξη συμμαχιών. Οι δυνάμεις του παλαιού πολιτικού συστήματος δεν θα μπορούσαν να συναινέσουν και δεν θα μπορούσε και ο ΣΥΡΙΖΑ να δεχτεί μία τέτοια εξέλιξη, δεδομένων των δεσμών τους ή τουλάχιστον μεγάλου μέρους τους, με το σύστημα της διαπλοκής και της κλεπτοκρατίας που είχε διαμορφωθεί στη χώρα. Υπό τους όρους αυτούς η λύση μιας συμμαχικής κυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ κατέστη μονόδρομος.
Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπήρξε αντικείμενο σφοδρής αντιπαράθεσης και κριτικής από το παλιό δικομματικό σύστημα εξουσίας, όχι τόσο για την αποτελεσματικότητα ή αναποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου, όσο για τη διαφορετική πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα των συνιστωσών της. Αυτό που ενοχλούσε, βέβαια, το σύστημα δεν ήταν η ιδεολογική ασυμβατότητα των εταίρων του σχήματος, όσο το γεγονός ότι με τη συμμαχία αυτή κατέστη δυνατή η διακυβέρνηση της χώρας και η επίτευξη της εξόδου από τα μνημόνια με την κοινωνία όρθια. Το παλιό σύστημα και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις προσδοκούσε να παίξει με τη διαδικασία των εντολών και το διαφαινόμενο και επιθυμητό αδιέξοδο, ώστε να καταστεί ρυθμιστής της κατάστασης και να σύρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ακραίες αντιλαϊκές πολιτικές επιλογές.
Η Νέα Δημοκρατία και όλο το παραδοσιακό πολιτικό σκηνικό επένδυσε στην πολιτική της αριστερής παρένθεσης, στην υλοποίηση του οποίου συμμετείχαν και τμήματα του κρατικού μηχανισμού, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, επιχειρηματικά συμφέροντα και αρραγές όλο το παλιό πολιτικό σύστημα του βαθέως κράτους.
Η πολιτική αυτή σε όλες τις μορφές της απέτυχε και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήτανε μέχρι σήμερα η μακροβιότερη κυβέρνηση από το 2010 και μετά. Για αυτό και η μόνιμη επωδός-δικαιολογία για μη σύμπραξη πολιτικών δυνάμεων -όμορων με το ΣΥΡΙΖΑ- στην Κυβέρνηση, ακόμα και αντικείμενο χλευασμού, ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας αυτή η –εντός εισαγωγικών- «ανάρμοστη» σύμπραξη.
Αν πάρουμε υπ’ όψιν μας, όμως, χάριν παιδιάς, τη φροϋδική προσέγγιση περί του ναρκισσισμού των μικρών διαφορών και των συνεπειών του, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι όσο πιο εμφανείς και εξόφθαλμα ασύμβατες είναι οι διαφορές, τόσο πιο σταθερό είναι ένα συνεργατικό σχήμα.
Συνεπώς, η κυβερνητική αυτή συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν μία εξαιρετικά ορθή πολιτική επιλογή. Αποτέλεσε στο διαμορφωμένο πολιτικό πλαίσιο την πιο αξιόπιστη λύση τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Διαπραγματεύτηκε με αξιοπρέπεια και συνέπεια με τους δανειστές. Πέτυχε σε υπολογίσιμο βαθμό την προστασία των πιο αδύνατων στρωμάτων παρά τις δυσκολίες, τα πισωγυρίσματα και τις εντάσεις, παρήγαγε έργο και ως Κυβέρνηση έβγαλε τη χώρα από το θανάσιμο σπιράλ των μνημονιακών πολιτικών της περιόδου, όπως εξάλλου είχε δεσμευτεί.
Αυτή η αντιφατική ιδεολογικά Κυβέρνηση παρήγαγε τα πιο δικαιωματικά νομοσχέδια που έχει ψηφίσει ποτέ η ελληνική Βουλή. Για όσους και όσες βλέπουν την πολιτική διαδικασία ως διαδικασία δημοκρατική, ενεργητική, συμμετοχική, ξέρουν πολύ καλά ότι για τον ΣΥΡΙΖΑ και τις δυνάμεις της Αριστεράς, η Συγκυβέρνηση αυτή ήταν μία άσκηση του γκραμσιανού υποδείγματος της διεκδίκησης της ιδεολογικής ηγεμονίας.
Τα μνημόνια και οι πολιτικές λιτότητας απελευθέρωναν δυνάμεις που ιστορικά εκφράζονταν από τη Δεξιά, την Κεντροδεξιά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Οι δυνάμεις αυτές ήταν διαθέσιμες εκείνη την εποχή για ένα άλλο υπόδειγμα άσκησης πολιτικής και η Αριστερά αδογμάτιστα και με σεβασμό στις πολιτικές καταγωγές του καθενός και της καθεμιάς, έπρεπε να συνομιλήσει με αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους και αυτό έκανε.
Η έξοδος από τα μνημόνια υπήρξε εξίσου καταλυτική πρόκληση για τα παλιά κόμματα και το πολιτικό προσωπικό τους. Κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ, το ΛΑΟΣ, η ΔΗΜΑΡ, που εισηγήθηκαν και υλοποίησαν μνημονιακές πολιτικές, έφτασαν στα όρια της συρρίκνωσης ή και της διάλυσης.
Η Νέα Δημοκρατία κατέγραψε τα χαμηλότερα εκλογικά της ποσοστά. Για την ανάσχεση των διαλυτικών της τάσεων, η Νέα Δημοκρατία προχώρησε σε ολίσθηση προς την ακροδεξιά, υιοθετώντας πολιτικές και ιδεολογικές πρακτικές της, καθιστώντας τη διγλωσσία πολιτικό εργαλείο χειραγώγησης και το ψεύδος όπλο στην κήρυξη ενός εσωτερικού πολέμου ως μορφή αντιπολίτευσης.
Η Νέα Δημοκρατία και με τη σημερινή της τακτική προσβλέπει στις ψήφους που θα αποσπάσει από τη Χρυσή Αυγή, αλλά με τον τρόπο αυτό μπήκε σε διαδικασίες μετασχηματισμού της, από ευρωπαϊκό κόμμα της λαϊκής Δεξιάς με κεντροδεξιές αναφορές και φιλελεύθερο πρόσημο, σε κόμμα με σαφείς ακροδεξιές αναφορές και πρακτικές.
Κατέδειξε πως η αντίληψη για το πολίτευμα δεν είναι για το κόμμα αυτό παρά μία ολιγαρχική δημοκρατία, μια δημοκρατία κέλυφος, όπου η φασιστική επιλογή δεν φαντάζει αδιανόητη. Το κόμμα του Καραμανλή μεταλλάσσεται από τον ακροδεξιό Σαμαρά και τον νεοφιλελεύθερο Μητσοτάκη σε ένα είδος «σοβαρής Χρυσής Αυγής», σε ένα εκκολαπτήριο των διαφόρων επίδοξων Σαλβίνι.
Όσον αφορά στο ΚΙΝΑΛ, η αποτυχία του εγχειρήματος οφείλεται στην υιοθέτηση των πολιτικών ταύτισης με τη Δεξιά, τις νεοφιλελεύθερες επιλογές, την τυφλή αντιπολίτευση στην Κυβέρνηση, την έλλειψη συνεκτικού πολιτικού σχεδίου και την αυταρχική συμπεριφορά ακόμα και προς τους συμπράττοντες πολιτικούς φορείς και κόμματα.
Η έξοδος από τα μνημόνια θεωρήθηκε αρχικά ως πλασματική. Λοιδορήθηκε από τα πρώην μεγάλα κόμματα του κλασικού δικομματισμού, γιατί οι μνημονιακές πολιτικές αποτελούν στην ουσία τις μόνες πολιτικές προτάσεις και επιλογές των κομμάτων αυτών. Είναι προφανές ότι, αν επικρατούσαν εκλογικά, θα εφάρμοζαν χωρίς ενδοιασμό αυτές τις πολιτικές. Άλλωστε το έχουν δείξει άπειρες φορές, ακόμα και στην τελευταία περίοδο με τη μη περικοπή των συντάξεων. Παράλληλα, τα αποκαλυπτόμενα σκάνδαλα θεωρήθηκαν ως σκευωρίες κατά του εμπλεκόμενου πολιτικού προσωπικού και καταβάλλονται βέβαια προσπάθειες συγκάλυψης.
Και φτάσαμε στη Συμφωνία των Πρεσπών. Η επίτευξη αυτής της Συμφωνίας αποτελεί σήμερα τη νέα διαιρετική τομή για την ελληνική πολιτική σκηνή και καταλύτη για τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού. Κλονίζει εκ θεμελίων ξανά τα κόμματα του κλασικού παλιού δικομματισμού, με την έννοια ότι η Συμφωνία ιχνογράφησε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εθνική εξωστρέφεια και την ενεργητική πολιτική προσέγγιση από τη μία και την αναδίπλωση, τον απομονωτισμό και την πολιτική αδράνεια σε όλα τα πεδία από την άλλη, στην οικονομία και τις επενδύσεις, στις ανταλλαγές και το εξωτερικό εμπόριο, στην πολιτική ακτινοβολία και την επιρροή στα Βαλκάνια, στον πολιτισμό, τον τουρισμό. Η Συμφωνία των Πρεσπών καθίσταται δομικό στοιχείο της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Το οξύμωρο είναι ότι, ενώ τα δύο παλιά πολιτικά κόμματα του δικομματισμού συνδιαμόρφωσαν αυτή τη λεγόμενη εθνική γραμμή, το μεν ΠΑΣΟΚ δεν έχει καν τη δυνατότητα να την αναδείξει ως δική του πολιτική επιτυχία, η δε Νέα Δημοκρατία στοχεύοντας και κρυφοβλέποντας προς την άκρα Δεξιά και ενσωματώνοντας τους γνωστούς μακεδονομάχους, διαμηνύει σε όλους τους τόνους την αντίθεσή της με αυτήν.
Υπό την έννοια αυτή -και επειδή η δημοκρατία δεν είναι μία τυπική υπόθεση, αλλά μία διαδικασία που κρίνεται από τη σοβαρότητα του δημόσιου διαλόγου και την πολιτική ευθύνη όλων- με όλο τον σεβασμό που έχω στα πρόσωπα αυτά, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί πρώην Πρωθυπουργοί που διαχειρίστηκαν το ζήτημα αυτό, που διαμόρφωσαν στρατηγική, που διαμόρφωσαν διπλωματικό κεφάλαιο, που παρήγαγαν έγγραφα, που κατανάλωσαν χρόνο, σιωπούν και δεν τοποθετούνται δημοσίως.
Η έξοδος από τα μνημόνια και η δυναμική εξωτερική πολιτική που απέδωσε καρπούς είναι απαραίτητοι όροι τόσο για την παραγωγική, όσο και για την κοινωνική ανασυγκρότηση και την αναδιάταξη του πολιτικού κομματικού συστήματος. Σήμερα δημιουργούνται συνθήκες για τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού δίπολου. Τις άκρες αυτού του δίπολου θα καταλαμβάνουν αφενός οι προοδευτικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, με τον ΣΥΡΙΖΑ, με συλλογικότητες της Αριστεράς, με σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλιστές, με προοδευτικούς δημοκράτες, με όλη την Αριστερά, ακόμα και με συντηρητικούς πολίτες που δεν θα μπορούν να ταυτιστούν πολιτικά με τις ακροδεξιές επιλογές του χώρου πολιτικής τους προέλευσης.
Στο άλλο άκρο θα συσπειρώνονται δυνάμεις της αντίδρασης, με κορμό μία μεταλλαγμένη Νέα Δημοκρατία, που θα έχει απεμπολήσει τον όποιο χαρακτήρα της λαϊκής φιλελεύθερης Δεξιάς και από συντηρητική παράταξη θα διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο προς τα άκρα.
Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για τη σύμπτυξη ενός προοδευτικού μετώπου και τα διακυβεύματα τίθενται πλέον καθαρά ως επιτακτικά διλήμματα. Θα υπάρξει κοινωνική προστασία και πολιτική ή θα αφεθούν οι ασθενέστεροι στην άθλια μοίρα που τους επιφυλάσσουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές;
Θα τύχουν υπεράσπισης οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων ή θα καθιερωθούν για όλες τις υποτελείς τάξεις μισθοί πείνας; Θα προστατευτεί η εργασία από την εργοδοτική αυθαιρεσία με την πλήρη επαναφορά, παγίωση και διεύρυνση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή θα ριχτεί βορά στην εκμετάλλευση;
Θα έχουμε αξιοπρεπές δημόσιο σύστημα υγείας, δημόσιο σύστημα παιδείας ή θα αφήσουμε την παραπαιδεία, τις ακριβές σπουδές στο εξωτερικό και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια για τους ευγενείς γόνους και τα άθλια υποβαθμισμένα δημόσια ιδρύματα για τα παιδιά του λαού;
Το κράτος θα γίνει εργαλείο ανάπτυξης και κοινωνικής προστασίας ή κατασταλτικός μηχανισμός στα χέρια των νεοφιλελεύθερων ελίτ; Τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης θα διανέμονται δίκαια σε όλους όσοι μόχθησαν γι’ αυτά ή θα τα ιδιοποιούνται αποκλειστικά οι κρατικοδίαιτες ελίτ που χρεοκόπησαν τη χώρα;
Τελικά, θα οικοδομήσουμε μία πατρίδα με ανοιχτή εξωτερική πολιτική φιλίας, συνεργασίας και ελευθερίας ή θα περιχαρακωθούμε στον επαρχιωτισμό της απομόνωσης, στον αγοραίο εθνικισμό των αχρείων λαθρεμπόρων πατριδοκάπηλων, στην αρπαγή του πλούτου από τους επιτήδειους ολίγους;
Εμείς θα είμαστε με τη σωστή πλευρά της ιστορίας και γι’ αυτόν τον λόγο ζητούμε και τη σημερινή ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ