ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

01/12/2019

Αλ. Τσίπρας: Ιστορικό βήμα η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Αλ. Τσίπρας: Ιστορικό βήμα η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ



Ομιλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στο κλείσιμο της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία ( Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, 01.12.2019)

Από χθες το πρωί μέχρι σήμερα, οι εξελίξεις που τρέχουν γύρω μας έχουν ως επίκεντρο την ένταση στη Ν.Α. Μεσόγειο, ένα αξιοσημείωτο γεγονός που αξίζει τον κόπο να το σχολιάσουμε. Επίσης, είχαμε το απροσδόκητο αποτέλεσμα στο προσυνέδριο του SPD, με την επικράτηση του διδύμου των πολιτικών που ήταν το αουτσάιντερ της διαδικασίας σε μια εκλογή από τη βάση, ένα αποτέλεσμα το οποίο ενδεχομένως θα μας απασχολήσει το επόμενο διάστημα. Και βεβαίως είχαμε και όλα όσα ενδιαφέροντα συνέβησαν στο συνέδριο της Ν.Δ.. Δεν αναφέρομαι στον βραδινό αγώνα δρόμου, αλλά σε έναν άλλο αγώνα διαγκωνισμού για το ποιος θα βγει με την πιο ακραία πολιτική τοποθέτηση. Και θα ήθελα να σχολιάσω κάποια από αυτά τα ζητήματα.

Πρώτα απ’ όλα θέλω να πω, ακούγοντας τον Μενέλαο Γκίβαλο, ότι πράγματι τα μνημόνια, η κρίση αυτή, που δεν ήταν αμιγώς κρίση χρηματοπιστωτική - οικονομική, αλλά ήταν και αξιακή αλλά και κρίση για το πολιτικό σύστημα, που κατακερμάτισε και αναδιέταξε όλο το πολιτικό σκηνικό. Δημιούργησε νέες διαχωριστικές τομές και γραμμές. Σήμερα όμως νομίζω ότι, καθώς είμαστε πλέον εκτός κρίσης, καθοριστική συμβολή για την έξοδο από τα μνημόνια, από την επιτροπεία και από αυτή την κατάσταση πολιορκίας, είχε η Αριστερά. Και πρέπει να πούμε ότι μιλάμε για μια κρίση που δημιούργησαν οι δεξιές πολιτικές, είτε διογκώνοντας τα ελλείμματα και το χρέος, είτε, μετά το ξέσπασμά της, που κινήθηκαν με μοναδικό γνώμονα την διάσωση των τραπεζών. Μετά λοιπόν την έξοδο από αυτή την περίοδο, αναδιατάσσονται οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση. Και τα δυο βασικά χαρακτηριστικά που σήμερα διαμορφώνουν αυτή τη διαχωριστική γραμμή –είναι πολλά, δεν υπάρχει αμφιβολία- αλλά νομίζω τα δύο βασικά χαρακτηριστικά έχουν να κάνουν με το ποια συμφέροντα εκπροσωπούν οι πολιτικές δυνάμεις, ποιες κοινωνικές κατηγορίες εκπροσωπούν. Η συντήρηση σήμερα εμφανίζεται με ένα ακραία νεοφιλελεύθερο πολιτικό πρόταγμα και εκπροσωπεί, χωρίς να το κρύβει, μια οικονομική ολιγαρχία, τους λίγους, οι οποίοι διαμορφώνουν και την οικονομική πολιτική, Δεν χρειάστηκε να περάσουν πολλές μέρες για να το δούμε αυτό. Όλα όσα προσπαθούσε να μας φέρει η τρόικα εκ μέρους του ΣΕΒ έξω από το Μαξίμου, στην πόρτα του Μαξίμου, στο υπουργείο Εργασίας, τα φέρανε με μια εκπρόθεσμη τροπολογία στη Βουλή και με ένα δήθεν αναπτυξιακό νομοσχέδιο. Όλα δηλαδή τα αιτήματα για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, αυτά τα οποία είχαμε κερδίσει με πολύ μεγάλες δυσκολίες όλο το προηγούμενο διάστημα, αμέσως μετά την έξοδο από τα μνημόνια.
Άρα λοιπόν ένα βασικό στοιχείο στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πρόοδο τη συντήρηση σήμερα είναι ποιες κοινωνικές κατηγορίες εκπροσωπεί ο καθένας με την πολιτική του.
Το δεύτερο είναι η στάση απέναντι στον εθνικισμό.
Βεβαίως υπάρχουν και άλλα κρίσιμα ζητήματα όπως τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα ή η κλιματική αλλαγή, αλλά θέλω να αναφερθώ σ’ αυτά τα δύο πρώτα.
Με την πολιτική της ατζέντα, η ΝΔ έχει κάνει ξεκάθαρο ποιων τα συμφέροντα έρχεται να εξυπηρετήσει. Και δεν είναι μόνο τα εργασιακά. Δείτε πού στόχευαν με τον τρόπο που χρησιμοποίησαν τον υπάρχοντα δημοσιονομικό χώρο. Πλέον, όταν μιλάμε για τα δημοσιονομικά, θα πρέπει να εστιάζουμε στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στο πώς θα παράγουμε και πώς θα αναδιανείμουμε αυτόν τον πλούτο κι όχι να μένουμε στη διαχείριση των υπερπλεονασμάτων. Ωστόσο, κοιτάξτε, αυτό το περιθώριο που είχαμε για το 2019, έσπευσε να το εξαντλήσει ρίχνοντας 200 εκατομμύρια επιπλέον για την μείωση στον ΕΝΦΙΑ, που εμείς ψηφίσαμε, αλλάζοντας όμως την κατανομή των βαρών. Δηλαδή, ενώ εμείς είχαμε διαμορφώσει να κατανεμηθούν αυτά τα κονδύλια σε 50% ελαφρύνσεις στα χαμηλά εισοδήματα, στις μικρές περιουσίες, 30% στις μεσαίες και 10% στις μεγάλες περιουσίες, αυτοί ήρθαν και είπαν όχι, βάζουμε 200 εκατομμύρια παραπάνω για να τα κατευθύνουμε στις μεγάλες περιουσίες, ώστε όλοι να έχουν οριζόντια μια ελάφρυνση 30%.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, αν κάποιος πληρώνει 1000 ευρώ τον χρόνο ΕΝΦΙΑ, θα έχει 300 ευρώ ελάφρυνση. Αν όμως πληρώνει 10.000 ευρώ, θα έχει 3000 ευρώ. Είναι δίκαιο αυτό; Αυτή η διαφορά, 10 φορές περισσότερο, είναι μια αντίληψη κοινωνικής δικαιοσύνης γι’ αυτό το περίσσευμα το οποίο έγινε από τη δική μας διακυβέρνηση και ήρθαν να το μοιράσουν αυτοί; Άλλοι να έχουν ελάφρυνση 300 και άλλοι να έχουν ελάφρυνση 3000;
Το ίδιο κάνουν και σε ό,τι αφορά τη φορολογική τους πολιτική για την επόμενη χρονιά, με την επιμονή τους ότι το μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού περιθωρίου πρέπει να πάει στη ραγδαία μείωση των συντελεστών της φορολογίας των επιχειρήσεων. Το 90% των επιχειρήσεων στη χώρα μας δυστυχώς παρουσιάζουν κέρδη έως 6000 ευρώ. Οι επιχειρήσεις που έχουν πολύ μεγαλύτερα κέρδη είναι μόλις το 10%.
Άρα λοιπόν αυτό το 4% για κάποιον που έχει η επιχείρησή του 6000 ευρώ κέρδη, είναι 240 ευρώ ελάφρυνση. Γι αυτόν όμως που έχει ένα εκατομμύριο, είναι 40 χιλιάδες ευρώ. Προσέξτε τη διαφορά.
Με δυο λόγια, η οικονομική τους πολιτική είναι στοχευμένη. Είναι στοχευμένη στο να δίνουν στους πολλούς λίγα και στους λίγους πολλά. Αυτή είναι η πολιτική τους. Κι αυτή είναι μια κορυφαία πολιτική και ιδεολογική αντίθεση που υπάρχει σήμερα ανάμεσα στις δυνάμεις της προόδου, που έχουν στη στόχευσή τους τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, και στις δυνάμεις της συντήρησης, που είναι προσηλωμένες σε αυτή τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη η οποία, από τη δεκαετία του ΄90 και μετά, έχει επιβληθεί χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, και το θέσφατο ότι δεν υπάρχει εναλλακτική.
Αλλά βλέπουμε σήμερα ότι αυτή η οικονομική πολιτική, που παράγει διαρκώς ανισότητες σε όλο τον πλανήτη –και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, παντού- και διευρύνει τις ανισότητες, τίθεται σε αμφισβήτηση. Και έχει ξεκινήσει μια πολύ μεγάλη συζήτηση παντού για την υπέρβασή της. Εκεί όπου βγήκε το σύνθημα “there is no alternative” (από την Μ. Θάτσερ), βλέπουμε την Αριστερά με το Κόμμα των Εργατικών να κατεβαίνει στις εκλογές με μια καμπάνια, η οποία είναι η πιο ριζοσπαστική πολιτική καμπάνια στο κομμάτι της οικονομίας που έχουμε δει ποτέ. Δεν ξέρω ποια θα είναι τα εκλογικά αποτελέσματα. Είμαι βέβαιος όμως ότι αν η προεκλογική περίοδος δεν διεξαγόταν με κυρίαρχο διακύβευμα το Βrexit, η διαφορά θα ήταν χαώδης. Το Κόμμα των Εργατικών, λοιπόν, το οποίο διαθέτει την πιο ριζοσπαστική οικονομική και πολιτική πρόταση σήμερα, δίνει μια μάχη για να μικρύνει τη διαφορά και έχει αξιώσεις στην εκλογική αναμέτρηση που είναι σε λίγες μέρες. Και βλέπουμε ότι, στις ΗΠΑ, η πολιτική συζήτηση που διεξάγεται στο Δημοκρατικό Κόμμα έχει ως κύριο χαρακτηριστικό το πώς θα μπορέσουν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις υπέρβασης αυτών των ανισοτήτων. Και βλέπουμε ότι οι ριζοσπαστικοί υποψήφιοι εκεί, ο Σάντερς και η Γουόρεν, έχουν κοντά στο 50% στις δημοσκοπήσεις αθροιστικά και ο πολιτικός τους λόγος είναι ένας πολιτικός λόγος υπέρβασης του κατεστημένου.
Τα λέω αυτά γιατί πρέπει, πρώτον, να μας προβληματίσουν και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η επαναφορά στις διαχωριστικές γραμμές της προόδου και της συντήρησης δεν σημαίνει ότι γυρνάμε σε έναν χυλό που είχαμε συνηθίσει πριν από τα μνημόνια. Ενός συναινετικού δικομματισμού δηλαδή με την κυριαρχία, δυστυχώς, των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας εκείνη την περίοδο.
Έρχομαι όμως στο δεύτερο κρίσιμο σημείο της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση: Στον εθνικισμό. Και θέλω να σημειώσω τα εξής:
Άκουσα στο συνέδριο της Ν.Δ. ότι έκαναν ειδική αναφορά στο φαινόμενο του λαϊκισμού. Και αναρωτιέμαι, αν κάνοντας αυτή την ειδική αναφορά στο φαινόμενο του λαϊκισμού, είχαν στη θεματική τους ατζέντα ως βασικό σημείο αναφοράς τη δική τους στάση απέναντι στο Μακεδονικό. Απέναντι σε μια συμφωνία η οποία είναι επωφελής για τη χώρα, απέναντι σε μια θέση που το δικό τους κόμμα δημιούργησε εδώ και 15 χρόνια και, για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους, βρέθηκε απέναντι διχάζοντας την ελληνική κοινωνία και ποτίζοντάς την με δηλητήριο.
Και αναρωτιέμαι τελικά, τι είναι λαϊκισμός; Είναι να παλεύεις, μέσα από τις δυσκολίες, μέσα από λάθη ενδεχομένως, αλλά να παλεύεις να υπερασπιστείς το δίκιο του λαού σου κι όταν συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι σε καταστάσεις που δεν είχες υπολογίσει, ακριβώς για να μην πλήξεις το δίκιο αυτού που υπερασπίζεσαι, να κάνεις και συμβιβασμούς; Είναι αυτό λαϊκισμός; Ή μήπως τελικά λαϊκισμός είναι να παίρνεις συνειδητά μια στάση και θέση που ξέρεις ότι ζημιώνει τη χώρα σου, που ξέρεις ότι διχάζει και γεμίζει δηλητήριο τον ελληνικό λαό, με μοναδικό στόχο να κερδίσεις λίγες ψήφους και μια εκλογική αναμέτρηση;
Ο κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ο Κόρμπιν, ούτε η Αριστερά. Ο κίνδυνος σήμερα στην Ευρώπη είναι η άκρα δεξιά, ο ακραίος εθνολαϊκισμός, η ρατσιστική δεξιά που τη βλέπουμε σε διάφορες εκδοχές, είτε αυτή λέγεται Λεπέν, είτε λέγεται Σαλβίνι, είτε λέγεται Όρμπαν, είτε λέγονται όλοι αυτοί που έχουν βρεθεί σε ηγετικές θέσεις στη Ν.Δ. μετά τη μετατόπιση του αρχηγού της ιδίως στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Βλέπουμε όμως μια ένταση να κορυφώνεται το τελευταίο διάστημα. Βλέπουμε μια ένταση να κορυφώνεται στο Αιγαίο, στη Μεσόγειο, στην Αν. Μεσόγειο πρωτίστως και στο Αιγαίο αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Στα τεσσεράμισι χρόνια που είχαμε την ευθύνη διακυβέρνησης του τόπου καταφέραμε, πέρα από το να βγάλουμε την οικονομία από το βαθύ πηγάδι, να αναβαθμίσουμε το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας διεθνώς, και με όσα πετύχαμε στην οικονομία –δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό- αλλά και με όσα πετύχαμε στην εξωτερική πολιτική. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν μία απ’ αυτές τις μεγάλες επιτυχίες. Βέβαια, ακούσαμε στο συνέδριο της Ν.Δ. τον κ. Σαμαρά, τον πρώην πρωθυπουργό όχι ένα απλό στέλεχος, πέρα από αυτά τα γραφικά που είπε για «λαθρομεταναστευτικό» –φύγανε από το προσφυγικό και πήγανε στο μεταναστευτικό κι από εκεί πήγανε στο «λαθρομεταναστευτικό»- και για «λαθροεποικισμό των εισβολέων», να λέει και κάτι πολύ ενδιαφέρον που θέλω να το σχολιάσω: Ότι η Ελλάδα, πρότεινε από το βήμα του συνεδρίου της Ν.Δ., πρέπει να αποδεσμευτεί με όποιον τρόπο από την Συμφωνία των Πρεσπών. Διότι η συμφωνία δεν περπατάει κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να παραιτηθούμε από τις θέσεις μας.
Αν δεν ήταν ο πρώην πρωθυπουργός, αν δεν ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ασκεί ακόμα και μέχρι σήμερα πολύ μεγάλη επιρροή στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ., με αρκετούς βουλευτές ήδη να έχουν σπεύσει να τον προτείνουν ακόμα και για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, θα ήταν απλά μια γραφική τοποθέτηση. Όμως δεν είναι.
Πιστεύω λοιπόν ότι ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να πάρει θέση. Δεν μας ενδιαφέρουν τα εσωκομματικά τους. Ας έχουν καλά ξεμπερδέματα. Αλλά σε ό,τι αφορά τα κρίσιμα θέματα που αφορούν την αξιοπιστία της χώρας, στα κρίσιμα εθνικά θέματα, οφείλει να πάρει θέση. Και να πάρει θέση ξεκάθαρη. Μπορεί ο ίδιος και η κυβέρνησή του να εγγυηθεί αυτή τη συμφωνία; Σέβεται και τιμά αυτή την συμφωνία, όπως είπε η κ. Μπακογιάννη, και θα την τηρήσει ή η Ελλάδα θα πρέπει να παραιτηθεί απ’ αυτήν διότι δεν περπατά, όπως ζήτησε σήμερα ο κ. Σαμαράς;
Διότι αν η Ν.Δ. και η κυβέρνηση, βασικά, δεν αποσαφηνίσει ότι μπορεί να εγγυηθεί την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, τότε αφήνει ένα διάπλατα ορθάνοιχτο παράθυρο για την αποσταθεροποίηση, όχι μονάχα στην περιοχή που ήδη υφίσταται αυτή, δηλαδή ανατολικά και νοτιοανατολικά, αλλά και βόρεια της χώρας. Κι αυτό είναι μεγάλη εθνική ευθύνη.
Εδώ λοιπόν πρέπει να μιλάμε όλοι και να λέμε καθαρές κουβέντες. Δεν μπορεί κανείς να είναι και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα. Δεν μπορεί κάποιος τη μία στιγμή να μιλά για προδοτική συμφωνία, κατόπιν να λέει ότι θα την τηρήσει και θα την τιμήσει την συμφωνία, ή να αποσυρθεί τώρα η συμφωνία, όπως λέει ο κ. Σαμαράς. Οφείλει λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης να πάρει μια ξεκάθαρη θέση.
Εμείς θα επιμένουμε να λέμε ότι αυτή η συμφωνία ήταν πατριωτική, ήταν μια συμφωνία που δίνει τη δυνατότητα σταθεροποίησης στην περιοχή, σε μια ασταθή περιοχή, ήταν μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της κυβερνητικής μας θητείας.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως, βρίσκονται σε μια δύσκολη καμπή. Και ακριβώς επειδή έχουμε, κατά το προηγούμενο διάστημα, υποστεί τεράστιες επιθέσεις, θέλω να πω ξεκάθαρα ότι η διαφορά ανάμεσα στον πατριδοκάπηλο, τον εθνικιστή και σε αυτόν που υπερασπίζεται το πατριωτικό συμφέρον αλλά ταυτόχρονα ανοίγει δρόμο για την ειρήνη και τη συνεργασία, είναι μια τεράστια διαφορά και φαίνεται στη στάση που είχε η κυβέρνησή μας τόσο στο ονοματολογικό της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας όσο όμως και στη σχέση με την Τουρκία.
Εγώ βρέθηκα τρεις φορές ως πρωθυπουργός σε διάστημα έξι μηνών στην Τουρκία. Στην Άγκυρα, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη. Και η κυβέρνηση μας συνολικά, ήταν από αυτές που ανοίξανε την ατζέντα του ελληνοτουρκικού διαλόγου, που παίξανε καθοριστικό ρόλο στην κοινή δήλωση Ε.Ε.- Τουρκίας, που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, βάζοντας για πρώτη φορά στο τραπέζι τόσο ξεκάθαρα το ζήτημα των εγγυήσεων και των κατοχικών στρατευμάτων. Και φτάσαμε πιο κοντά από ποτέ, εξασφαλίζοντας και το πλαίσιο Γκουτιέρες που αποτελεί σήμερα τη βάση για τη συνέχιση των συνομιλιών. Και ταυτόχρονα πρωτοστατήσαμε σε μια πολυδιάστατη, όπως την ονομάσαμε, εξωτερική πολιτική, καθιερώνοντας στρατηγικό διάλογο με τις ΗΠΑ, τη Σύνοδο 3+1 με ΗΠΑ, Κύπρο και Ισραήλ. Κι ενώ πήγαμε μπροστά την τριμερή στην περιοχή και συγκροτήσαμε και καθιερώσαμε τη Σύνοδο των Νοτίων χωρών στην Ε.Ε., βγαίνει τώρα ο κ. Μητσοτάκης και λέει με έναν υποτιμητικό τρόπο, όταν επισκέφθηκε την Ιταλία, ότι μόνο η Ελλάδα, λέει, έχει κυβέρνηση σταθερή και αντιλαϊκιστική. Οι υπόλοιποι του Νότου είναι προφανώς αδύναμες κυβερνήσεις και λαϊκιστικές.
Κάναμε μια σοβαρή προσπάθεια να ενισχύσουμε τις συμμαχίες και το κύρος της χώρας. Και την ίδια στιγμή είχαμε να αντιμετωπίσουμε και μια προσφυγική κρίση, η οποία δεν ήταν της τάξης των 200 και 300 εισερχόμενων προσφύγων την ημέρα. Έφτασε τις 5000 αφίξεις κάποια στιγμή. Αλλά καμία στιγμή δεν μπήκαμε σε ανεύθυνα παζάρια. Και όταν επισκέφθηκα την Τουρκία και όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Τούρκος Πρόεδρος, δεν πέρασε από το δικό μας το μυαλό να κάνουμε πίσω από τις πάγιες θέσεις υπεράσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Δεν μασήσαμε τα λόγια μας ποτέ.
Ο κ. Μητσοτάκης, όμως, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε, τι κάνει; Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε, συναντήθηκε στη Σύνοδο του ΟΗΕ στη Ν. Υόρκη με τον Τούρκο Πρόεδρο, αποφεύγοντας όμως να του θέσει τα ζητήματα της έντασης στο Αιγαίο. Δεν έθεσε τα ζητήματα του Αιγαίου. Βγήκε μετά δεύτερη ανακοίνωση για να το καλύψει. Αλλά πρότεινε την επανεκκίνηση του ανωτάτου συμβουλίου συνεργασίας, τη στιγμή που η Τουρκία είχε την πιο προκλητική δράση και συμπεριφορά εντός της κυπριακής ΑΟΖ.
Εμείς γιατί δεν το σκεφτήκαμε να το κάνουμε αυτό; Δεν θέλαμε; Είχαμε όμως και πλήρη επίγνωση του σχεδιασμού της Τουρκίας. Ενός σχεδιασμού κλιμάκωσης της έντασης.
Αργότερα δεν διεκδίκησε, εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την εφαρμογή των κυρώσεων που κατέκτησε η κυβέρνησή μας, μαζί με τον Κύπριο Πρόεδρο, προς την Τουρκία. Και βεβαίως αργότερα είχαμε και τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος μίλησε για μια λεπτή κόκκινη γραμμή η οποία συνδέει το Συριακό, την τουρκική προκλητικότητα και το προσφυγικό. Και κατόπιν, εντός της Βουλής, είχαμε διαπληκτισμό για τις δηλώσεις αυτές, που μάταια επιχείρησε να διαψεύσει ο κ. Μητσοτάκης.
Και αναρωτιέμαι λοιπόν εάν πίστευαν ή πιστεύουν ακόμα ότι με μια στάση κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία μπορούμε να έχουμε αποτελέσματα. Η απάντηση είναι πως όχι. Και το βλέπουμε με τρόπο οδυνηρό ότι η απάντηση είναι πως δεν υπάρχουν αποτελέσματα.
Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα είναι ποια είναι η εθνική μας στρατηγική απέναντι σ’ αυτές τις κρίσιμες εξελίξεις στη γειτονιά μας. Και πιστεύω ότι τα ζητήματα αυτά δεν είναι τέτοια που μπορούν να εξαντληθούν σε μια μικροκομματικού χαρακτήρα αντιπαράθεση. Το ελάχιστο που πρέπει να γίνει είναι να δοθεί πλήρης ενημέρωση στις πολιτικές δυνάμεις. Και να μας πει ο πρωθυπουργός, ο κ. Μητσοτάκης, ποια είναι η στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στην Τουρκία, ποια είναι η στρατηγική της κυβέρνησης για την αποκλιμάκωση της έντασης και ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις.
Και το λέω αυτό ακριβώς επειδή αισθανόμαστε -και δεν μπορώ να το κρύψω- ότι η υποκρισία από την πλευρά τους και από την πλευρά των ΜΜΕ, όσο εμείς κυβερνούσαμε, ήταν τεράστια στα ζητήματα αυτά. Ποιος δεν θυμάται την κριτική της Ν.Δ. στην πολιτική μας για την Τουρκία, ότι δήθεν ήμασταν ήπιοι και υποχωρητικοί. Ποιος δεν θυμάται που μας έψεγαν επειδή συγκαλέσαμε το ΚΥΣΕΑ και, τόσες μέρες, τόσους μήνες μάλλον, δεν υπάρχει καμία επίσημη ανακοίνωση για το ποια στρατηγική θα ακολουθήσουν. Και, τόσες μέρες μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας της Τουρκίας με τη Λιβύη, δεν βλέπουμε να υπάρχει καμία ετοιμότητα και κανένας σχεδιασμός.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Κλείνω την τοποθέτησή μου για τα ζητήματα της επικαιρότητας, για να έρθω σε μια αποτίμηση της διήμερης μας συνόδου.
Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μια μεγάλη θετική τομή αυτό που ξεκινήσαμε. Η συγκρότηση και μόνο της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης είναι ένα ιστορικό βήμα. Ένα δύσκολο βήμα όμως, γιατί μας αρέσει να διαλέγουμε πάντοτε τον δύσκολο δρόμο.
Θέλω να σταθώ σε δύο θετικές επισημάνσεις που πολλές φορές ειπώθηκαν από αυτό εδώ το βήμα από εκπροσώπους και του ΣΥΡΙΖΑ πριν τη διεύρυνση αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη διεύρυνση.
Η πρώτη επισήμανση έχει να κάνει με κάτι που ακούστηκε πολλές φορές από συντρόφους και συντρόφισσες που πήραν το λόγο, εκπροσωπώντας τον ΣΥΡΙΖΑ πριν τη διεύρυνση. Δεν υπάρχει κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ, είπαν πολλοί και πολλές, που δεν επιθυμεί αυτή τη διαδικασία. Δεν υπάρχει κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ που δεν θέλει να ανοίξει το κόμμα. Άλλωστε είδαμε και μια μέτρηση σήμερα να δημοσιεύεται στην Αυγή, που δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων μας είναι υπέρ αυτής της πρωτοβουλίας.
Η δεύτερη επισήμανση που θέλω να κάνω είναι η εξής: Ακούστηκε από συντρόφους που συναντηθήκαμε, είτε τα τελευταία χρόνια είτε ακόμα και τους τελευταίους μήνες, οι οποίοι –νομίζω πρώτη το είπε η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου αυτό- είπαν ότι ερχόμαστε εδώ με μεγάλο σεβασμό στις παραδόσεις και τις αξίες της αριστεράς, που αποτελούν και δικές μας αξίες.
Θέλω να μείνουμε λοιπόν σ’ αυτές τις δύο επισημάνσεις. Όχι γιατί δεν υπάρχουν προβλήματα, όχι γιατί δεν υπάρχουν εύλογες ανησυχίες, αλλά γιατί πάνω σ αυτές τις δύο επισημάνσεις πρέπει να χτίσουμε τις προσπάθειές μας για να πετύχει το εγχείρημά μας.

Θέλω όμως να σας πω και κάτι ακόμη.
Η διεύρυνση και η ανασυγκρότηση δεν ολοκληρώνονται σ’ αυτήν εδώ την αίθουσα. Η διεύρυνση και η ανασυγκρότηση κυρίως διεξάγεται και πρέπει να διεξαχθεί έξω από αυτή την αίθουσα, στην κοινωνία και στους μαζικούς χώρους. Γι’ αυτό λοιπόν θα ήθελα να απευθύνω έκκληση σε όλους και όλες που βρισκόμαστε σήμερα σε αυτή την αίθουσα και συζητάμε τα επόμενα βήματά μας. Να δουλέψουμε σε αυτή την κατεύθυνση, να ενισχύσουμε την οργανωτική δομή του νέου ΣΥΡΙΖΑ, να δημιουργήσουμε νέες οργανώσεις παντού, να απευθυνθούμε με τον πλατύτερο δυνατό τρόπο στον κόσμο που μας στηρίζει προκειμένου να ενταχτεί στη κοινή μας προσπάθεια. Και θέλω να σας καλέσω να υπερβούμε όλοι μαζί και να παραμερίσουμε οργανωτικού χαρακτήρα εμπόδια και αγκυλώσεις. Οι οργανώσεις πρέπει να ανοίξουν πλατιά, πρέπει να δημιουργηθούν νέες οργανώσεις. Και νομίζω ότι, αν υπάρχει πολιτική συμφωνία για το σχέδιο, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.
Ακούω εύλογες ανησυχίες. Ναι, υπάρχουν τέτοιες ανησυχίες και υπάρχουν ένθεν κακείθεν. Και επειδή δεν θέλω να αποφεύγω την απάντηση στα κρίσιμα ερωτήματα που τίθενται, επιτρέψτε μου να προσπαθήσω να αναφερθώ σε αυτές. Άκουσα την εύλογη ανησυχία μήπως μέσα από αυτή τη διαδικασία μετατοπιστούμε πολιτικά. Κάποιος είπε μη χάσουμε την ψυχή μας. Άκουσα μια άλλη τοποθέτηση να λέει ναι, αλλά πρέπει να προασπίσουμε τη δημοκρατία το καταστατικό μας. Και, βεβαίως, από την άλλη πλευρά άκουσα παρεμβάσεις και τοποθετήσεις όπως: Θέλετε προσχώρηση ή μετασχηματισμό; Υπήρξε λοιπόν ένα δίλημμα: Μας θέλετε ως κομπάρσους ή ως συμμέτοχους;
Επιτρέψτε μου να προσπαθήσω να απαντήσω και στα τρία. Πρώτα απ’ όλα η αριστερή ψυχή μας. Συντρόφισσες και σύντροφοι, πιστέψτε μας. Αν υπάρχει μία πιθανότητα αυτός ο κίνδυνος να είναι σοβαρός και θανατηφόρος για το μέλλον του εγχειρήματος είναι να μην πετύχει η διεύρυνση και ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ και της προοδευτικής συμμαχίας. Αν δεν αντιστοιχηθούμε με τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ, με όλους αυτούς που μας ψήφισαν και μας στήριξαν στις δύσκολες στιγμές τότε, ναι, υπάρχει κίνδυνος. Ένας καχεκτικός πολιτικός οργανισμός που δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί και οργανωτικά με τη δυναμική την οποία είχε αποκτήσει το προηγούμενο διάστημα, Ναι, θα είναι ακίνδυνος για το πολιτικό σύστημα. Και άρα εκεί θα υπάρχει πρόβλημα.
Όμως θα ήθελα να μην απαντήσω μόνο με αφηρημένα σχήματα. Αλλά να προσπαθήσω να δώσω και συγκεκριμένα, απτά επιχειρήματα για αυτό. Για να δούμε, ποιοι είναι αυτοί οι οποίοι ήρθαν μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια; Ποιος είναι ο κόσμος και τα στελέχη, που τα προηγούμενα χρόνια ήταν ενταγμένοι σε άλλα πολιτικά κόμματα ή είχε άλλες πολιτικές αφετηρίες, κυρίως από τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, και μας αντάμωσαν από το 2012 και μετά; Η κριτική, που έκαναν στους πολιτικούς χώρους από τους οποίους έφυγαν και μας αντάμωσαν, ήταν από τα δεξιά ή από τα αριστερά; Ας το απαντήσουμε αυτό: Έφυγαν κάνοντας κριτική από τα αριστερά. Είτε αυτό σηματοδότησε την κριτική στην νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας από το 2010 και μετά, κυρίως στην περίοδο των μνημονίων, είτε αυτοί οι οποίοι μας αντάμωσαν και ανταμώσαμε τώρα, κάνοντας κριτική στη στάση για το Μακεδονικό και για το ονοματολογικό. Κι αυτοί από τα αριστερά ήρθανε.

Ας αφήσουμε, όμως, τα στελέχη. Σας καλώ να έρθετε σε επαφή στις ανοιχτές συγκεντρώσεις μας με τον λαϊκό κόσμο που στήριξε και στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε προέρχεται από την εκλογική δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ είτε κι από της Ν.Δ. Γιατί εγώ συναντώ πάρα πολλούς ανθρώπους οι οποίοι μου λένε ότι ψηφίζαμε Ν.Δ. μέχρι το 2010. Και ήρθαμε από δω διότι εκτιμήσαμε την εντιμότητα και την ακεραιότητά σας και την πίστη σας να δώσετε μάχη με ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα προς όφελος του δικού μας κοινωνικού συμφέροντος. Πιστεύω λοιπόν ότι ο κόσμος αυτός είναι πολύ πιο ριζοσπαστικοποιημένος από όσο εμείς νομίζουμε για να φοβόμαστε ότι, αν τον ανταμώσουμε, μπορεί να χάσουμε την ψυχή μας. Μάλλον θα βρούμε την πραγματική ψυχή μας αν τον ανταμώσουμε αυτόν το κόσμο πάρα θα τη χάσουμε.
Και βεβαίως, εδώ θα ήθελα να κάνω και μια αναφορά στην ανάγκη να ξεκινήσει ένας γόνιμος πολιτικός διάλογος, προγραμματικός, ώστε η συζήτηση που αφορά τη νέα Αριστερά της εποχής μας να μη γίνεται στο κενό. Είτε στην Ελλάδα είτε στην Ευρώπη. Πρέπει να αναζητήσουμε τη σύγχρονη ταυτότητα της κυβερνώσας Αριστεράς της εποχής μας. Κι εδώ θα ήθελα να πω ότι η εξέλιξη στο SPD φανερώνει το εξής: Ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε κρίση και ότι, μόνο εκεί όπου κάνει μετατοπίσεις γενναίες και βήματα προς τα αριστερά, είναι σε θέση να κυβερνήσει στον Ευρωπαϊκό Νότο. Οπουδήποτε αλλού, δηλαδή στον Βορρά, είναι σε τέλμα.
Και βεβαίως πρέπει να δούμε ότι το νέο κρίσιμο ερώτημα της εποχής μας είναι το πώς μπορούμε να εντάξουμε μέσα στην προσέγγισή μας και την ανάλυσή μας για την υπεράσπιση των λαϊκών στρωμάτων το νέο μεγάλο διακύβευμα που είναι η κλιματική αλλαγή. Οι Πράσινοι στη Γερμανία αυτή τη στιγμή έχουν μια εξαιρετική πορεία. Μπορεί όμως το πράσινο ιδεολογικό κίνημα να είναι αποτελεσματικό αν δεν θέσει και στόχους υπέρβασης των διαχωριστικών γραμμών και των ανισοτήτων στο κοινωνικό πεδίο; Εγώ δεν πιστεύω ότι μπορεί. Όπως όμως και η Αριστερά δεν μπορεί να μην εντάξει στον πολιτικό της λόγο το κρίσιμο θέμα της κλιματικής αλλαγής, που είναι ένα θέμα που αφορά, όχι μόνο τη συρρίκνωση των φυσικών πόρων, αλλά και το κοινωνικό ζήτημα της δίκαιης μετάβασης σε μια πολιτική που θα είναι κλιματικά ουδέτερη. Κρίσιμα ερωτήματα τα οποία πρέπει να συμπεριλάβουμε στην ατζέντα της πολιτικής μας συζήτησης.
Δεύτερο ερώτημα ήταν η δημοκρατία. Συντρόφισσες και σύντροφοι, δημοκρατία σημαίνει να τολμήσουμε πρώτα απ’ όλα να δώσουμε χώρο και ρόλο στα μέλη του κόμματος. Να δώσουμε χώρο και ρόλο σε όλους αυτούς που μας στήριξαν και θέλουν κι αυτοί να ενταχτούν στην προσπάθειά μας. Και δημοκρατία σημαίνει να μην φοβηθούμε. Τις νέες τεχνολογίες και τον νέο τρόπο που επικοινωνούν οι άνθρωποι καθημερινά και θα πρέπει και τα κόμματα να εναρμονίζουν τη δράση τους για να είναι πιο αποτελεσματικά με τον νέο τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν.
Δημοκρατία σημαίνει, τέλος, να μην φοβηθούμε να πάμε σε ένα ανοιχτό και δημοκρατικό συνέδριο. Δεν είναι δημοκρατία το να υπερασπίζεσαι κάποια κείμενα με μια λεγκαλιστική διάθεση, που γράφτηκαν σε άλλες συνθήκες, και να λες αυτά είναι η Αγία Γραφή και πάμε με αυτά. Δημοκρατία είναι να δεις με ποιο τρόπο θα δώσεις χώρο και ρόλο στους πολλούς και να μην κλείνεσαι στο ιερό. Να μην, αν θέλετε, επαναπαύεσαι στη λογική μιας αυτάρκειας αριστερής, ή λιγότερο αριστερής αλλά να ανοίγεις τα ζητήματα, και να μην διστάζεις να προχωρήσεις σε μια διαδικασία η οποία θα έχει στο τέλος την κρίση της βάσης.
Πρέπει να προχωρήσουμε λοιπόν σε ένα συνέδριο το οποίο θα είναι ταυτόχρονα προγραμματικό αλλά και καταστατικό. Όλα τα ερωτήματα και όλα τα αιτήματα και όλες οι απόψεις πρέπει να κατατεθούν. Με επιχειρήματα να συζητηθούν και να πάρουμε αποφάσεις. Και το συνέδριο αυτό προφανώς θα είναι και απολογιστικό. Η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και πρέπει να κάνει τον απολογισμό της για τη θητεία της και πρέπει να τον παρουσιάσει και πρέπει να τον συζητήσουμε όλοι μαζί και εδώ και ανοιχτά στην κοινωνία. Προφανώς θα δούμε και τα λάθη μας και τις παραλήψεις μας ώστε να μην τα επαναλάβουμε. Δεν θα φοβηθούμε τα λάθη και τις παραλήψεις μας αλλά δεν θα φοβηθούμε και να ανοιχτούμε και στον κόσμο που μας στηρίζει. 
Και στο τελευταίο ερώτημα, που ετέθη από την άλλη πλευρά, αν πρόκειται για προσχώρηση ή για μετασχηματισμό, εγώ θέλω να απαντήσω το εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν είναι και παραμένει ένα κόμμα εν κινήσει. Ένα κόμμα το οποίο δεν είχε στεγανά, γι’ αυτό και κατάφερε αυτά που κατάφερε. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δυο μεγάλες περιόδους και τώρα αρχίζει μια τρίτη. Είχε την περίοδο του πρώτου ΣΥΡΙΖΑ, του ΣΥΡΙΖΑ που δημιουργήθηκε από τις συνιστώσες αν θυμάστε, με τις μεγάλες συμβολές του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, των κινημάτων με μια στροφή στον ευρύτερο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς και με πρόταγμα την κοινή δράση όλων των δυνάμεων της αριστεράς. Είχε και τη δεύτερη εξέλιξη, η οποία κι αυτή έγινε μέσα από συλλογικές διεργασίες,  τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα, που κέρδισε με τη στήριξη του ελληνικού λαού τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και κατάφερε να τα βγάλει πέρα σε μια δύσκολη πορεία διακυβέρνησης. Και σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στην τρίτη φάση. Όλες αυτές οι φάσεις είναι φάσεις μετεξέλιξης και μετασχηματισμού. Και κυρίως βασίζονται στη δημοκρατία και στην αλληλεπίδραση με τις εξελίξεις που βιώνουμε μέσα στην κοινωνία εντός της οποίας δρούμε. Υπ’ αυτή την έννοια δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένας φόβος ότι εδώ υπάρχει μια κουλτούρα ιδιοκτήτων ούτε αντιμετωπίζουμε κανέναν ως ενοικιαστή. Δεν υπάρχουν ούτε ιδιοκτήτες ούτε ενοικιαστές. Ιδιοκτήτες είναι οι άνθρωποι που μας στηρίζουν και δημοκρατικά θα πάρουμε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις για όλα τα ζητήματα και θα διαμορφώσουμε τον ορίζοντα. Η συζήτηση λοιπόν αυτή δεν πρέπει να γίνει σε πολιτικό κενό.
Και κλείνω: μα, δεν υπάρχει ήδη πολιτικό κενό. Αν δεν κάνω λάθος, όλοι μαζί εκπονήσαμε μια πολιτική διακήρυξη. Που δίνει κρίσιμες απαντήσεις και σε ιδεολογικά ζητήματα. Αυτή η πολιτική διακήρυξη είναι η βάση που μας εκφράζει όλους. Είναι η βάση της πολιτικής μας συνύπαρξης σήμερα. Και είναι ίσως η βάση μιας νέας πολιτικής ταυτότητας, την οποία θα ανιχνεύσουμε για την Αριστερά της εποχής μας στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Και πρέπει αυτή τη συζήτηση να την πάμε ακόμα πιο μπροστά. Μεγάλο βάρος δίνω στο διεθνές συνέδριο που θα οργανώσουμε για να μοιραστούμε με τα κόμματα της ευρύτερης ευρωπαϊκής αριστεράς, σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, ριζοσπαστικά, αριστερά, την εμπειρία της διακυβέρνησης. Μια πολύ κρίσιμη εμπειρία. Και βεβαίως μεγάλο βάρος πρέπει να δώσουμε στις πρωτοβουλίες που θα πάρουμε στην Ευρώπη για να διαμορφώσουμε ως ο καταλύτης, ο σπόρος της συνάντησης των ιστορικών αυτών ρευμάτων, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, της παραδοσιακής ριζοσπαστικής αριστεράς και της οικολογίας σε μια νέα πληθυντική αλλά και πλειοψηφική πολιτική δύναμη που να μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Πρέπει να παίξουμε αυτόν το ρόλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ και όλοι εμείς μαζί με την Προοδευτική Συμμαχία, όσοι συναποτελούμε αυτό το εγχείρημα, είμαστε σημείο αναφοράς όχι μόνο για την Ελλάδα. Όλη η Ευρώπη κοιτάει σε μας. Το 32% είναι το μεγαλύτερο ποσοστό αριστερού κόμματος σε όλη την Ευρώπη. Και όλα όσα πετύχαμε ήταν επιτυχίες που αφορούν όλη την Ευρώπη. Ας μην φοβηθούμε λοιπόν να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση και στην διεθνή της διάσταση. Όμως, σε ό,τι αφορά την ελληνική, θέλω να προτείνω να οργανώσουμε και θεματικά συνέδρια. Δεν αρκεί το διεθνές συνέδριο για την κυβερνητική εμπειρία. Αλλά, πηγαίνοντας προς το συνέδριό μας και διαμορφώνοντας τις θέσεις και το πρόγραμμά μας, μαζί με τον απολογισμό, θα πρέπει να δούμε και πώς διαμορφώνουμε την πρότασή μας για την προοδευτική διακυβέρνηση της επόμενης μέρας. Κι εκεί πρέπει να δούμε και τις αδυναμίες μας.

Παραγωγική ανασυγκρότηση. Πώς θα την σχεδιάσουμε; Έχουμε κάνει πολύ σημαντικά βήματα ως κυβέρνηση με τα 13 περιφερειακά συνέδρια και το ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης. Έχουμε μια βάση. Δεν πιστεύω όμως ότι θα πρέπει να αισθανόμαστε αυτάρκεις, πρέπει να εμβαθύνουμε.

Πρωτογενής τομέας: πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε ειδικό θεματικό συνέδριο.

Για τον συνδικαλισμό και τις εργασιακές σχέσεις στην εποχή μας.

Για την αυτοδιοίκηση, που πρέπει να αποχτήσουμε ρίζες. Δεν μπορεί μεγάλη παράταξη, το μεγάλο σύγχρονο κόμμα που εκφράζει την αριστερά στην εποχή μας, να μην έχει ρίζες στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Και βεβαίως για τη νεολαία. Νομίζω ότι εκεί είναι που πρέπει να δώσουμε το μεγαλύτερο βάρος. Το μεγαλύτερο βάρος, ακούγοντας τους συντρόφους μας και στην κριτική τους και σε όσα έχουν να μας πουν, κυρίως όμως προσπαθώντας να ανοίξουμε αυτή την προσπάθεια στους δεκάδες χιλιάδες νέους που, για πάρα πολλά χρόνια, από το 2012, μας βγάζουν πρώτη δύναμη. Και είναι το μέλλον του τόπου. Έκανε μια εξαιρετική παρέμβαση ο Νίκος Ξυδάκης. Νομίζω ότι εκεί πρέπει να δώσουμε το μεγάλο βάρος, γιατί εκεί είναι το μέλλον.

Και κλείνω λέγοντας το εξής: να μην φύγουμε σήμερα από αυτήν εδώ την αίθουσα σήμερα δίχως χρεώσεις. Ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να μπει σε συγκεκριμένη δουλειά στην πορεία αυτής της ανασυγκρότησης. Ανά τόπο και ανά χώρο δουλειάς. Οργανωτικές χρεώσεις και πολικές χρεώσεις. Η συμμετοχή στην κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότησης δεν αποτελεί μόνο τίτλο τιμής αλλά και ευθύνη. Πρέπει ο καθένας και η καθεμία από μας -πολλοί, ακόμα καλύτερα που είμαστε πολλοί- να έχουμε συγκεκριμένες χρεώσεις τις οποίες θα έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε έναν απολογισμό στην επόμενη συνεδρίαση.

Και βεβαίως να κλείσω λέγοντας ότι η Κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότησης θα συμπληρωθεί με συντρόφους από τη νεολαία. Και πρέπει να δούμε και κάποιες παραλείψεις που έχουν γίνει εκ παραδρομής. Θέλω να αναφερθώ σε μία, επειδή αισθάνομαι ότι είναι πρόβλημα: ο σύντροφος ο πρώτος επιλαχών τελικά από την Αχαΐα πρέπει να είναι στην ΚΕΑ τελικά. Και ενδεχομένως επειδή η πορεία της ανασυγκρότησης είναι ζωντανή διαδικασία, πρέπει να δούμε και να εκτιμήσουμε αν στην πορεία κάποιοι σημαντικοί σύντροφοι από τους κοινωνικούς χώρους έρθουν κοντά μας, θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σ’ αυτή τη συζήτηση της ένταξής τους στην κοινή μας προσπάθεια. Άλλωστε η διάθεση όλων μας είναι να προχωρήσουμε με ένα πνεύμα συνεννόησης σύνθεσης προκειμένου να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Σας καλώ λοιπόν πριν φύγουμε να εγκρίνουμε τη διακήρυξη την οποία είχαμε εκπονήσει από τον Σεπτέμβρη και να προχωρήσουμε αν δεν υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες στο απόσταγμα όσων ειπώθηκαν αυτό το διήμερο για να κάνουμε ένα βήμα μπροστά σε ένα ιστορικό εγχείρημα που πιστεύω ότι, παρά τις δυσκολίες, θα στεφτεί με επιτυχία.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ