ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

14/03/2019

Αλ. Τσίπρας: Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μια μεγάλη θεσμική τομή

Αλ. Τσίπρας: Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μια μεγάλη θεσμική τομή



Ομιλία του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, στη συζήτηση επί των προτάσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος

.

Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Δεν είναι προφανώς η πρώτη φορά που συζητάμε σε αυτήν εδώ την Αίθουσα για τη συνταγματική αναθεώρηση. Νομίζω ότι δεν υπάρχει προηγούμενο αναθεωρητικής διαδικασίας, που να έχουμε συζητήσει τόσες πολλές φορές.

Και θεωρώ τουλάχιστον άδικη την αρχική σας παρατήρηση ότι είναι μία διαδικασία που γίνεται στο άψε-σβήσε, που γίνεται στο πόδι. Υπήρχε επαρκέστατος χρόνος τόσο στην αρμόδια Επιτροπή, όσο όμως και στον δημόσιο διάλογο. Και αυτό ήταν μία καινοτομία σε σχέση με τις προηγούμενες συνταγματικές αναθεωρήσεις, που όμως -θέλω να πιστεύω- έφερε πιο κοντά τους πολίτες στην ουσία των προτάσεων για την αναθεωρητική διαδικασία.

Ατυχής ήταν και η τοποθέτησή σας περί άδειων εδράνων. Παρ’ ότι δεν είναι η πρώτη συνεδρίαση, είναι επαρκέστατη η παρουσία των Βουλευτών, τουλάχιστον των δύο κομμάτων, της συμπολίτευσης και της μείζονος αντιπολίτευσης.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για να μπω στην ουσία, παρότι πολλά από αυτά που συζητάμε έχουν επαρκώς συζητηθεί ξανά και ξανά, ολοκληρώνουμε σήμερα την πρώτη φάση μιας διαδικασίας που είναι κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία. Μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία η οποία εκκίνησε με πρωτοβουλία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ.

Και βεβαίως αυτό κάτι λέει, παρά το γεγονός ότι σχεδόν η μεγαλύτερη μερίδα όσων δημοσίως τοποθετούνται κατά καιρούς για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο Σύνταγμα της χώρας -το πολιτικό σύστημα που γνωρίσαμε να κυβερνά τη χώρα για σαράντα χρόνια και πλέον- είχε πολλαπλώς την ευκαιρία να επιχειρήσει τομές, θεσμικές μεταρρυθμίσεις για τον προοδευτικό και θεσμικό εκσυγχρονισμό του Συντάγματος και δεν το τόλμησε. Ή όταν το τόλμησε οδηγήθηκε σε ρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα ο περίφημος νόμος περί ευθύνης Υπουργών, που σε όλους μας σήμερα πρέπει να προκαλούν ντροπή και στο πολιτικό σύστημα, ή σε αναθεωρήσεις που δεν κατέληξαν ουσιαστικά σε τολμηρές παρεμβάσεις, όπως η αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε πριν από δέκα περίπου χρόνια.

Εμείς, λοιπόν, θεωρούμε αναγκαίες αυτές τις μεγάλες, βαθιές μεταρρυθμιστικές τομές που προτείνουμε σήμερα και θεωρούμε και κορυφαία θεσμική παρέμβαση την παρέμβαση της συνταγματικής αναθεώρησης. Γιατί σε μια έννομη τάξη όπως η δική μας, η συνταγματική αναθεώρηση είναι ακριβώς αυτό, δηλαδή η κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία.
Και εμείς ως τέτοια την αντιμετωπίσαμε σε αντίθεση, δυστυχώς, με άλλους σε αυτήν εδώ την Αίθουσα, οι οποίοι επέλεξαν ανεξαρτήτως απόψεων -δεν μιλώ τώρα για τις απόψεις, αλλά για τη στάση μας απέναντι στη διαδικασία αυτή καθ’ αυτή- να παίξουν φτηνά μικροπολιτικά παιχνίδια, αντιπολιτευτικά παιχνίδια με το ίδιο το Σύνταγμα, δηλαδή αυτό για το οποίο κατηγορούν εμάς. Προσπάθησαν από την πρώτη στιγμή να υπονομεύσουν, να σνομπάρουν τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, του διαλόγου που ξεκίνησε.

Είδαμε τώρα και τα υποτιμητικά σχόλια με τα οποία αναφερθήκατε στην εκδήλωση για την έναρξη του δημόσιου διαλόγου, λες και σας ενόχλησε το κόκκινο χρώμα στην πλάτη στην οποία μιλούσα. Δεν βάφτηκε κόκκινη η Βουλή. Αλλά τι πρόβλημα έχετε με το κόκκινο χρώμα πια; Είναι ένα χρώμα από τα πολλά χρώματα που έχει το ουράνιο τόξο.
Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά σας, ότι η πλάτη στην οποία μιλούσα είχε κόκκινο και όχι γαλάζιο χρώμα. Το πρόβλημά σας είναι ότι εκκίνησε αυτή η κορυφαία θεσμική διαδικασία με δική μας πρωτοβουλία την οποία επιχειρήσατε να υπονομεύσετε, επιχειρήσατε να μπλοκάρετε, να δημιουργήσετε προσκόμματα.

Εμείς, αντίθετα, εκτιμήσαμε ότι η αναθεώρηση αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Κρίσιμη, θα έλεγα, ειδικά τώρα, που η χώρα μας εξέρχεται από αυτήν τη δραματική εμπειρία των μνημονίων, από αυτήν την ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης που της επιβλήθηκε με τη χρεοκοπία του 2010. Μια κατάσταση στην οποία οι τίτλοι τέλους γράφτηκαν οριστικά τον Αύγουστο του 2018 και σήμερα έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αναστοχαστούμε πάνω στην οικονομική, την πολιτική και την κοινωνική κρίση των προηγούμενων ετών.
Έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε τι ήταν αυτό που πήγε στραβά και οδήγησε στην απαξίωση της πολιτικής και του πολιτικού συστήματος σε μεγάλες μερίδες των πολιτών. Τι ήταν αυτό που πήγε στραβά με το πολιτικό σύστημα, με τον κοινοβουλευτισμό. Τι ήταν αυτό που οδήγησε στην απαξίωση των θεσμών προστασίας των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Αλλά έχουμε σήμερα και τη δυνατότητα, καθώς έχει περάσει ικανός χρόνος από εκείνη τη δραματική εμπειρία, να αφουγκραστούμε και να αναλύσουμε, αν θέλετε, την ηχώ των λαϊκών κινητοποιήσεων εκείνης της περιόδου που, πέρα από το προφανές αίτημα εναντίον της λιτότητας, της πρωτοφανούς αυτής δημοσιονομικής προσαρμογής, είχε και ένα αίτημα για περισσότερη δημοκρατία και περισσότερη συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης απόφασης.

Έχουμε σήμερα τη δυνατότητα, επίσης, να σκεφτούμε στη βάση αυτών των αιτημάτων που αναδύθηκαν μέσα από την κρίση -κρίση θεσμική και κρίση εκπροσώπησης του πολιτικού συστήματος- και να έχουμε τις καλύτερες δυνατές αναλύσεις πάνω στις οποίες θα βασίσουμε τις προτάσεις μας και τις μεταρρυθμίσεις που θέλουμε, προκειμένου να θωρακίσουμε τον κοινοβουλευτισμό, προκειμένου να ενισχύσουμε τη λαϊκή παρέμβαση και τη λαϊκή συμμετοχή, προκειμένου να κατοχυρώσουμε την αυστηρότερη και αποτελεσματικότερη, ας το πω έτσι, προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Αλλά, βεβαίως, έχουμε την ευκαιρία και να προτείνουμε, να θεραπεύσουμε ατέλειες, δυσλειτουργίες μέσα από μεταρρυθμίσεις οι οποίες είτε επιλύουν ιστορικές εκκρεμότητες, όπως για παράδειγμα το θέμα του εξορθολογισμού των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους, ή θεραπεύουν θεσμικά εξαμβλώματα, όπως ο νόμος για την προστασία των Υπουργών.
Νομίζω, βεβαίως, ότι έχει εξαντληθεί η συζήτηση για τις επιμέρους προτάσεις. Οι θέσεις και οι απόψεις όλων των πολιτικών δυνάμεων έχουν καταγραφεί. Οι διαφορετικές νομικές και πολιτικές προσεγγίσεις έχουν αναλυθεί. Θα ήθελα, λοιπόν, γι’ αυτόν τον λόγο να επιμείνω στη γενική φιλοσοφία της πρότασής μας για την αναθεώρηση του Συντάγματος που, όπως είπα προηγουμένως, έχει αναπτυχθεί στο έδαφος των ερωτημάτων που έθεσε η κρίση.

Όχι μόνο η οικονομική και θεσμική κρίση στη χώρα, αλλά θα έλεγα και τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργήσει η νέα παγκόσμια θεσμική αρχιτεκτονική που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μέσα από τη μετεξέλιξη αυτού του πλέγματος οικονομικών σχέσεων, που ονομάζουν πολλοί «οικονομική παγκοσμιοποίηση». Μια αρχιτεκτονική που δημιουργεί όρους κατίσχυσης της βούλησης πολλές φορές διεθνών και εξωθεσμικών κέντρων έναντι της εκφρασμένης δημοκρατικής βούλησης του λαού.
Γιατί στη νέα φάση στην οποία έχουμε μπει, η παγκόσμια οικονομία, αλλά και το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης στο οποίο συμμετέχουμε, η βούληση των λαών, για να το πω γενικά και όχι μόνο στη χώρα μας, γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να επηρεάσει τις ασκούμενες πολιτικές.

Βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου ο κοινοβουλευτισμός, αλλά και η δημοκρατική αρχή γενικότερα δέχεται διαρκώς πιέσεις και από πολλαπλά κέντρα, από τις αγορές χρήματος, από τις εντολές και τις παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών, από δεκάδες ανεξάρτητες αρχές, από διεθνείς οργανισμούς και όργανα που συνήθως αγνοούν, επιδεικτικά στην περίπτωση της Ελλάδας τα προηγούμενα χρόνια, τη λαϊκή ετυμηγορία για να επιβάλουν πολιτικές προκατασκευασμένες σε συνθήκες εργαστηρίου.

Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που το Κοινοβούλιο σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται να ενισχυθεί παράλληλα με την ενίσχυση της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, ώστε και οι δύο αυτοί θεσμοί να μπορούν να αντιπαρέλθουν αποτελεσματικά σε πιέσεις που ενίοτε φτάνουν και τα όρια του ωμού εκβιασμού.

Σε αυτό, λοιπόν, αποσκοπούν οι ρυθμίσεις που θέλουν να εγγυηθούν έναν ομαλό πολιτικό κύκλο, έναν πολιτικό κύκλο τετραετίας και από την άλλη μεριά να εξισορροπήσουν αυτήν τη νέα συνθήκη όχι μέσω θεσμικών αντίβαρων, όπως πιθανώς θέλει η φιλελεύθερη σκέψη, αλλά μέσω ενός μηχανισμού εσωτερικού στον κοινοβουλευτισμό, που δεν είναι άλλως από το αναλογικό εκλογικό σύστημα, αυτό το οποίο αποκαλέσατε ολέθρια πρόταση.

Και βεβαίως, η πρότασή μας δεν μιλάει για συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα, μιλάει για ένα μοντέλο με την πιθανότητα να υπάρχει μια απόκλιση από την απλή απλή αναλογική, αλλά ένα μοντέλο αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου. Όμως, αυτή την πρόταση δεν πρέπει να την δει κανείς ξεκομμένη, αλλά ως ένα πλέγμα προτάσεων που δημιουργεί έναν –επαναλαμβάνω- εσωτερικό μηχανισμό στον κοινοβουλευτισμό.

Ποιο είναι αυτό το πλέγμα των προτάσεων; Είναι η πρόταση για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής. Είναι η πρόταση για την εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας, δηλαδή όποιος καταθέτει πρόταση δυσπιστίας να μπορεί να ρίξει την Κυβέρνηση, αν ταυτόχρονα μπορεί να επιτύχει την πλειοψηφία σε έναν νέο πρωθυπουργό, όπως συμβαίνει σήμερα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στην Ισπανία και τη Γερμανία. Είναι υποχρέωση ο Πρωθυπουργός να είναι υποχρεωτικά εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου και τέλος, η κατοχύρωση –επαναλαμβάνω- του αναλογικού εκλογικού συστήματος, όλο αυτό λειτουργεί ως ένα σύνολο, ως αλληλοσυμπληρούμενες ρήτρες που λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση.

Ποια είναι αυτή η κατεύθυνση; Είναι η ενίσχυση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και η προστασία των δημοκρατικών θεσμών από εξωγενείς παρεμβάσεις. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, μιας τέτοιας μεταρρύθμισης συνταγματικής, όπως αυτής που εμείς προτείνουμε, είναι ξεκάθαρο σε όλους, μια ισχυρή κυβέρνηση, ένας εγγυημένος τετραετής πολιτικός κύκλος, αλλά την ίδια στιγμή και ένα κοινοβούλιο που δεν θα είναι διακοσμητικό, αλλά θα μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά την κυβερνητική πολιτική μέσω της καθιέρωσης και του αναλογικού εκλογικού συστήματος, δηλαδή ένα σύστημα θεσμών που θα λειτουργεί ως μηχανισμός εξισορρόπησης και ελέγχου πιθανών κυβερνητικών αυθαιρεσιών.
Έρχομαι τώρα σε ένα από τα κρίσιμα θέματα συζήτησης κατά τη διάρκεια του διαλόγου, και του δημόσιου διαλόγου αλλά και του διαλόγου στην Επιτροπή και στην Ολομέλεια της Βουλής, που αφορά τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Επιτρέψτε μου εδώ ένα σχόλιο ειδικά σε ό,τι αφορά το θέμα αυτό. Το κεντρικό ερώτημα της συζήτησης ήταν αν πρέπει τελικά ως ύστατο καταφύγιο να προσφεύγουμε στη λαϊκή ετυμηγορία ή θα πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται από το Κοινοβούλιο ακόμα και με απλή πλειοψηφία των εκατόν πενήντα ένα Βουλευτών, όπως είναι η πρόταση που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία.

Η αλήθεια είναι ότι το σημερινό Σύνταγμα προβλέπει την τελευταία δυνατότητα με την προσθήκη, όμως, μιας διόλου ασήμαντης λεπτομέρειας, ότι η απλή πλειοψηφία των εκατόν πενήντα ένα Βουλευτών αρκεί μόνο εφόσον δεν έχουν τελεσφορήσει τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία διακοσίων, διακοσίων και εκατόν ογδόντα ψήφων. Στη συνέχεια έχει διαλυθεί η Βουλή, έχουμε προσφύγει σε εκλογές και έχει εκλεγεί η νέα Βουλή. Άρα, το προβλέπει μόνο αν έχουμε μεσολάβηση εκλογών, δηλαδή λαϊκής ετυμηγορίας, ενώ στη συνέχεια και πάλι επιχειρείται να συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία κατά την πρώτη ψηφοφορία πάνω από εκατόν ογδόντα ψήφους και αν εκεί δεν βρεθεί αυτός ο αριθμός, πάμε στην απλή πλειοψηφία.

Η διάλυση, λοιπόν, της Βουλής και η μεσολάβηση εκλογών δεν είναι μια τυχαία λεπτομέρεια στο ισχύον σήμερα Σύνταγμα, είναι ο τρόπος που επιλέγει ο συνταγματικός νομοθέτης –επιτρέψτε μου την έκφραση, είναι ολίγον αδόκιμη- προκειμένου να εκβιάσει τη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακριβώς επειδή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο επικεφαλής της Ελληνικής Δημοκρατίας, είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος, είναι το πρόσωπο πάνω στο οποίο πρέπει να εκφράζεται η ενότητα του έθνους.

Εμείς, λοιπόν, εδώ -και αυτό είναι ένα σημείο σύμπτωσης κατά τη συζήτηση που διεξήχθη- επιθυμούμε -και ορθώς- να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που γεννάται εις ό,τι αφορά τη διατάραξη του ομαλού κυβερνητικού κύκλου της τετραετίας, οπότε προκρίνουμε την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από πιθανή διάλυση της Βουλής.

Με τι πρέπει αυτό να το αντικαταστήσουμε, ώστε να μην υποπέσουμε στο παράπτωμα, ας το πω έτσι, να θέλουμε να επιλύσουμε μια παθογένεια και να δημιουργούμε περισσότερες, δηλαδή να υποβαθμίζουμε τον ίδιο τον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας; Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν άλλον μηχανισμό –ας μου επιτραπεί και πάλι η έκφραση- εκβιασμού της συναίνεσης και αυτό επιχειρεί η δική μας η πρόταση με τις διαδοχικές ψηφοφορίες και τελικά μόνο αν αυτές δεν ευδοκιμήσουν σε μια διάρκεια έξι μηνών, να οδηγούμαστε στην απευθείας εκλογή από τον λαό ως ύστατη καταφυγή –επαναλαμβάνω- εφόσον δεν επιτευχθεί η συναίνεση.

Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι λένε ότι αυτό είναι μια διολίσθηση του πολιτικού μας συστήματος στην προεδρική ή ημιπροεδρική μορφή. Θεωρώ ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι παντελώς αβάσιμος και γιατί το θεωρώ; Διότι ένα πολιτικό σύστημα, ένα πολίτευμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως προεδρικό ή ημιπροεδρικό όχι με βάση τον τρόπο εκλογής, αλλά με βάση τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και η πρότασή μας για την συνταγματική αναθεώρηση δεν προβλέπει καμία αλλαγή στις αρμοδιότητες.

Έρχομαι τώρα στην πρόταση που καταθέτει η Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία καταθέτει την πρόταση για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς μεσολάβηση εκλογών, απευθείας με εκατόν πενήντα έναν Βουλευτές. Είναι μια πρόταση, κατά την άποψή μου, που νοθεύει τον μηχανισμό επίτευξης συναίνεσης που πρέπει να επιτάσσει το Σύνταγμα στον βαθμό που στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας –επαναλαμβάνω- θέλουμε τον εκφραστή της ενότητας του έθνους και τον ρυθμιστή του πολιτεύματος. Και θα καταλήξουμε στο τέλος -διότι κοιτάξτε εδώ, όταν συζητάμε για το Σύνταγμα, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όχι μύχιες επιθυμίες ή τον παρόντα πολιτικό χρόνο, αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι εδώ ερχόμαστε να ρυθμίσουμε τους κανόνες λειτουργίας του πολιτικού συστήματος που θα διαρκούν ενδεχομένως για δεκαετίες- με αυτή την εκδοχή στο να έχουμε Πρόεδρο της Δημοκρατίας διορισμένο τοποτηρητή της εκάστοτε συγκυριακής απλής πλειοψηφίας της Βουλής, αυτής που θα τυγχάνει να υπάρχει την περίοδο όπου θα λήγει η θητεία του προηγούμενου Προέδρου και θα έρχεται η διαδικασία της εκλογής.

Επιτρέψτε μου την παρατήρηση, την έκφραση, αυτή είναι μια θεσμικά προβληματική πρόταση, είναι μια πρόταση που αλλοιώνει και υποβαθμίζει το κύρος και τον ρόλο του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν πρέπει να είναι τοποτηρητής της εκάστοτε απλής πλειοψηφίας ή της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Βεβαίως, άκουσα και το σχόλιο, την επιχειρηματολογία της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με την καταψήφιση του άρθρου 30. Θεωρώ ότι υπάρχει ακόμα χρόνος να μην υποπέσουμε σ’ αυτήν την παγίδα. Το άρθρο 30, βεβαίως, τι λέει; Λέει ότι ο Πρόεδρος Δημοκρατίας εκλέγεται από τη Βουλή και επειδή αυτό το άρθρο δεν είναι αναθεωρητέο, λέει η Νέα Δημοκρατία ότι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να θεωρήσουμε τετελεσμένο ότι θα αποφεύγεται η προσφυγή στον λαό.

Το αντεπιχείρημα εδώ είναι ότι ο γενικός κανόνας που θέτει το άρθρο 30 δεν παραβιάζεται. Αρμόδιο όργανο για την εκλογή εξακολουθεί να είναι η Βουλή, ενώ η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, επαναλαμβάνω, λειτουργεί ως ύστατο καταφύγιο, δηλαδή ως εξαίρεση στον γενικό κανόνα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι επιζήμια θεσμικά η πρόταση να εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία, χωρίς μεσολάβηση εκλογικής διαδικασίας.

Τώρα, όμως, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να μπω και λίγο στην ουσία της εκτίμησής μου, κύριε Μητσοτάκη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για τον λόγο που η Νέα Δημοκρατία καταθέτει την πρότασή της στο τέλος της διαδικασίας της συζήτησης. Σας θυμίζω ότι όταν πρωτοσυζητήθηκε εδώ στη Βουλή η Αναθεώρηση, δεν είχε άποψη στο θέμα αυτό και είπε «θα την ψάξουμε και θα τη βρούμε στο μέλλον» και κάναμε και λογοπαίγνια τότε.

Ο λόγος, λοιπόν -έχω την πεποίθηση και θα το πω ανοικτά- γι’ αυτές τις ερμηνείες, τις ψευδοερμηνείες, κατά τη γνώμη μου, τις νομικές και συνταγματικές, δεν είναι το άγχος για τη διατήρηση του συνταγματικού νομικού συστήματος, αλλά είναι άλλο το άγχος και θεωρώ ότι είναι απόλυτα ιδιοτελείς και καιροσκοπικές οι προθέσεις και οι θέσεις. Θεωρώ ότι αυτή η θέση πηγάζει από τον μύχιο πόθο, αν τυχόν κερδίσει τις επόμενες εκλογές, να μπορεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας με εκατόν πενήντα έναν Βουλευτές.

Δεν θα τις κερδίσετε. Προσέξτε, όμως, επαναλαμβάνω, όταν συζητάμε για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, οφείλουμε να συζητάμε με θεσμική ευθύνη και θεωρώ ότι αν αυτός είναι ο λόγος που οδηγείστε σ’ αυτήν τη θέση και στάση, πρόκειται για την αποθέωση του πολιτικού καιροσκοπισμού και την αποθέωση της εργαλειοποίησης -αυτό που μας κατηγορείτε εμάς- της διαδικασίας της Συνταγματικής Μεταρρύθμισης.

Αυτό, όμως, είναι ενδεικτικό του τρόπου σκέψης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ενδεικτικό, αν θέλετε, και της διαφορετικής προσέγγισης που έχουμε. Και δεν μιλάω για διαφορετικές απόψεις και ιδέες –είναι θεμιτό- αλλά της διαφορετικής προσέγγισης που έχουμε απέναντι στους θεσμούς.

Εμείς είχαμε την ευκαιρία τον Φλεβάρη του 2015 να προτείνουμε ένα κομματικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μάλιστα, στη δεύτερη εκλογή, αν δεν έπαιρνε και εκατόν ογδόντα, να τον βγάζαμε μόνο με τις δικές μας ψήφους. Είχαμε εκατόν σαράντα εννιά Βουλευτές τότε. Δεν το πράξαμε. Επιλέξαμε να εκλεγεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πάνω από διακόσιες ψήφους, όπως και έγινε. Εσείς ακόμα και σ’ αυτό το θέμα σκέπτεστε με όρους πολιτικής εκδίκησης και μάλιστα δεν το κρύβετε.

Ξέρετε κάτι; Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος, μεταξύ πολλών άλλων, για τον οποίο ο ελληνικός λαός θα σας καταψηφίσει στην επόμενη κάλπη, την εθνική κάλπη, που θα είναι και κάλπη που θα κρίνει το αποτέλεσμα της συνταγματικής μεταρρυθμιστικής διαδικασίας, που σήμερα κλείνουμε τον πρώτο κύκλο της. Να μη σας δώσει, δηλαδή, μεταξύ άλλων, και τη δυνατότητα να ακυρώσετε μια κορυφαία, μια προοδευτική θεσμική τομή που επιχειρούμε και να μην οδηγήσετε και σ’ αυτή την πρωτοφανή θεσμική αλλοίωση και υποβάθμιση του κύρους και του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Προσέξτε, όμως, μιας και μιλάμε για εργαλειοποίηση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Προσέξτε κάτι, όμως, γιατί νομίζω ότι αυτό είναι πολύ κρίσιμο και σημαντικό. Η Νέα Δημοκρατία φρόντισε λίγο πριν ή και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συζήτησης στην Ολομέλεια και της πρώτης ψηφοφορίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση να διαδώσει την ψεύτικη είδηση –έχουμε συνηθίσει σε fake news, δεν είναι η πρώτη φορά- ότι τάχα μου ο ΣΥΡΙΖΑ σκοπεύει να τραβήξει μια μεγάλη μερίδα Βουλευτών του, ώστε να μην ψηφίσουν το άρθρο 32, γιατί θεωρεί δεδομένο ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν θα έχει πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή και επειδή θέλει δήθεν ο ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει συνθήκες δεξιάς παρένθεσης, αυτά τα οποία οργάνωνε ο άμοιρος ο κ. Σαμαράς, αλλά η παρένθεση ξεχείλωσε λίγο, του βγήκε στην πενταετία.

Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που διέδιδε αυτές τις ψεύτικες ειδήσεις -γιατί προφανώς εμείς με τους θεσμούς δεν παίζουμε- την ίδια στιγμή οι ίδιοι με διαδικασίες μυστικές και περιφρουρημένες είχαν φροντίσει να διαδίδουν στον ελληνικό λαό και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο ότι θα ψηφίσουν το άρθρο 86, δηλαδή την αναθεώρηση του επαίσχυντου νόμου «Περί ευθύνης Υπουργών», αλλά με τρόπο μυστικό, κρυφίως, φρόντισαν την εισαγωγή της ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 86 να μην την ψηφίσουν, να αποσύρουν αυτοί τους Βουλευτές τους.

Και τι λέει η εισαγωγή της ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 86; Πήρε εκατόν εβδομήντα εννιά ψήφους. Ξαναλέω, εκατόν εβδομήντα εννιά κι όχι τυχαία.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι εφόσον είναι ερμηνευτική δήλωση, γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι έχει και αναδρομική ισχύ.

Τι λέει η ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 86; Λέει ότι το πεδίο ισχύος του άρθρου, δηλαδή η αποσβεστική προθεσμία, αναφέρεται αποκλειστικά στα αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση και όχι επ’ ευκαιρία της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων. Ποια είναι αυτή η διαφορά; Η διαφορά είναι, για να το πω πάρα πολύ απλά, ότι εφόσον είχε πάρει εκατόν ογδόντα στην προηγούμενη ψηφοφορία και έπαιρνε και σήμερα εκατόν ογδόντα –θέλει και στις δύο- θα αρκούσε μια απλή πλειοψηφία στην ερχόμενη Βουλή, ώστε να εισαχθεί αυτή η ερμηνευτική δήλωση, έχοντας, επαναλαμβάνω, αναδρομική ισχύ και άρα η δωροδοκία, το οποίο δεν είναι αδίκημα που τελείται κατά την άσκηση, να μην εμπίπτει στην άθλια αυτή αποσβεστική προθεσμία, να μη θεωρείται δηλαδή παραγεγραμμένο, μόλις περάσει λίγος χρόνος και γίνουν δυο απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις.
Γιατί, λοιπόν, το έκανε αυτό η Νέα Δημοκρατία; Ένα ερώτημα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το οποίο πρέπει να απαντηθεί. Δεν ξέρω αν σας καθοδήγησε σ’ αυτήν τη στάση και θέση ο Αντιπρόεδρός σας, ο κ. Γεωργιάδης, που εδώ και μέρες βγαίνει στα τηλεοπτικά παράθυρα, δεξιά και αριστερά και δεν λέει «είμαι αθώος για όσα με κατηγορούν» –πιθανόν να είναι αθώος ο άνθρωπος- αλλά λέει ότι «ακόμα κι αν έχω δίωξη, έχει παραγραφεί». Κι έρχεστε τώρα εσείς τον πυρήνα, την καρδιά της αλλαγής που θέλουμε να κάνουμε στο άρθρο 86, στον νόμο «Περί ευθύνης Υπουργών» -και η καρδιά δεν είναι για το από εδώ και στο εξής, είναι και για το τι έχει γίνει μέχρι σήμερα και είναι αυτή η ερμηνευτική δήλωση που ξεκαθαρίζει ότι τα αδικήματα της δωροδοκίας δεν θα μπαίνουν σ’ αυτή την αποσβεστική προθεσμία- τεχνηέντως και με μυστικό τρόπο να μην το ψηφίσετε, ώστε να πάρει εκατόν εβδομήντα εννιά ψήφους.

Εμείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοί, ό,τι λέμε, το λέμε καθαρά. Το λέμε καθαρά και ξάστερα. Δεν αντιμετωπίζουμε τη συνταγματική μεταρρύθμιση με βάση μικροπολιτικές σκοπιμότητες, πόσω δε μάλλον δεν αντιμετωπίζουμε τη συνταγματική μεταρρύθμιση με βάση τα ανοιχτά θέματα που μπορεί να έχουν στελέχη μας με τη Δικαιοσύνη, γιατί δεν έχουν ανοιχτά θέματα με τη Δικαιοσύνη.

Εσείς, δυστυχώς, αντιμετωπίζετε μια μείζονα θεσμική τομή για το μέλλον του τόπου με πολιτικές σκοπιμότητες και με καιροσκοπισμό.

Την ίδια στιγμή που κατηγορούσατε εμάς ότι θα αποσυρθούμε τάχα από το άρθρο 32, αποσύρατε με μυστικό τρόπο τους Βουλευτές σας από το άρθρο 86, την ερμηνευτική δήλωση.

Τις απαντήσεις θα τις δώσετε αργότερα. Δεν είναι σε μένα οι απαντήσεις. Είναι απέναντι στον ελληνικό λαό. Εκεί χρωστάτε απαντήσεις. Και απέναντι και στον ίδιο τον κόσμο που σας στηρίζει χρωστάτε απαντήσεις, διότι νομίζω ότι τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολύ κρίσιμα.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η πρότασή μας για τη νέα αρχιτεκτονική του πολιτεύματος νομίζω ότι διαμορφώνεται και αποκρυσταλλώνεται και από τις υπόλοιπες προτάσεις που έχουμε καταθέσει: Την κατοχύρωση του λαϊκού δημοψηφίσματος, τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, αλλά και το υποχρεωτικό δημοψήφισμα σε περίπτωση διεθνούς σύμβασης που παραχωρεί κυριαρχικές αρμοδιότητες της χώρας σε διεθνή οργανισμό. Ενισχύουμε τη λαϊκή συμμετοχή και ικανοποιούμε έτσι ένα πάγιο λαϊκό αίτημα που ήρθε στην επιφάνεια, ιδιαίτερα την περίοδο των μνημονίων.

Ξέρουμε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θα συμφωνήσει. Δεν συνάδει η εμπιστοσύνη στον λαό με την αριστοκρατική αντίληψη που έχει η Νέα Δημοκρατία για την πολιτική. Είμαστε, όμως, βέβαιοι ότι η επόμενη Βουλή θα δώσει την έγκρισή της σε αυτήν την αναγκαία συνταγματική παρέμβαση.

Με την κατάργηση, επίσης, της διάταξης για την ευθύνη των Υπουργών -τοποθετήθηκα-, μας δυσκολεύετε, πράγματι, διότι παρά το ότι θα κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές, είναι αμφίρροπο αν θα έχουμε εκατόν ογδόντα Βουλευτές. Πιστεύω, όμως, ότι με την στήριξη και άλλων πτερύγων της Βουλής, θα μπορέσουμε έστω με εκατόν ογδόντα να το πετύχουμε και αυτό.

Με τη θεσμοθέτηση των θητειών των Βουλευτών, τον περιορισμό της ασυλίας τους αποκλειστικά σε αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους επιχειρούμε να δημιουργήσουμε τους όρους για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, να καταπολεμήσουμε δηλαδή στον πυρήνα φαινόμενα όπως το πελατειακό κράτος και την οικογενειοκρατία και να διαμορφώσουμε το έδαφος για την αναγέννηση της πραγματικής πολιτικής.

Τέλος, με την πρότασή μας για την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους και την υποχρεωτικότητα του πολιτικού όρκου κάνουμε ένα ώριμο και αναγκαίο βήμα για τον εξορθολογισμό των σχέσεων του Κράτους με την Εκκλησία, ένα βήμα στο οποίο οι φωτισμένες δυνάμεις της Εκκλησίας δεν αντιτίθενται. Αντιθέτως, το αναγνωρίζουν ως αναγκαίο να γίνει, ως αναγκαίο να καταστήσουμε σαφές τι ανήκει στον Θεό και τη συνείδηση και τι αφορά τη δημόσια σφαίρα και τη λειτουργία του Κράτους.
Ο κ. Βρούτσης βρίσκεται σε άλλη αίθουσα ή σε κάποιο τηλεοπτικό πάνελ, μάλλον. Δεν έχει καταλάβει τι είπα πριν.

Είπα ότι ενώ εμείς ψηφίζουμε το άρθρο 32 και δεν παίζουμε παιχνίδια με το Σύνταγμα, εσείς φροντίσατε να πάρει εκατόν εβδομήντα εννέα ψήφους μόνο η διάταξη που αφορά το άρθρο 86, η κρίσιμη, που θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ. Δεν το ακούσατε. Να το επαναλάβω; Πόσες φορές να το πω; Εμείς δεν παίζουμε παιχνίδια με το Σύνταγμα. Εσείς παίζετε μικροπολιτικά παιχνίδια και εργαλειοποιείτε μια κορυφαία θεσμική διαδικασία.

Για το άρθρο 3, όμως, που είναι ένα στοιχειώδες και απαραίτητο βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού, εγώ δεν έρχομαι να αντιπαρατεθώ με Βουλευτές και Βουλεύτριες που θεωρούν ότι είναι ένα κρίσιμο θέμα συνείδησης.
Έρχομαι, όμως να πω το εξής: Εσείς, κύριε Μητσοτάκη, θεωρείστε φιλελεύθερος και έχετε αυτήν την άποψη και θέση; Αυτό το αναγκαίο βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού -στοιχειώδες θα έλεγα-, μια παρέμβαση που ολοκληρώνει την έκταση και την ισχύ των ατομικών δικαιωμάτων, της σχετικής με την ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, της θρησκευτικής πίστης και της θρησκευτικής λατρείας, κάτι το αυτονόητο δηλαδή για ένα κράτος κοσμικό και για ένα Σύνταγμα φιλελεύθερο, όπως το δικό μας και επηρεασμένο από τα νάματα του Διαφωτισμού, εσείς ως φιλελεύθερος έρχεστε να το καταψηφίσετε και να μας βγάζετε και κηρύγματα;

Αυτή η στάση, στο άρθρο 3 ιδιαίτερα, της Νέας Δημοκρατίας, του κ. Μητσοτάκη -γιατί, εντάξει, μιας και κάνατε και εσείς λογοπαίγνιο για την Προοδευτική Συμμαχία, να σας πω ότι και εσείς τώρα έχετε πολλά κόμματα μέσα στο κόμμα σας, έχετε την Πολιτική Άνοιξη, έχετε τον Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό και δεν ξέρω πώς μπορείτε όλα αυτά να τα διαχειριστείτε-, αυτή η θέση και στάση αποτελεί την αποφιλελευθεροποίηση του νεοφιλελευθερισμού, την αποφιλελευθεροποίηση μιας ακραίας νεοφιλελεύθερης στάσης και θέσης, την οποία εκπροσωπείτε. Δηλαδή, ακραία φιλελεύθερος στα ζητήματα της οικονομίας, αλλά βαθιά συντηρητικός στα ζητήματα των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτή είναι η δική σας θέση και στάση. Αυτή είναι η Νέα Δημοκρατία της οποίας ηγείστε.

Κλείνω, λοιπόν, την παρέμβασή μου λέγοντας ότι τα σημεία στα οποία γίνονται απόλυτα σαφείς οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές, τα ανταγωνιστικά κοινωνικά και οικονομικά σχέδια ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία είναι αυτά που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα, την προστασία των κοινών αγαθών, τον δημόσιο έλεγχο των κοινών αγαθών. Η πρότασή μας πιστεύω ότι είναι εμβληματική ως προς αυτό, διότι έρχεται να αντιστρέψει μια διεθνή τάση χαλάρωσης κοινωνικής προστασίας, η οποία δεν είναι καθόλου συμβολική, αλλά αντιθέτως έχει άμεσες και σημαντικές κανονιστικές συνέπειες.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι με βάση τη διαφορετική μας θέση και στάση, η Νέα Δημοκρατία είναι λογικό να προσπαθεί να υποβαθμίσει είτε να αντιπαρατεθεί ανοιχτά σε αυτό το μεγάλο εγχείρημα.

Είναι λογικό να αντιπαρατίθεται στη συνταγματική κατοχύρωση της δωρεάν και καθολικής πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και για τους ανασφάλιστους πολίτες επίσης, διότι οραματίζεται μια υγεία ως πεδίο κερδοφορίας μεγάλων ιδιωτικών ομίλων.

Είναι λογικό να αντιπαρατίθεται στην ενίσχυση της συνταγματικής προστασίας του συλλογικών διαπραγματεύσεων, διότι θέλει να επανεκκινήσει τη διαδικασία απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και να επιβάλει εκ νέου τη συνθήκη της εργασιακής ζούγκλας.

Είναι λογικό να μην επιθυμεί την κατοχύρωση του δημόσιου ελέγχου στις υποδομές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, διότι επιδιώκει την παραχώρησή του σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αγνοώντας τη διεθνή εμπειρία από εγχειρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιωτικοποιήσεις σε δίκτυα νερού ιδίως, που οδήγησαν στην απαξίωση των δικτύων, όσο όμως και τη σύγχρονη τάση να επιστρέφουν τα δίκτυα σε δημόσιο έλεγχο ακόμα και σε χώρες πρωτοπόρους, σε νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις.

Είναι δεδομένο, λοιπόν, ότι η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, παρότι ενίοτε γίνεται εξαιρετικά τεχνική, μας οδηγεί και στην αποκρυστάλλωση σημαντικών ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων.

Εμείς επιδιώκουμε η συζήτηση αυτή να μην μείνει στο πλαίσιο μιας τεχνικής ανταλλαγής απόψεων, αλλά επιδιώκουμε να γίνει αντιπαράθεση και κτήμα του λαού, για να κατανοήσουν όλοι οι Έλληνες πολίτες ότι εδώ δεν έχουμε απλά τη σύγκρουση δύο πολιτικών δυνάμεων, αλλά έχουμε να κάνουμε και με τη σύγκρουση δύο διαφορετικών ιδεολογιών, δύο διαφορετικών κόσμων, αν θέλετε, δύο υπαρκτών τάσεων μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Από τη μια πλευρά είναι η τάση που επιδιώκει την ενίσχυση του αυταρχισμού, την απαξίωση των δημόσιων αγαθών, την υποταγή της πολιτικής σε τεχνοκράτες, την ανάθεση της διεύθυνσης των κοινωνιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες της εξουσίας, την τάση δηλαδή που σήμερα εκφράζει πολιτικά η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε την κοινωνική τάση, που επιδιώκει την ενίσχυση της Δημοκρατίας, την ενίσχυση της λαϊκής παρέμβασης, την ενίσχυση και την προστασία των κοινωνικών αγαθών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης στον κοινοβουλευτισμό και την άμεση εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα στη λήψη των αποφάσεων.

Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικά πολιτικά σχέδια. Αυτό, αν θέλετε –και κλείνω- θα είναι και το μεγάλο δίλημμα της εκλογικής αναμέτρησης, των εκλογικών αναμετρήσεων που έρχονται το επόμενο διάστημα. Στις 26 Μαΐου, οι κρίσιμες εκλογές για το μέλλον της Ευρώπης, αλλά και το φθινόπωρο οι κρίσιμες εκλογές για το μέλλον της Ελλάδας.

Ο ελληνικός λαός θα πάρει θέση, όπως πολλαπλώς πήρε θέση στα διλήμματα αυτά που του ετέθησαν από το 2012 και μετά: το 2012, όταν ανέτρεψε τη δικομματική συνθήκη στη χώρα μας που επικρατούσε για πάρα πολλά χρόνια, το 2014 και 2015 σε τρεις απανωτές αναμετρήσεις εθνικού χαρακτήρα, ευρωεκλογές και εθνικές εκλογές και στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού. Θα πάρει θέση, λοιπόν, στα κρίσιμα αυτά ζητήματα τους επόμενους μήνες και δεν θα επιτρέψει την παλινόρθωση αυτού που εμείς ονομάζουμε «παλιό πολιτικό κατεστημένο».

Ξέρετε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο ελληνικός λαός ήρθε ορμητικά στα πράγματα, με τη θέση και στάση που πήρε και στις κινητοποιήσεις ενάντια στις πολιτικές λιτότητας, αλλά και για περισσότερη Δημοκρατία, αλλά και με την ψήφο του στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015. Δεν ήρθε στο προσκήνιο ο ελληνικός λαός, κύριε Μητσοτάκη, για να αποχωρήσει ξανά σε μία τετραετία. Ο ελληνικός λαός και ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθαν για να μείνουν και θα μείνουν.

Θα μείνουμε, προκειμένου να υλοποιήσουμε τις μεγάλες τομές που έχει ανάγκη ο τόπος, όχι μόνο να ανορθώσουμε την οικονομία και την κοινωνία, αλλά και να προχωρήσουμε στις μεγάλες θεσμικές μεταρρυθμιστικές τομές.

Η συνταγματική Αναθεώρηση είναι μία τέτοια μεγάλη τομή και οι Έλληνες πολίτες θα ξέρουν το φθινόπωρο ότι ψηφίζουν και γι’ αυτό, ψηφίζουν και για να τελεσφορήσει αυτή η μεγάλη θεσμική τομή, που εσείς επιχειρείτε να ακυρώσετε, αλλά δεν θα το καταφέρετε.