ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

24/07/2019

Τμήμα Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ: Οι ιδιοτελείς επιδιώξεις και τα συμφέροντα των επιχειρήσεων το βασικό κριτήριο της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΝΔ

Τμήμα Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ: Οι ιδιοτελείς επιδιώξεις και τα συμφέροντα των επιχειρήσεων το βασικό κριτήριο της εκπαιδευτικής πολιτικής της ΝΔ



Ανακοίνωση σχετικά με τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης της ΝΔ για την εκπαίδευση

Ένα «νέο ελεύθερο σχολείο και πανεπιστήμιο», που θα παρέχει «ποιοτικότερη εκπαίδευση για όλους», ευαγγελίζεται η Νέα Δημοκρατία με τις προγραμματικές δηλώσεις της. Πίσω όμως από τη βιτρίνα των διακηρύξεων η Νέα Δημοκρατία απεργάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα με εντελώς διαφορετικές στοχεύσεις:
• Διευρύνει τις ανισότητες στην παρεχόμενη εκπαίδευση, με επίκληση της αριστείας και με πρόσχημα την αυτονομία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και τις διαφορετικές ικανότητες των παιδιών.

• Με την ίδρυση πρότυπων / πειραματικών σχολείων (ένα σε κάθε νομό) στη γενική,αλλά και στην επαγγελματική εκπαίδευση,καταφέρνει ισχυρό πλήγμα στις ίσες ευκαιρίες, που κατά τα άλλα επικαλείται. Έτσι, ενώ προβάλλει τη μια πλευρά αυτής της επιλογής της, την υποτιθέμενη υποδειγματική λειτουργία αυτών των σχολείων, αποκρύβει συστηματικά την αντίστοιχή της: ότι με την ίδρυση αυτών των σχολείων οδηγεί στην υποβάθμιση όλα τα άλλα σχολεία της περιοχής, αφού τα αποστερεί από ένα αξιόλογο μαθητικό αλλά και εκπαιδευτικό δυναμικό. Δημιουργεί,συνειδητά και σκόπιμα, σχολεία διαφορετικής ταχύτητας που θα λειτουργούν κυρίως σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, θεμελιώνοντας τελικά την ταξική μεροληψία.

• Χρηματοδοτεί την εκπαίδευση με ακόμα πιο περιορισμένους οικονομικούς πόρους, καθώς οι περισσότερες προτεινόμενες παρεμβάσεις,κατά την ηγεσία του Υπ. Παιδείας, δεν απαιτούν χρήματα αλλά «πολιτική βούληση και αλλαγή νοοτροπίας».

• Στερεί τα σχολεία από το «οξυγόνο» των άμεσων διορισμών, καθώς επιμένει στην ιδεοληψία τού«πέντε αποχωρούν, ένας προσλαμβάνεται». Ταυτόχρονα, ενώπροβάλλει την ανάγκη «σταδιακής επίλυσης» του προβλήματος των αναπληρωτών, ουσιαστικά ακυρώνει τον προγραμματισμό της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για τους 10.500 μόνιμους διορισμούς στη γενική εκπαίδευση (2020 και 2021).Με την πολιτική αυτή ενισχύονται οι ελαστικές και ευέλικτες σχέσεις εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση και καλλιεργούνται συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού μεταξύ των εκπαιδευτικών.

• Επαναφέρει την εξωτερική αξιολόγηση των σχολείων οδηγώντας τα στον ανταγωνισμό και την κατηγοριοποίηση,αλλά και την «τιμωρητική» ατομικήαξιολόγηση των εκπαιδευτικών και τη σύνδεσή της με μισθό και βαθμό. Οι εκπαιδευτικοί έχουν βιώσει τι εννοεί αξιολόγηση η ΝΔ, αφού δικό της νομοθέτημα ήταν το ΠΔ 152/13που προετοίμαζε ακόμα και για διαθεσιμότητες-απολύσεις καικαταργήθηκε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

• Πριμοδοτεί μια μονοδιάστατη, τεχνοκρατική εκπαίδευση, που ευνοεί το κυνήγι των επιδόσεων, την επιχειρηματικότητα, τις αλλεπάλληλες εξεταστικές διαδικασίες, καιπεριορίζει ασφυκτικά τη δυνατότητα των παιδιών και των νέων να ζουν μια φυσιολογική ζωή και να διαμορφώσουν μια πολυδιάστατη και ισορροπημένη προσωπικότητα.
• Επικαλείται την ανάγκη να τεκμηριώνει την πολιτική που ακολουθεί. Αυτή την ανάγκη, όμως, την περιορίζει στον τομέα των οικονομικών της εκπαίδευσης -και μάλιστα με έμφαση στο «ανθρώπινο κεφάλαιο»- ενώ στα άλλα θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής αρκείται στις ιδεοληψίες της.

• Εξαγγέλλει την κατάργηση του νέου θεσμού των ΠΕΚΕΣ και των συντονιστών εκπαιδευτικού έργου. Επαναφέρει έτσι στην εκπαίδευση, στη θέση του συλλογικού προγραμματισμού και της διεπιστημονικής λειτουργίας, που τόσο ανάγκη έχει η εκπαίδευση, τις εξατομικευμένες παρεμβάσεις από ένα σχολικό σύμβουλο-«παντογνώστη», με κομβικό ρόλο και στην ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

• Επιφυλάσσει ενισχυμένο ρόλο στον διευθυντή/τη διευθύντρια του σχολείου, ένα ρόλο «μάνατζερ» και όχι παιδαγωγικού καθοδηγητή, υποβαθμίζοντας αντίστοιχα τον ρόλο του συλλόγου διδασκουσών/διδασκόντων.

• Για την επαγγελματική εκπαίδευση, αγνοώντας τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, επιφυλάσσει την αποκλειστική και πλήρη υποταγή στις ανάγκες των επιχειρήσεων και όχι στις συνολικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Αυτό γίνεται φανερό και από τη μεταφορά της ευθύνης του μεταλυκειακού έτους – τάξης μαθητείας εκτός ΕΠΑΛ, στη νέα Γ. Γραμματεία του ΥΠΑΙΘ, αλλά και από τις εξαγγελίες για ισχυρή εμπλοκή εργοδοτών στα προγράμματα και τις ειδικότητες των Επαγγελματικών Λυκείων.

• Διευρύνει, μέχρις ασυδοσίας, τα όρια δράσης της ιδιωτικής εκπαίδευσης, αφήνοντας ταυτόχρονα έκθετο στις ορέξεις των ιδιοκτητών το εκπαιδευτικό προσωπικό των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων.

• Επαναφέρει τη θεσμοθέτηση τράπεζας θεμάτων στο λύκειο και τον υπολογισμό των βαθμών όλων των τάξεων και όλων των μαθημάτων στο απολυτήριο, μετατρέποντας το Λύκειο σε συνεχές εξεταστικό κέντρο.

• Ψαλιδίζει –κάθε φορά κατά βούληση- τον αριθμό των εισαγομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσα από ένα σύστημα διπλής βαθμολογικής βάσης εισαγωγής: μία βάση που ορίζει το υπουργείο παιδείας και μία που μπορεί να ορίζει κάθε σχολή. Απεμπολεί, παράλληλα, το δικαίωμα της πολιτείας να καθορίζει τον αριθμό των εισακτέων σε συνεργασία με τα ΑΕΙ. Προφανώς, ο κύριος στόχος είναι η μείωση των εισακτέων και η κατάργηση τμημάτων και σχολών του Δημόσιου Πανεπιστημίου, για να δημιουργηθεί η αναγκαία πελατεία και ο ζωτικός χώρος για τα κάθε είδους κολέγια και τα εκκολαπτόμενα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

• «Απελευθερώνει» τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών (από τι άραγε;), ανοίγοντας έτσι το δρόμο σε ανεξέλεγκτες κερδοσκοπικές πρωτοβουλίες,σε αλόγιστη αύξηση των διδάκτρων και σε κατάργηση της απαλλαγής από τα δίδακτρα για το 30% των φοιτητών με βάση εισοδηματικά κριτήρια που θεσμοθέτησε ο νόμος 4485/2017. Μία «απελευθέρωση» που θα αποκλείσει τους οικονομικά ασθενέστερους από τις μεταπτυχιακές σπουδές και τελικά θα επιτείνει τις μορφωτικές ανισότητες.

• Επαναφέρει το αποτυχημένο μέτρο της επιβολής ανώτατου χρονικού ορίου ολοκλήρωσης των προπτυχιακών σπουδών στο ν+2, ένα μέτρο που δεν λαμβάνει υπόψη ότι μεγάλη μερίδα φοιτητών εργάζονται και γι’ αυτό δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές σε εύλογο χρονικό διάστημα, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει την ποιότητα των σπουδών και την αξία των πτυχίων δεδομένης της πίεσης που θα ασκηθεί στα μέλη ΔΕΠ για ευκολότερα θέματα και πιο επιεική βαθμολόγηση.

• Γενικότερα, καμιά αναφορά δεν γίνεται για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων των ΑΕΙ. Για την ανάγκη αύξησης των δαπανών για υποδομές και φοιτητική μέριμνα, για την ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών, για την εξωστρέφεια των Πανεπιστημίων, για την έρευνα και τη χρηματοδότησή της, για το θεσμό του ΕΛΙΔΕΚ και την προσπάθεια επιστροφής των νέων επιστημόνων στη χώρα μας. Παράλληλα,επιχειρείται η επαναφορά δοκιμασμένων και στην πράξη αποτυχημένων θεσμών, όπως των «Συμβουλίων Ιδρυμάτων», σε συνδυασμό με την κατασυκοφάντηση των ΑΕΙ,καθώς ο θεσμός του Πανεπιστημιακού Ασύλου ανάγεται στο π΄ αριθμόν ένα πρόβλημα και η αιτία όλων των δεινών, και προωθείται η κατάργησή του. Πραγματική ένδεια ιδεών και επιστροφή στο παρελθόν για τα ΑΕΙ.

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, συνεπής με τις γενικότερες νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις της συνολικής πολιτικής της, σχεδιάζει την εκπαιδευτική πολιτική της με βασικό κριτήριο όχι τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της ελληνικής κοινωνίας, αλλά τις ιδιοτελείς επιδιώξεις και τα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Μια τέτοια πολιτική βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και της νεολαίας, γι’ αυτό και θα συναντήσει τη σθεναρή και αποφασιστική αντίδρασή μας σε όλα τα επίπεδα.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ