ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

18/02/2020

«Μας συμφέρει η Χάγη;»: Η εισήγηση του Γ. Κατρούγκαλου στην εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ

«Μας συμφέρει η Χάγη;»: Η εισήγηση του Γ. Κατρούγκαλου στην εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ



Εισήγηση του Τομεάρχη Εξωτερικών της ΚΟ ΣΥΡΙΖΑ στην εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ με θέμα «Μα συμφέρει η ΧΑΓΗ;»

Στην εισήγησή του, που μεταδόθηκε μέσω βιντεοσκοπημένου μηνύματος, ο Τομεάρχης Εξωτερικών της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος ανέφερε τα εξής:

«Με την τοποθέτησή μου θα προσπαθήσω να απαντήσω σε τρία ερωτήματα, τα οποία νομίζω πως είναι τα κρίσιμα σε ότι αφορά το θέμα της παραπομπής της διαφοράς σε σχέση με την Υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη στο Δικαστήριο της Χάγης:

1- Αποτελεί εθνικά επωφελή λύση μια παρόμοια παραπομπή;

2- Είναι ρεαλιστική μια παρόμοια προοπτική ενόψει της στάσης της άλλης πλευράς;

3- Είναι σήμερα η συγκυρία κατάλληλη για κάτι τέτοιο;

 

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα ίσως να είναι απλούστερη απ’ ότι στα άλλα δύο. Θα σας διαβάσω πως περιγράφει την πάγια θέση της χώρας μας η επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών, σε μία ανάρτηση που έχει παραμείνει έτσι από την εποχή της κυβέρνησης Σημίτη και σε όλες τις επόμενες διαδοχικές κυβερνήσεις, Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαρά και ΣΥΡΙΖΑ,

« Σε περίπτωση που διαφανεί ότι δεν καθίσταται δυνατή (από τις διερευνητικές επαφές) η εξεύρεση κοινού εδάφους εντός εύλογου χρόνου, η πάγια θέση της Ελλάδας, η οποία συνάδει απολύτως με το διεθνές δίκαιο και έχει τεθεί και ως κριτήριο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, είναι η παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ), προκειμένου να μη διαιωνισθεί η διαφορά.»

Πράγματι η Χάγη αποτελούσε το αρχικό gabit, το πρώτο μας διπλωματικό άνοιγμα, με αντίστοιχη πρόταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τον Ντεμιρέλ το 1976, για παραπομπή της διαφοράς στο Δικαστήριο. Η απάντηση της Τουρκίας, ήταν συνεκμετάλλευση χωρίς προηγούμενη νομική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Ήδη λοιπόν από αυτό το αρχετυπικό δίπολο, Χάγη - Συνεκμετάλλευση, αντανακλώνται οι δύο διαφορετικές στρατηγικές των δύο χωρών. Η δική μας βασιζόταν και βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, όπως διαμορφώθηκε ακόμη πληρέστερα για τις δικές μας θέσεις, από τη Διεθνή Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η αντίληψη της Τουρκίας είναι ότι η λύση θα πρέπει να βρεθεί όχι με αναφορά σε ένα σύστημα κανόνων δικαίου αλλά βάσει του συσχετισμού δύναμης, λαμβανομένης υπόψη της αυτοπεποίθησης της, ως ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης.

Και επίσης είναι σαφές ότι οι προσπάθειες της άλλης πλευράς να θέσει άλλα ζητήματα, όπως αυτά της αποστρατικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, του εναέριου χώρου, έρευνας και διάσωσης δεν αποτελούν εκδηλώσεις άλλων ζωτικών συμφερόντων της ίδιας αλλά προσπάθειες αντιπερισπασμού για να μην φτάσει η μόνη υπαρκτή διαφορά σε ένα φόρουμ που πρόκειται εν τέλει να είναι πολύ πιο κοντά στις δικές μας θέσεις απ’ ότι στις τουρκικές.

Εν όψει όλων αυτών προκύπτει το δεύτερο ερώτημα: Είναι ρεαλιστική η παραπομπή του θέματος στη Χάγη για την Υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, τη μόνη διαφορά που έχουμε με την Τουρκία, εν όψει προφανώς του δυσμενέστερου ως προς τις διεκδικήσεις της κανονιστικού πλαισίου που θα έχει να αντιμετωπίσει η γειτονική χώρα και το οποίο το γνωρίζει; Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα είναι απλή. Εφόσον η Τουρκία αντιληφθεί, ότι η εμμονή της σε μια τακτική αντίθετη στο διεθνές δίκαιο υποβαθμίζει τη διεθνή διπλωματική θέση της και κινδυνεύει να δημιουργήσει μια κατάσταση στην οποία θα χάσει δικαιώματα, μια κατάσταση στην οποία θα αποκλειστεί από την ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου, τότε και μόνον θα συμφωνήσει σε μία λύση που θα είναι αμοιβαία επωφελής και για τις δύο πλευρές. Δηλαδή μια λύση που δεν θα βασίζεται στο συσχετισμό δύναμης αλλά στο σεβασμό των κανόνων της διεθνούς νομιμότητας και θα επιτρέπει την συμπερίληψη της στις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων που της αναλογούν αποκλειστικά και μόνον, φυσικά, με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Γιατί αυτή η προοπτική είναι σήμερα πιο ρεαλιστική από ότι ήταν πριν από τέσσερα ή πέντε χρόνια; Ακριβώς γιατί λόγω της συστηματικής διπλωματικής προσπάθειας της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο της οποίας όχι μόνο η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να αξιοποιήσει τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της, μετά από συμφωνίες οροθέτησης της ΑΟΖ της με τις όμορες χώρες της περιοχής, αλλά και όπου μέσω των τριμερών σχημάτων συνεργασίας, το νομικό καθεστώς της εκμετάλλευσης ων κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου είναι πλήρως αποδεκτό απ’ όλους τους διεθνείς και περιφερειακούς «παίκτες», εκτός από την Τουρκία. Έχει ήδη συσταθεί ο οργανισμός για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων αυτών, ο East Med Gas Forum, στον οποίο συμμετέχουν όλες οι χώρες της περιοχής και ενώ κάθονται στο ίδιο τραπέζι η Παλαιστίνη και το Ισραήλ, απουσιάζει η Τουρκία.

Ο East Med αποτελεί εμβληματική επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Δεν έχει μόνο την αποδοχή του Ισραήλ και της Κύπρου, αλλά και της Αιγύπτου και της Ιταλίας αλλά και την αναγνώριση από τις ΗΠΑ ότι αποτελεί ένα στρατηγικό μέσο όχι απλώς για την οικονομική εκμετάλλευση των αποθεμάτων αλλά και για την πολιτική σταθεροποίηση της περιοχής. Εν όψει αυτής της κατάστασης η Τουρκία μέχρι και ένα χρόνο πριν, είχε βρεθεί σε πλήρη αδυναμία. Αν και συνέχισε -και συνεχίζει- την πρακτική αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου, με την αποστολή γεωτρύπανων και ερευνητικών πλοίων, όχι μόνο δεν πετυχαίνει να «γκριζάρει» νομικά την περιοχή, αλλά αντιθέτως υπονομεύει τη διεθνή θέση της λόγω των συνεχών καταδικών που εισπράττει από τη διεθνή κοινότητα.

Για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλλε κυρώσεις σε βάρος της και χαρακτήρισε παράνομη τη συμπεριφορά αυτή. Αντιπαραβάλλετε την απόφαση αυτή με την απόφαση ίσων αποστάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου την επαύριον των Ιμίων για να αντιληφθείτε τη μεγάλη διαφορά διπλωματικής απομόνωσης στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η Τουρκία. Οι αντιπερισπασμοί, λοιπόν, αυτοί είτε οι de facto με την αποστολή γεωτρύπανων είτε οι νομικοί, όπως αυτοί που αφορούν στην παράνομη συμφωνία της με τη Λιβύη, αποτελούν προσπάθειες της να σπάσει την απομόνωση στην οποία έχει περιέλθει με δική της ευθύνη.

Έχει όμως αντιληφθεί και η ίδια, και γι’ αυτό το λόγο έχει επανέλθει και στις δηλώσεις του υπουργείου Εξωτερικών η αποδοχή του ενδεχομένου της παραπομπής της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ότι αυτή η τακτική δεν μπορεί να επιφέρει επωφελή γι’ αυτήν αποτελέσματα. Δεν μπορεί ούτε να δημιουργήσει η παρανομία δίκαιο, ούτε είναι δυνατόν να εκβιασθούν όλοι οι παράγοντες της διεθνούς νομιμότητας να αποδεχθούν τις θέσεις της Τουρκίας.

Συνεπώς πρέπει να συνεχίσει να ασκείται διεθνής διπλωματική πίεση προς την Τουρκία, ούτως ώστε αυτή να αντιληφθεί ότι τίποτα δεν μπορεί να κερδίσει με μονομερείς ενέργειες, αλλά να είναι και συνείδηση της δικής μας πλευράς ότι η συμπερίληψη της Τουρκίας στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να γίνει με όρους διεθνούς δικαίου και να είναι αμοιβαία επωφελής. Αυτός είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος επίλυσης της διαφοράς.

Χρωστώ και μία απάντηση, στο αν θεωρώ ότι είναι τώρα η συγκυρία κατάλληλη. Πράγματι θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε χειρότερο επίπεδο απ’ ότι ένα χρόνο πριν. Γιατί ακριβώς λόγω της σχετικής υποχώρησης της ενεργητικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, έχει ως ένα βαθμό αναστραφεί η σχετική απομόνωση της Τουρκίας. Πράγμα που φαίνεται στην παρουσία της στα φόρα που συζητούν την κατάσταση στη Λιβύη, την ανοχή εκ μέρους της αμερικανικής πλευράς των τυχοδιωκτισμών στη Συρία. Η σχετική αυτή αναβάθμιση χώρου της Τουρκίας αντανακλά μια υποχώρηση του ενεργητικού και πολυδιάστατου χαρακτήρα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που αποτελεί ένα μείζον θέμα, το οποίο δεν έχω χρόνο να συζητήσουμε εδώ αναλυτικά.

Συνοψίζω: Η μόνη ρεαλιστική προοπτική επίλυσης της διαφοράς πρέπει να αποδέχεται την ένταξη της άλλης πλευράς στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου, με προϋπόθεση το σεβασμό των κανόνων του δικαίου της θάλασσας, σε συνδυασμό με αποφασιστική, ενεργητική δική μας πολιτική σε όλα τα επίπεδα ούτως ώστε η Τουρκία να έχει πλήρη συνείδηση ότι μόνο μέσω έτσι μπορεί να κερδίσει και ότι αντίθετη πολιτική της θα την οδηγήσει σε υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της και σε κίνδυνο να αποκλεισθεί εντελώς από τα ενεργειακά της Ανατολικής Μεσογείου.

 



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ