ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

18/01/2019

Κ. Μπάρκας: Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών - βίντεο

Κ. Μπάρκας: Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για τους διορισμούς των εκπαιδευτικών - βίντεο



.

Με ψήφους 149 υπέρ έναντι 121 κατά και 3 «παρών» ψηφίστηκε επί της αρχής μετά από ονομαστική ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής, το Νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «Συνέργειες Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστήμιου Θεσσαλίας με τα Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Παλλημνιακό Ταμείο και άλλες διατάξεις».
Στο νομοσχέδιο ενσωματώθηκαν εννέα τροπολογίες. Μεταξύ άλλων, η τροπολογία για την θέσπιση νέου συστήματος διορισμού και προσλήψεων εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης - κατατέθηκε νομοθετική βελτίωση  για την αύξηση της μοριοδότησης για το πρώτο πτυχίο των εκπαιδευτικών - , η τροπολογία για τον διορισμό 450 εκπαιδευτικών Α.Σ.Ε.Π. έτους 2008, οι οποίοι δικαιώθηκαν στα δικαστήρια, η τροπολογία για τη μείωση μαθητών ανά τάξη (από 25 σε 22), καθώς και η τροπολογία για την πριμοδότηση των διακριθέντων αθλητών κατά την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Ο βουλευτής Πρέβεζας του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Μπάρκας, κατά τη συζήτηση και ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου πήρε τον λόγο και είπε τα εξής:
«Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η σημερινή συζήτηση αποτελεί μία έμπρακτη απόδειξη για τη σπουδαιότητα και τη σημαντικότητα της διαδικασίας παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση.
Είναι η πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια -και είναι με την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- που το ελληνικό Κοινοβούλιο συζητά για το πώς θα προχωρήσει ο μόνιμος διορισμός 15.000 μόνιμων εκπαιδευτικών στην εκπαίδευση. Και αυτό από μόνο του έχει τη δική του σημασία.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η Κυβέρνησή μας από την πρώτη στιγμή της διακυβέρνησης ανέλαβε πρωτοβουλίες που στηρίζουν τη δημόσια παιδεία σε όλες της τις βαθμίδες. Σε μία περίοδο δύσκολη για την ελληνική δημόσια εκπαίδευση στο σύνολό της, η Κυβέρνηση με σταθερό και ξεκάθαρο τρόπο επέλεξε την προστασία και την αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου και του δημόσιου πανεπιστημίου.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις μεθοδικά απαξίωναν το πανεπιστήμιο μέσα από την υποχρηματοδότηση, την αντιμετώπιση της παιδείας ως αγαθό το οποίο έπρεπε να υπακούει στους κανόνες της αγοράς, τη συνεχή προσπάθεια για αναθεώρηση του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας, τη διάλυση του ελληνικού πανεπιστημίου μέσα από εσωτερικούς κανονισμούς που έθεταν σε αμφισβήτηση την αυτονομία του ελληνικού πανεπιστημίου.
Οι κυβερνήσεις από το 2010 έως το 2015 είδαν τα μνημόνια ως ευκαιρία για να επιτεθούν σε βασικές κατακτήσεις του νεολαιίστικου κινήματος διαχρονικά στη χώρα μας, μία εκ των οποίων είναι το δημόσιο και δωρεάν σχολείο και πανεπιστήμιο για όλους και όλες. Επιπλέον, με μία εκδικητική τάση στράφηκαν ενάντια στο σύνολο της δημόσιας διοίκησης με μαζικές απολύσεις από το Δημόσιο και «πάγωμα» όλων των προσλήψεων, που τόσο ανάγκη είχε η δημόσια διοίκηση. Από το 2009 έως το 2015 η δημόσια διοίκηση της χώρας συρρικνώθηκε, ενώ σημαντικοί τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, καθώς και οι ακριτικές, ορεινές και νησιωτικές περιοχές αντιμετωπίζουν και αντιμετώπιζαν σημαντικό πρόβλημα υποστελέχωσης.
Ειδικά στον χώρο της εκπαίδευσης συνολικά υπήρξε απαξίωση του δυναμικού της χώρας, «πάγωμα» των μόνιμων προσλήψεων. Μία σειρά κόσμου της εκπαίδευσης ωστόσο επέλεξε να στηρίξει τις προσπάθειες για ένα καλό σχολείο για τα παιδιά αυτής της χώρας, καταλαμβάνοντας θέσεις αναπληρωτή, στηρίζοντας τη λειτουργία των εκατοντάδων σχολείων της χώρας.
Τώρα η ελληνική Κυβέρνηση έχοντας ξεπεράσει τον κάβο των μνημονίων, έχει τον χώρο να αναπτύξει πολιτικές που είναι μεροληπτικές υπέρ του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας. Μία από αυτές είναι η πρόσληψη εκπαιδευτικών. Και είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς ο μόνιμος διορισμός θα πραγματοποιηθεί. Η αδιαβλητότητα της διαδικασίας είναι δεδομένη και γι’ αυτό οι διαδικασίες μέσω ΑΣΕΠ την εγγυώνται. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι δεν έχουμε εξετάσεις μέσα από τον ΑΣΕΠ, αλλά μόνο μοριοδότηση. Ήταν πάγιο αίτημα της κοινότητας των εκπαιδευτικών.
Διαβάζω την Αιτιολογική Έκθεση του σχεδίου νόμου: «Κινητήριος δύναμη για την ενδυνάμωση, την αναβάθμιση και την ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης είναι οι άνθρωποί της. Μέσα από την ανάπτυξη και λειτουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης τίθενται οι ισχυρότερες βάσεις για την πραγματοποίηση οργανωτικών και λειτουργικών αλλαγών, αλλά και η ανανέωση της αντίληψης της δημόσιας διοίκησης με την εισροή και αξιοποίηση νέας γνώσης στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας, της καινοτομίας και της υψηλής προστιθέμενης αξίας της δράσης της».
Ωστόσο, να μείνουμε λίγο στα κριτήρια μοριοδότησης των προσόντων που βάζει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο. Ένα είναι το δίπολο που ουσιαστικά υπάρχει: Προϋπηρεσία ή τυπικά ακαδημαϊκά προσόντα; Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση -όπως αυτή εκφραζόταν μέσα από τη Συνθήκη της Μπολόνια- αποσκοπούσε στην υποβάθμιση του πτυχίου μέσα από τη μείωση της διάρκειάς του σε 3 έτη και τη μετατροπή του φοιτητή - μελλοντικού εργαζόμενου σε κυνηγό τυπικών και μη τυπικών προσόντων και πιστωτικών μονάδων, για να ισχυροποιήσει τη θέση του στην αγορά εργασίας.
Γι’ αυτό και στο εξωτερικό όλα τα πτυχία είναι τριετή, τα γνωστά και μπάτσελορ, και μετά είναι σχεδόν βέβαιο και υποχρεωτικό να ακολουθήσουν όλοι οι νέοι τη διαδικασία της διεκδίκησης μεταπτυχιακών τίτλων. Απέναντι σε αυτήν την προσπάθεια στην Ελλάδα, το κίνημα των φοιτητών, δασκάλων, πανεπιστημιακών και μαθητών και προφανώς του ΣΥΡΙΖΑ, που επέλεξε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία, διεκδικούσε και διεκδικεί και απαιτούσε την υποστήριξη της τετραετούς και πενταετούς φοίτησης, το τετραετές και πενταετές πτυχίο με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα σε αυτό.
Επιπλέον, υποστηρίζαμε και υποστηρίζουμε ότι το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό δεν αποτελούν τίτλους μοριοδότησης, αλλά μiα πολύ σοβαρή επιλογή για όποιον ή οποία θα ήθελε να υπηρετήσει την έρευνα. Η μετατροπή των τίτλων μεταπτυχιακού και διδακτορικού σε κριτήρια μοριοδότησης, που τελικά θα αρκούν για να γίνεις καθηγητής ή δάσκαλος, υποβαθμίζει το δημόσιο πτυχίο και την αξία του, όπως επίσης και την έννοια του ίδιου του μεταπτυχιακού και του ίδιου του διδακτορικού, καθώς στέλνει το μήνυμα ότι το πτυχίο δεν αρκεί για να εργαστείς στη χώρα, αλλά αντιθέτως πρέπει συνεχώς να κυνηγάς μόρια ακαδημαϊκού περιεχομένου. Γίνεσαι δηλαδή από εκπαιδευτικός, κυνηγός. Και ποιος μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του ακόμα και μετά το πρώτο πτυχίο; Σίγουρα κάποιος που έχει την οικονομική άνεση και τον χρόνο. Υπάρχει, όμως, μiα πολύ μεγάλη μερίδα πτυχιούχων του ελληνικού λαού που δεν έχει την οικονομική άνεση, ούτε τον χρόνο για να μπορεί να διεκδικήσει μεταπτυχιακούς τίτλους, αλλά απαιτεί και προσπαθεί να ενταχθεί στην αγορά εργασίας. Τέλος, κόσμος που στήριξε το δημόσιο σχολείο, μέσα από τις θέσεις του αναπληρωτή δεν του αναγνωρίζεται η προσπάθεια.
Κλείνοντας, αναγνωρίζεται η κυβερνητική προσπάθεια να στηριχθεί το δημόσιο πανεπιστήμιο. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι στην Ελλάδα παρέχεται υψηλού επιπέδου γνώση σε όλες τις βαθμίδες και ότι στην Ελλάδα έχει παραχθεί ένα υψηλού επιπέδου επιστημονικό προσωπικό το οποίο πρέπει και απαιτούμε να μείνει στη χώρα. Από την άλλη, όμως, πρέπει να αναγνωριστεί και η προσπάθεια χιλιάδων αναπληρωτών που επέλεξαν να μπουν στον εργασιακό βίο, καταλαμβάνοντας θέσεις αναπληρωτή δασκάλου και καθηγητή, στήριξαν το δημόσιο σχολείο όλα αυτά τα χρόνια και δεν συνέχισαν τις σπουδές τους, είτε γιατί δεν ήθελαν είτε γιατί δεν μπορούσαν. Είναι πολύ σημαντικό να συνεχίσουμε να προστατεύουμε την ισχύ του πτυχίου, να μη φέρουμε, είτε ακούσια είτε από την πίσω πόρτα, νεοφιλελεύθερες λογικές που διασπούν το ενιαίο πτυχίο, που αμφισβητούν τα επαγγελματικά δικαιώματα αυτού, που μετατρέπουν τελικά τον απόφοιτο σε έναν κυνηγό τυπικών και μη τυπικών προσόντων.
Για όλους αυτούς τους λόγους, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, δυσκολεύομαι πολύ να υπερασπιστώ την εν λόγω τροπολογία.
Ευχαριστώ πολύ».