ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

14/11/2018

Ν. Παρασκευόπουλος: Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ αφορούν τα δικαιώματα όλων, τη χώρα, τη δημοκρατία - βίντεο

Ν. Παρασκευόπουλος: Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ αφορούν τα δικαιώματα όλων, τη χώρα, τη δημοκρατία - βίντεο



Ομιλία του βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης ΣΥΡΙΖΑ κατά την έναρξη της διαδικασίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος στην Ολομέλεια της Βουλής στις 14.11.2018

.

Η έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος είναι στιγμή να συλλογιστούμε.

Το Σύνταγμα δεν είναι ένας άνωθεν κανόνας, ούτε ένα ξαφνικό συμβόλαιο σοφών, αλλά προϊόν της ιστορίας και της κοινωνίας.  Προκύπτει μέσα από αγώνες των λαών και συνθέτει τις κορυφαίες κοινωνικές αντιθέσεις. Ήδη η ρήση του Ηρακλείτου «Πάντα κατ’ εριν γίνεσθαι»(απόσπασμα 8, στη Συλλογή των Ντιλς – Κραντς), ακριβώς τη διαλεκτική της Δημοκρατίας εκφράζει.

Όντως η σύνταξη των ελληνικών Συνταγμάτων προκύπτει μέσα από Επαναστάσεις, ή έστω από κοινωνικοπολιτικούς κραδασμούς.

Τηλεγραφικά[1] επισημαίνονται: από το 1822 έως το 1827 έχουμε τα Επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου, με την Αναθεώρηση του Άστρους και ιδίως της Τροιζήνας. Ακολούθησε το Σύνταγμα του 1844, ως αντίδραση στηναπολυταρχία του Όθωνα, και στη συνέχεια αυτό του 1864 με τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά του.

Στον 20ο αιώνα το Σύνταγμα του 1911, ενίσχυσε το κράτος δικαίου και εξορθολόγησε το πολίτευμα. Το 1927 καθιερώθηκε η αβασίλευτη δημοκρατία, ενώτο 1952 συνδυάζονται η βασιλευόμενη  δημοκρατία με τον κοινοβουλευτισμό. Τέλος, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, εισάγεται το ισχύον σύστημα της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ταυτόχρονα με έναν ευρύκατάλογο ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Έκτοτε έχουν γίνει τρεις αναθεωρήσεις: το 1986 (κύριο χαρακτηριστικό  της ήταν ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας), το 2001 (με ενίσχυση του κράτους δικαίου και εκσυγχρονισμό στις λειτουργίες του πολιτεύματος) και η περιορισμένη αναθεώρηση του 2008.

Σε αντίθεση με την απολυταρχία, η Δημοκρατία συνθέτει, αλλά δεν επιχειρεί να κρύψει, τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς από τους οποίους πηγάζουν οι θεσμοί της. Το ίδιοτο Σύνταγμα άλλωστε, ενσωματώνει μια θεμελιακή αντίφαση: Από τη μια πλευρά είναι κανόνας και  επομένως επιζητεί από τον καθένα πολίτη την υπακοή του. Από την άλλη κατοχυρώνει την ελευθερία του, αφού εγγυάται ότι αυτός μπορεί να δεσμεύεται μόνο από ένα Συμβόλαιο  στη σύνταξη του οποίου έχει λάβει ο ίδιος μέρος, μέσω των αντιπροσώπων του.

Έτσι, λοιπόν, η υπακοή στο Σύνταγμά μας  γίνεται  με αναγνώριση  του αυτοπροσδιορισμού μας, και συνεπάγεται άρνηση του εξαναγκασμού και της αυταρχικής εξουσίας[2].

Οι κανόνες του Συντάγματος, ολοφάνερα,  δεν πρέπει να απηχούν πολιτικές ή πολύ περισσότερο πρόσκαιρες κομματικές συγκυρίες, αλλά να στηρίζονται σε σταθερότερες αξίες  του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο, μια Συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει να στηρίζεται σε ευρύτερες συναινέσεις, ώστε να κατορθώνει να αποτελεί ανθεκτικό θεμέλιο για το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα.

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης  οι θεσμοί της πατρίδας μας πέρασανμια πρωτόγνωρη στο είδος της δοκιμασία αντοχής.  Η δοκιμασία έδειξε ότι η Δημοκρατία και το κράτος Δικαίου, δεν αρκεί να είναι τυπικά δεδομένα, αλλά έχουν λειτουργικότητα και ουσία. Αυτά τα διδάγματα εμπνέουν τη συγκεκριμένη πρόταση αναθεώρησης.

Στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν θα βρείτε ρυθμίσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του. Στο σύνολό τους αφορούν τα δικαιώματα όλων, τη χώρα γενικά, τη Δημοκρατία γενικά. Ενυπάρχουν μάλιστα και προτάσεις που διακινδυνεύουν ακόμα και κόστος ψήφων, προκειμένου να υπηρετηθούν διαχρονικές αξίες του κράτους δικαίου και της Δημοκρατίας. Για την πολιτική φυσιογνωμία μια παρενθετική  νύξη θα κάνω μόνο. Η πρόταση αυτή εμπνέεται από την ιστορική συγκυρία της συνάντησης των αξιών της Αριστεράς με τη Δημοκρατία. Αν μια έννοια έχει συνδεθεί μέχρι σήμερα με τον θεωρητικό και τον πρακτικό λόγο της Αριστεράς, αυτή είναι η ισότητα. Η Δημοκρατία, από την άλλη, χαρακτηρίζεται από τη στήριξη της πολιτικής στις πλειοψηφίες.  Σήμερα ακριβώς, στη χώρα μας όπως και σε άλλες, η οικονομική κρίσηέχει αυξήσει τους πληθυσμούς των μη εχόντων, και τους έχει καταστήσει πλειοψηφικούς. Γι’ αυτό η ουσιαστική λειτουργία των κανόνων της  δημοκρατίας έχει εξισωτική δυναμική, τείνει προς τις κοινωνικές αλλαγές και μάλιστα τις ριζοσπαστικές.  Το κέντρο βάρους αυτής της αναθεώρησης είναι η εμβάθυνση της Δημοκρατίας.

Όπως είναι γνωστό το βασικό περιεχόμενο του Συντάγματος είναι τα δικαιώματα και η οργάνωση του πολιτεύματος. Τα δικαιώματα κατά το πλείστον είναι πανανθρώπινα, ενώ τα δημοκρατικά πολιτεύματα είναι δεμένα με τη λαϊκή κυριαρχία.   Αυτή η διάκριση, διακρίνεται και στο υπόβαθρο  της πρότασης Αναθεώρησης του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μια πλευρά, προτείνονται αλλαγές συνταγματικών ρυθμίσεων, που έχουν ενισχυτικό χαρακτήρα σε συγκεκριμένες  δικαιοκρατικές και προνοιακές ρυθμίσεις.  Από την άλλη και κυρίως, προτείνονται ρυθμίσεις που καθιστούν πιο ουσιαστική  τη λειτουργία του εγχώριου πολιτεύματος.

Λόγω περιορισμού χρόνου θα αναφερθώ, λοιπόν,μόνο σε προτάσεις που αναφέρονται στη λειτουργία του Δημοκρατικού Πολιτεύματος.

Δομικά στοιχεία της Δημοκρατίας αποτελούν η συμμετοχή του ενεργού πολίτη στις αποφάσεις, καθώς και η δέσμευση και η λογοδοσία των αρχόντων. Τα τελευταία αυτά στοιχεία, μέσα στα εκτεταμένα εθνικά – γεωγραφικά όρια, διασφαλίζονται μέσω της αντιπροσωπευτικότητας.

Για τον λόγο αυτό στις προτάσεις αυτές συναντώνται κάποιες,αλλά όχι πολυάριθμες αμεσοδημοκρατικές «πινελιές». Πρόκειται για τις προτάσεις αναθεώρησης που εισάγουν σε συγκεκριμένες  περιστάσεις δημοψηφίσματα:

Πιο ανεπτυγμένες είναι οι προτάσεις που θεραπεύουν κάποιες δυσλειτουργίες,  ή αδυναμίες της αντιπροσωπευτικότητας. Θα προτάξω, λόγω σημασίας,  την καθιέρωση αναλογικού εκλογικού συστήματος στο άρθρο 54 του Συντάγματος.  Πέραν της ουσιαστικής  προαγωγής της αντιπροσώπευσης, η τυπική αναβάθμιση της ρύθμισης σε συνταγματική, διασφαλίζει την πρόληψη   σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών, που θα έχουν βραχυπρόθεσμους κομματικούς ορίζοντες.

Δεν θα αναφερθώ σε άλλες αναθεωρήσεις κατ’ άρθρον επειδή μπορούν να αναγνωστούν στην πρόταση του Σύριζα. 

 Ίσως  χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση η ανάγκη ένταξης και της αναθεώρησης του  άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των πολιτικών, στις ρυθμίσεις που ενισχύουν την αντιπροσωπευτικότητα. Η θωράκιση  της πολιτικής αυτής ευθύνης είναι σημαντική, όχι μόνο επειδή η καταπολέμηση της διαφθοράς είναι αυτονόητη ανάγκη, αλλά και επειδή διασφαλίζει τη λογοδοσία των πολιτικών ως στοιχείο της Δημοκρατίας. Με την αναθεωρητική αυτή κατεύθυνση καμία σχέση  δεν έχουν οι ισοπεδωτικές ιδέες  που θεωρούν όλους τους πολιτικούς  apriori ενόχους.

Λίγα λόγια πρέπει να πούμε βέβαια, δεδομένου ότι πρόκειται για θέμα που σμίκρυνε την αναθεώρησητου 2008, και για τον λόγο της μη ένταξης της αναθεώρησης του άρθρου 16 στις προτάσεις  του ΣΥΡΙΖΑ.

Κατά τη γνώμη μου ο δημόσιος χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι απλώς αναγκαίος, αλλά ζωτικός, για τους εξής λόγους.

Πρώτον, η γνώση είναι στην εποχή μας για πρώτη φορά εργαλείο επιβίωσης της ανθρωπότητας. Στο παρελθόν  ο κόσμος δεν είχε καν διανοηθεί μια καθολική αυτοκαταστροφή της γης, λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή καταστροφής του περιβάλλοντος.  Σε ένα Πανεπιστήμιο – ιδιωτική επιχείρηση ωστόσο, η έρευνα και η  εκπαίδευση είναι αδύνατον  να αντιστρατεύονται στις στοχοθεσίες και στα συμφέροντα των ιδιοκτητών – χρηματοδοτών. Δεν έχουν περιθώρια, επιδιώκοντας το κοινό οικολογικό όφελος, να ανακαλύπτουν π.χ.  την ανάγκη για δαπανηρά φίλτρα  ή για όρια σε βιομηχανίες και  σε άλλες κερδοφόρες δραστηριότητες των χρηματοδοτών.  Επίσης  δεν διευκολύνονται να ανακαλύπτουν, ότι τεχνολογικά προϊόντα τους  τυχαίνει να έχουν επικίνδυνες ακτινοβολίες. Τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια ενδιαφέρονται για εφαρμογές που προάγουν την ανταγωνιστική θέση των ιδιοκτητών τους, αλλά όχι τόσο για τη βασική έρευνα, ούτε για γνώση που μπορεί να προωθήσει τα συμφέροντα ανταγωνιστών. Αντίθετα, στο δημόσιο πανεπιστήμιο ο διδάσκων είναι ελεύθερος να ερευνά τα πάντα και να αναπτύσσει γνώμες ακόμη και κατά του ίδιου του κράτους.

Δεύτερον,  η θεώρηση του εξισωτισμού, αρχής της αριστεράς και της Δημοκρατίας, ως ανταγωνιστικού προς την καλλιέργεια της αριστείας έχει αρχέγονο παρελθόν και ζωντανό νεοφιλελεύθερο  παρόν, αλλά είναι άστοχη. Ο Αριστοτέλης το είχε έγκαιρα προσέξει, ένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να βρει την αληθινή γνώση, πολλοί μαζί όμως κάπου φθάνουν. Η επιστήμη χρειάζεται ανοικτό διάλογο και διαβούλευση, αφού όσο περισσότεροι μετέχουν στο διάλογο, τόσο πιο πλούσια γίνεται η γνώση. Αντίθετα, όταν η γνώση αντιμετωπίζεται ως προνόμιο λίγων αρίστων τότε η συνθήκη της προόδου αποδυναμώνεται. Η αριστεία είναι προϊόν της δημοκρατίας και της ισότητας, όχι αντίπαλός τους.

Τρίτον,  οι μη έχοντες σήμερα είναι πολλοί και με τα δίδακτρα θα αποκλειστούν από την πανεπιστημιακή παιδεία. Ο νεοφιλελευθερισμός πρότεινε ως φάρμακο δάνεια προς τους φοιτητές, ώστε να καταβάλλουν τα δίδακτρα.Το αποτέλεσμα  όμως ήταν εύκολο να προβλεφθεί από κάθε τίμιο πολίτη και σήμερα πια είναι πραγματωμένο και οφθαλμοφανές. Μια γενιά νέων επιστημόνων σε χώρες που καθιέρωσαν αυτά τα δάνεια αδυνατεί να αναπτυχθεί επαγγελματικά, επειδή ξεκινάει  τη σταδιοδρομία της υπερχρεωμένη.

Η ιδιωτικοποίηση των Πανεπιστημίων βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος του νεοφιλελευθερισμού. Ο Α. Μάνεσης, πάντως, ήδη από το 1991 έγραφε: «Ναι, μεν, με τον αντικρατικό και αντιφορμαλιστικό λόγο του ο νομικός νεοφιλελευθερισμός φαίνεται, από πρώτη όψη, να προωθεί την απελευθέρωση της κοινωνίας από το κράτος και επομένως  την αυτορρύθμιση και τη βαθμιαία αυτονόμησή της. Κατ΄ ουσίαν όμως, στην πράξη πρόκειται για υποχώρηση της κρατικής εξουσίας προ των ιδιωτικών κέντρων τα οποία τείνουν να υπερισχύσουν και να αυτονομηθούν αυτά αντί της κοινωνίας.».

Θα τελειώσω και πάλι με Ηράκλειτο: «Μάχεσθαι χρη τον Δήμον υπέρ του νόμου ώσπερ τείχεος» . Στο Νόμο με κεφαλαίο του Ηράκλειτου, αντιστοιχεί το σημερινό Σύνταγμα, και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι η ρήση διατυπώνεται μέσα στο κλίμα  της Δημοκρατίας, για το δικό της Νόμο και υπέρ του Δήμου.

 

[1] Με τα λόγια του Αλ. Σβώλου: «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος δεν είναι δυνατόν να είναι πλήρης, εφόσον δεν τοποθετείται εντός της εν γένει πολιτικής ιστορίας της  χώρας και δεν ερείδεται εις την ακριβήν απεικόνισιν της κοινωνικής εξελίξεως από την οποία προσδιορίζεται κατά βάση και το πολίτευμα». (Αλ. Σβώλου, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος,  Κείμενο γραμμένο το 1933 – 34, Εισαγωγή στο «Τα ελληνικά συντάγματα 1822 – 1952», έκδοση Στοχαστής 1972).

 

[2] Αυτήν τη διαλεκτική πριν χρόνια, είχε καταγράψει επιγραμματικά ο Αριστόβουλος Μάνεσης στο λόγο του κατά τον εορτασμό του «ΟΧΙ» στην Ακαδημία Αθηνών το 1993 (Βλ. ανάτυπο)  «Η Άρνηση, είτε ατομική, είτε συλλογική έναντι οποιουδήποτε- μεγάλου ή μικρού – αυταρχισμού και ολοκληρωτισμού συμβάλλει διαλεκτικά στον αυτοκαθορισμό, δηλαδή στην ελευθερία του ανθρώπου και επιβεβαιώνει την αξία του, αλλά και την ευθύνη του ως υποκειμένου της ιστορίας».