ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

15/06/2018

Γ. Δραγασάκης: Μόνο ως χώρος συνεργασίας μπορούν τα Βαλκάνια να έχουν μέλλον



.

Οι πρώτοι που θα ωφεληθούν από τη συμφωνία και τη λύση του προβλήματος με την πΓΔΜ, θα είναι η Β. Ελλάδα, ανέφερε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, μιλώντας στη Βουλή. «Η συμφωνία πρέπει να προχωρήσει εφόσον ικανοποιεί τα βασικά μας συμφέροντα, ως μια συμφωνία-προϊόν συμβιβασμού. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσει και στη γείτονα χώρα. Αν δεν λυθεί το πρόβλημα αυτό, πρέπει να αναρωτηθούμε ποια θα είναι η προοπτική για την ανάπτυξη στη Β. Ελλάδα. Αν καταφέρουμε να λυθεί αυτό το πρόβλημα, οι πρώτοι που θα ωφεληθούν θα είναι οι κάτοικοι της Β. Ελλάδας. Αυτό δεν σημαίνει λύση άνευ όρων. Αλλά, όπως λένε οι ειδήμονες, η λύση έχει τα βασικά στοιχεία για να προχωρήσουμε μπροστά», είπε ο Γιάννης Δραγασάκης. 

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρθηκε στην πρωτοβουλία της ΝΔ να καταθέσει πρόταση δυσπιστίας. «Είναι σαφές» είπε, «ότι η πρόταση δυσπιστίας έχει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Στόχος της ήταν, όχι η συμφωνία. Ο στόχος ήταν η αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης και η συγκρότηση ενός αντικυβερνητικού μετώπου. Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική ενδυνάμωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας και η αποκάλυψη των αντιφάσεων και των αδιεξόδων της αξιωματικής αντιπολίτευσης». 

«Η Νέα Δημοκρατία μπροστά στα διλήμματα και στις αναγκαίες επιλογές που έχουμε να κάνουμε για το μέλλον της χώρας, επιλέγει το δρόμο της δημαγωγίας και της εσωστρέφειας. Γίνεται εκφραστής μιας φοβικής και στάσιμης Ελλάδας. Το χειρότερο είναι ότι με τη στάση της, δίνει άλλοθι στη Χρυσή Αυγή και όλα αυτά που ζήσαμε το πρωί», είπε ο Γιάννης Δραγασάκης. Αναφερόμενος δε, στο Κίνημα Αλλαγής, είπε πως αποκαλύπτονται τα όρια μιας πολιτικής ίσων αποστάσεων, τα όρια και τα αδιέξοδα μιας πολιτικής που προσπαθεί να διαμορφωθεί στο κενό όταν υπάρχουν κρίσιμα διλήμματα και καυτά προβλήματα, στα οποία κανείς πρέπει να πάρει θέση. 

Ο κ. Δραγασάκης αναφέρθηκε και στο ΚΚΕ, σημειώνοντας ότι με τη στάση του ακυρώνει την καθαρή θέση που είχε πάρει το 1992, και διολισθαίνει σε επικίνδυνες περιοχές για σπέρματα αλυτρωτισμού. 

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κάλεσε όλες τις πλευρές να αναρωτηθούν ποια θα είναι η προοπτική αν δεν περάσει η συμφωνία, πώς θα αναπτυχθούν τα Βαλκάνια, ποια θα είναι η θέση της Ελλάδας σε αυτήν την περιοχή. 

«Εμείς είχαμε από τη δεκαετία του 1990 διαμορφώσει μια στρατηγική που στηριζόταν στην παραδοχή ότι τα Βαλκάνια ήταν χώρος ιστορικά βεβαρημένος, με αντιθέσεις και εθνικισμούς, και επομένως μέλλον μπορεί να έχουν μόνο ως χώρος συνεργασίας», είπε ο κ. Δραγασάκης και πρόσθεσε: «Μπαίνουμε σε μια φάση που η Ελλάδα μπορεί να ξαναγίνει μια δύναμη πρωτοβουλίας για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Πρέπει να εξασφαλίσουμε τον ρόλο της χώρας μας, ως μιας δύναμης εγγυήτριας αυτής της προσπάθειας».

Ολόκληρη η ομιλία από τα πρακτικά της βουλής

Κυρίες και κύριοί συνάδελφοι, είναι νομίζω πλέον σαφές ότι η πρόταση δυσπιστίας έχει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Στόχος της ήταν όχι η συμφωνία. Κακά τα ψέματα. Φάνηκε από τις ομιλίες. Ο στόχος ήταν η αποσταθεροποίηση της Κυβέρνησης και η συγκρότηση ενός αντικυβερνητικού μετώπου. Το αποτέλεσμα είναι από τη μια πλευρά η πολιτική ενδυνάμωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας και από την άλλη η αποκάλυψη των αντιφάσεων και των αδιεξόδων των κομμάτων της Αντιπολίτευσης.
Τα ακούσαμε και τα ακούμε κάθε ώρα που περνάει. Η Νέα Δημοκρατία μπροστά στα διλήμματα και στις αναγκαίες επιλογές που πρέπει να κάνουμε για το μέλλον της χώρας, επιλέγει τον δρόμο της δημαγωγίας και της εσωστρέφειας. Γίνεται εκφραστής μιας φοβικής και στάσιμης Ελλάδας. Στις δυσκολίες, ο φιλελευθερισμός και ο ευρωπαϊσμός υποχωρούν. Μπαίνουν σε αχρηστία. Αλλά το χειρότερο είναι ότι με τη στάση της, όπως είχα την ευκαιρία να πω και προχτές, δίνει άλλοθι στη Χρυσή Αυγή και σε όλα αυτά τα οποία ζήσαμε το πρωί.
Το Κίνημα Αλλαγής, από την άλλη μεριά, νομίζω αποκαλύπτεται αυτό που λέγαμε από την πρώτη στιγμή, τα όρια μιας πολιτικής ίσων αποστάσεων, τα όρια μιας πολιτικής που στηρίζεται στο «ούτε, ούτε», τα όρια και τα αδιέξοδα μιας πολιτικής, η οποία προσπαθεί να διαμορφωθεί στο κενό, όταν υπάρχουν τόσο κρίσιμα διλήμματα και τόσο καυτά προβλήματα, στα οποία κανείς πρέπει να πάρει θέση. Ο δογματικός «αντισυρισμός» οδηγεί τον χώρο αυτόν σε όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις και τις αντιθέσεις, που πια είναι φανερές.
Τέλος και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας με τη στάση του σήμερα ακυρώνει την καθαρή θέση που είχε πάρει το 1992, διολισθαίνει σε επικίνδυνες περιοχές με θεωρίες για σπέρματα αλυτρωτισμού.
Και θα ήθελα στο σημείο αυτό να πω ότι αναλύσεις που ερμηνεύουν όλες τις εξελίξεις ως εντολές του ΝΑΤΟ, τις οποίες η Κυβέρνηση εκτελεί ως υπάλληλος του ΝΑΤΟ, και αυτές έρχονται σε αντίθεση με αυτά που προσπάθησε το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια να πει και να απεξαρτηθεί από αυτήν τη μηχανιστική θεωρία της εξάρτησης. Το θέμα το οποίο πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι το ΝΑΤΟ και οι Αμερικάνοι μπορούν να υπάρξουν και με λύση του Μακεδονικού και χωρίς τη λύση του Μακεδονικού. Μάλιστα, μπορεί κανείς να κάνει σκέψεις τι θα συμβεί εάν δεν λυθεί. Θα διατηρηθεί αυτή η χώρα ως ανεξάρτητο κράτος ή θα καταλήξει ένα προτεκτοράτο των Αμερικάνων, των Γερμανών ή οποιουδήποτε άλλου; Εμείς είμαστε αυτοί, όμως, που δεν μπορούμε να ζήσουμε με άλυτο το πρόβλημα και γι’ αυτό όλη αυτή η ανάλυση και του ΚΚΕ και κάποιων άλλων δυνάμεων δεν ευσταθεί.
Το κοινό, λοιπόν, στη θέση όλων των κομμάτων που ανέφερα είναι ότι δεν έχουν θετική πρόταση για το μέλλον. Δεν ακούσαμε τίποτα. Ποια είναι η προοπτική; Να μην περάσει η Συμφωνία. Να γίνει τι; Να περιμένουμε τι; Και μέχρι πότε; Ποια είναι η θέση τους για τα Βαλκάνια; Έχουν κάποια άποψη για το πώς τα Βαλκάνια θα αναπτυχθούν; Πώς θα διαμορφωθούν οι δικές μας σχέσεις σε αυτήν την περιοχή;
Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η συζήτηση γίνεται ακόμη περισσότερη χρήσιμη, διότι επιτρέπει να δούμε όχι στο θέμα στενά της Συμφωνίας, αλλά και ευρύτερα ποιες είναι οι στρατηγικές που διατυπώνονται σήμερα για τη χώρα μας και το μέλλον της. Ακούσαμε τη μια στρατηγική, η οποία είναι ο πολεμοκάπηλος τυχοδιωκτισμός της Χρυσής Αυγής. Από την άλλη μεριά έχουμε μια στρατηγική, αν μπορεί κανείς να την πει έτσι, μια φοβική, όπως είπα, στάση απέναντι στα προβλήματα να μην γίνει τίποτα. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό ξεχωρίζει η στρατηγική της Κυβέρνησης ως η μόνη στρατηγική η οποία απαντάει στα σημερινά προβλήματα και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά.

Εγώ θα ήθελα, όμως, να αξιοποιήσω αυτήν την ευκαιρία για να πω ότι εμείς από τη δεκαετία του ’90, από τις μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές που έγιναν με την κατάρρευση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού, διαμορφώσαμε από την αρχή τότε μία στρατηγική, για να μην πω ένα όραμα, το οποίο στηριζόταν στις εξής βασικές παραδοχές:
Πρώτον, ότι τα Βαλκάνια είναι ένας χώρος ιστορικά βεβαρημένος με πολέμους, αντιθέσεις, εθνικισμούς και επομένως μόνο ως χώρος συνεργασίας μπορούν να έχουν μέλλον.
Δεύτερον, ότι τα Βαλκάνια έχουν ορισμένα κοινά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά όλη η περιοχή μας είναι χώρος που ενώνει την Ασία με την Ευρώπη, τον Νότο με τον Βορρά. Τα λιμάνια μας είναι πύλες εισόδου όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλα τα Βαλκάνια και για όλη την Ευρώπη. Επομένως, αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ή μαζί μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε προς κοινό όφελος ή αυτό θα είναι σε βάρος της ανάπτυξης της περιοχής. Από εκεί προέρχεται βασικά η ιδέα της συνανάπτυξης που λέμε και σήμερα.
Η τρίτη βασική παραδοχή και αρχή είναι ότι στη σημερινή εποχή τα Βαλκάνια μπορούν να έχουν μέλλον όχι απλώς ως ένας χώρος συνεργασίας, αλλά και ως μία δομή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ένα υποσύστημα μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα. Τη βαλκανική συνεργασία πρέπει να τη δούμε σε συνάρτηση με την ευρωπαϊκή και τη μεσογειακή συνεργασία.
Θα έλεγα εδώ ότι η Μεσόγειος είναι η οικεία θάλασσα για όλες τις χώρες των Βαλκανίων και όχι η Βαλτική ή η Βόρεια Θάλασσα. Και πρέπει να πείσουμε τις χώρες των Βαλκανίων γι’ αυτό, ότι δηλαδή εδώ, μαζί πρέπει να πορευτούμε.
Η τέταρτη παραδοχή και αρχή είναι ότι για να χτίσουμε αυτό το κοινό μέλλον σ’ έναν χώρο με τόσες παραδόσεις αντιθέσεων και πολέμων και καταστροφών, αυτό δεν αρκεί να γίνει υπόθεση κάποιων κυβερνήσεων, έστω και όλων, αλλά πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των λαών. Γι’ αυτό αυτή η τοξικότητα που δημιουργείται σήμερα, το ότι ορισμένες δυνάμεις δηλητηριάζουν τμήματα του κόσμου κινδυνολογώντας, καταστροφολογώντας κ.λπ., έχει και ευρύτερες συνέπειες.
Αυτήν τη δυνατότητα, λοιπόν, την είχαμε το ’90 και δεν την αξιοποιήσαμε ως χώρα. Την καταστρέψαμε μέσα από μεγαλοϊδεατισμούς για διείσδυση στα Βαλκάνια, για οικονομική κατάκτηση των Βαλκανίων, όπου τα Βαλκάνια θα ήταν η δική μας ενδοχώρα, με όλη αυτήν την επέκταση μέσω δανεισμού και με τις συνέπειες που είχε.
Άρα, η συμφωνία πρέπει να προχωρήσει, εφόσον ικανοποιεί τα βασικά μας συμφέροντα, ως μια συμφωνία-προϊόν συμβιβασμού. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσει και στη γείτονα χώρα. Πρέπει να γίνουν όλα αυτά όχι για λόγους ιδεολογικούς, αλλά για λόγους πραγματικούς, για λόγους που έχουν να κάνουν με τη ζωή των ανθρώπων, με το μέλλον της περιοχής και με την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και –θα έλεγα- με την Ελλάδα και ειδικά τη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
Προ καιρού κάναμε το Αναπτυξιακό Συνέδριο στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και θυμάμαι τον Δήμαρχο του Κιλκίς σε μια συζήτηση που κάναμε να μας θέτει ένα από τα προβλήματα που είχαν. Το πρόβλημα ήταν ότι φεύγουν τα αυτοκίνητα από το Κιλκίς και πάνε και γεμίζουν βενζίνη στην άλλη πλευρά. Και συζητούσαμε κάποια κίνητρα και πρέπει να βρούμε κίνητρα άμεσα.
Όμως, η προοπτική ποια είναι; Δηλαδή, αν δεν λυθεί το πρόβλημα αυτό, ποιο είναι το μέλλον της ανάπτυξης της Βόρειας Ελλάδας; Φοβάμαι ότι θα είναι μια ανάπτυξη μέσω παραοικονομίας, μέσω λαθρεμπορίων, χωρίς ισχυρές παραγωγικές δυνατότητες.
Αντίθετα, αν καταφέρουμε να λύσουμε αυτό το πρόβλημα, οι πρώτοι που θα ωφεληθούν θα είναι οι κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει άνευ όρων λύση, αλλά μια λύση που, απ’ ό,τι λένε και οι πλέον ειδήμονες, έχει τα βασικά στοιχεία για να προχωρήσουμε μπροστά.
Θα ολοκληρώσω με την ανοχή του Προεδρείου για ένα-δύο λεπτά.
Από τον Αύγουστο, λοιπόν, μπαίνουμε σε μια φάση όπου η Ελλάδα μπορεί να ξαναγίνει μια δύναμη πρωτοβουλίας για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Πρέπει να πω ότι από πρέσβεις που βλέπουμε, από υπουργούς άλλων χωρών που βλέπουμε, από κυβερνητικά στελέχη που βλέπουμε, αυτό γίνεται με ανακούφιση αποδεκτό. Είναι θετικό για τους άλλους λαούς το ότι η Ελλάδα βγαίνει από την κρίση και επομένως μπορεί να ξαναπαίξει έναν ρόλο στα Βαλκάνια και να μην μονοπωλείται ο χώρος αυτός από άλλες δυνάμεις, μεγάλες ή και μεσαίες, που έχουν άλλους σχεδιασμούς.
Μπορούμε, λοιπόν, να προχωρήσουμε σε μια τέτοια προοπτική και να εξασφαλίσουμε και το μέλλον το δικό μας, αλλά και τον ευρύτερο ρόλο της χώρας ως μια δύναμη πρωταγωνίστρια και εγγυήτρια αυτής της προσπάθειας και αυτής της πορείας.
Δεν πρέπει τέλος να αγνοούμε ότι και αυτές οι ιστορικές καταβολές του εθνικισμού, μέσω μιας πολιτικής ανάπτυξης ευημερίας με κοινά οφέλη για όλους, μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η στρατηγική μας, λοιπόν, έχει δύο σκέλη: ένα εσωτερικό, που έχει να κάνει με την έξοδο από τα μνημόνια και ένα εξωτερικό, που έχει να κάνει με αυτή την ευρύτερη βαλκανική συνανάπτυξη. Πρόκειται για τη μόνη στρατηγική για το μέλλον που θέτει ένα συνεκτικό, συγκεκριμένο όραμα για το μέλλον και της χώρας και της περιοχής.
Τα δυο αυτά σκέλη της διαδικασίας είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Η χώρα, για να νιώθει ασφαλής έναντι εξωτερικών κινδύνων, πρέπει από τη μία εσωτερικά να αναπτύσσεται με δίκαιο τρόπο και από την άλλη μεριά η εσωτερική ανάπτυξη υποβοηθιέται –για να μην πω ότι έχει ως προϋπόθεσή της- με το να μην υπάρχουν εστίες έντασης, εστίες κινδύνου ή αν υπάρχουν, να είναι υπό έλεγχο, στο εξωτερικό. Προφανώς, αυτό το σχέδιο -δεν ζούμε στα σύννεφα- για να προχωρήσει, πρέπει να υπερβεί αντιστάσεις -και εδώ στη χώρα μας τα βλέπουμε αυτά που λέγονται, αλλά και ευρύτερα στην περιοχή των Βαλκανίων- και διότι υπάρχουν εσωτερικές δυνάμεις που στο όνομα κάποιων συμφερόντων ή εθνικιστικών εγωισμών αρνούνται να μπουν σε αυτήν τη λογική, αλλά και διότι τα Βαλκάνια είναι χώρος γεωπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων συμφερόντων.
Άρα, για να προχωρήσουμε μπροστά, θα πρέπει να υπάρξει ένα υποκείμενο. Πρέπει να υπάρξει ένα ευρύτερο μέτωπο, ένα μέτωπο που θα στηριχτεί στην κοινή λογική, στις κοινές ανάγκες, στα κοινά συμφέροντα. Ένα μέτωπο, λοιπόν, κοινής λογικής και προοδευτικής κατεύθυνσης χρειάζεται για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε προς την κατεύθυνση αυτή, πέρα από την Συμφωνία αυτή καθαυτή.
Αυτό ακριβώς το μέτωπο θα υπάρξει με τη δράση όλων: κοινωνικών φορέων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, επιστημονικών οργανώσεων, των ίδιων των πολιτών. Πρέπει δηλαδή να υιοθετήσουμε μια ευρύτερη αντίληψη για τη διπλωματία. Διπλωματία δεν είναι μόνο υπόθεση των Υπουργών Εξωτερικών. Διπλωματία είναι μια υπόθεση των ίδιων των λαών.
Επομένως, πρέπει να ευχαριστήσουμε τη Νέα Δημοκρατία, διότι με την πρόταση μομφής έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε και να συζητάμε ευρύτερα το μέλλον της χώρας και το μέλλον της περιοχής, τις στρατηγικές που έχουμε μπροστά μας, αλλά και τα μέσα με τα οποία θα προχωρήσουμε.
Προσωπικά πιστεύω –όπως είπα- ότι θα βγούμε από αυτήν τη συζήτηση με την κυβερνητική πλειοψηφία ενισχυμένη, αλλά και με πιο ισχυρές προσπάθειες και πιο ισχυρή συνειδητοποίηση της ανάγκης για αυτό που ονόμασα ένα ευρύτερο προοδευτικό μέτωπο το οποίο πρέπει να δημιουργήσουμε.
Ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ)

 



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ