ΣΥΡΙΖΑ Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επικοινωνία / Contact RSS Twitter Facebook YouTube flickr

01/04/2020

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την καταπολέμηση της πανδημίας και τη στήριξη εργασίας και οικονομίας - βίντεο

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την καταπολέμηση της πανδημίας και τη στήριξη εργασίας και οικονομίας - βίντεο



Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση
Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση


.

Ενημέρωση πολιτικών συντακτών από τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση - Εισαγωγικό Σημείωμα


Καλημέρα σε όλες και όλους,

Σας καλωσορίζω σε μία νέα πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ που έχει ως στόχο να συμβάλλουμε από τη δική μας πλευρά στη μεγάλη μάχη της ελληνικής κοινωνίας - μία μάχη στην οποία το κατεπείγον του ιατρικού μετώπου συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη πρόκληση της μετάβασης στην “επόμενη μέρα” της πανδημίας.

Σας θυμίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή έχει ταχθεί υπέρ των προτάσεων της επιστημονικής κοινότητας και υπήρξε το κόμμα εκείνο που με τον πιο εμφατικό τρόπο ζήτησε να τηρηθούν τα μέτρα περιορισμού της διασποράς του κορονοϊού. Σας θυμίζω επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πολύ νωρίς, εγκαίρως, πήρε την πρωτοβουλία ίδρυσης ενός Παρατηρητηρίου για την πανδημία, το οποίο με συστηματικό τρόπο καταγράφει τις προτεραιότητες που προκύπτουν στην καθημερινότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και τις οδυνηρές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία της χώρας. Υπενθυμίζω, τέλος, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε εκείνη η πολιτική δύναμη στη χώρα μας που υπερασπίστηκε και θωράκισε το δημόσιο σύστημα υγείας, τον κύριο πυλώνα της σημερινής μεγάλης μάχης, όταν στελέχη της τότε αντιπολίτευσης και σημερινής κυβέρνησης ζητούσαν ιδιωτικοποίηση των δημοσίων νοσοκομείων και απολύσεις γιατρών γιατί δήθεν “πλεονάζουν”.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή αυτής της μεγάλης, πρωτοφανούς και παγκόσμιας δοκιμασίας.

Το πρώτο, προφανώς, μέτωπο αφορά την ίδια την καταπολέμηση της επέκτασης της νόσου.

Και θα μου επιτρέψετε εδώ να εκφράσω ένα ολόψυχο ευχαριστώ στους ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές μας. Να εκφράσω επίσης την ευχή όλων μας, όσοι και όσες αυτή τη στιγμή νοσηλεύονται σε νοσοκομεία της χώρας λόγω της νόσου να είναι πολύ σύντομα πίσω σπίτι τους και στις οικογένειες τους. Και να εκφράσω και τα συλλυπητήρια μου στις οικογένειες εκείνων που έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο αυτές τις δύσκολες ώρες.

Είναι σαφές πλέον, σε παγκόσμια κλίμακα, ότι πρώτη προτεραιότητα της Πολιτείας οφείλει να είναι η αποφασιστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή έχει καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για τη στήριξη του ΕΣΥ. Δυστυχώς η κυβέρνηση επιμένει να εξαντλεί τη ρητορική της στην ατομική ευθύνη των πολιτών. Αυτή είναι βεβαίως υπαρκτή, αλλά ούτε μπορεί ούτε πρέπει να επισκιάζει την ευθύνη της κυβέρνησης για άμεση ενίσχυση της δημόσιας Υγείας. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας άλλωστε έχουν συμμορφωθεί, με υποδειγματικό τρόπο θα έλεγα και με πολύ καλύτερο τρόπο απ ότι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης με τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα.

Βρισκόμαστε ήδη ενάμιση σχεδόν μήνα μέσα στην κρίση της πανδημίας και η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί ακόμα στην ευθύνη της συντεταγμένης Πολιτείας για άμεση θωράκιση της Δημόσιας Υγείας και ενίσχυση του ΕΣΥ.

 

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αν και αυτονόητες, προς το παρόν δεν έχουν υλοποιηθεί από την κυβέρνηση που έχει δείξει επικίνδυνη ολιγωρία, καταρχάς:

1. Στον πλήρη εξοπλισμό όλων των μονάδων του ΕΣΥ με όλα τα αναγκαία υλικά υγιεινής και ασφάλειας που είναι απαραίτητα για το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό.

2. Στην άμεση αύξηση των διαγνωστικών τεστ για όσο το δυνατόν περισσότερους ελέγχους. Όλες οι χώρες που έχουν αντιμετωπίσει τον κορονοϊό, το κατάφεραν μέσα από μαζικά τεστ, ενώ την ίδια ώρα στην Ελλάδα χιλιάδες συμπολίτες μας με συμπτώματα δεν έχουν πρόσβαση εάν δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

3. Στην άμεση πρόσληψη επιπλέον γιατρών και όχι σε απλές εκκλήσεις για ένταξη εθελοντών στο σύστημα υγείας.

4. Στην επαναπροκήρυξη των 4.000 θέσεων που είχε προκηρύξει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (3.000 νοσηλευτές και 1000 γιατροί) και ακυρώθηκαν από την κυβέρνηση της ΝΔ.

5. Στην επιτάχυνση της ανάληψης των καθηκόντων των 2.000 νοσηλευτών που, ενώ έχουν ανακοινωθεί, δεν έχουμε ακόμη τα στοιχεία για το που και πότε αναλαμβάνουν υπηρεσία.

6. Στην ενσωμάτωση, και αυτό είναι πολύ κρίσιμο, όλων των δημόσιων δομών υγείας, δηλαδή των Κέντρων Υγείας αστικού και αγροτικού τύπου, των περιφερειακών ιατρείων και των ΤΟΜΥ στο συνολικό σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

7. Στην αύξηση των κρεβατιών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Προς τούτο, είναι απαραίτητη η επίταξη από τώρα, μέσω επέκτασης της υποχρεωτικής σύμβασης του ΕΟΠΥΥ με τις ιδιωτικές ΜΕΘ, για όλες τις κλίνες ΜΕΘ των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, ώστε να προστεθούν στη δυναμικότητά του εθνικού συστήματος. Και φυσικά, η επίταξη λόγω της κρίσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μεταφράζεται σε διπλασιασμό της αποζημίωσης στις ιδιωτικές κλινικές.

8. Στην προμήθεια εξοπλισμού για το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας ώστε να διενεργεί και αυτό ελέγχους για τον κορονοϊό. Αν και μπορεί να διενεργεί πάνω από 1.000 διαγνωστικά τεστ την ημέρα, η κυβέρνηση και το Υπουργείο Υγείας παρά τις διαρκείς παραινέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει κάνει τίποτα. Αντίθετα, εξαντλεί τις πρωτοβουλίες του σε επιχορηγήσεις εκατομμυρίων ευρώ σε ιδιωτικές κλινικές για να κάνουν τεστ επί πληρωμή μόνο όσοι έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα.

Το δεύτερο μέτωπο είναι αυτό που αναδύεται με εμφατικό τρόπο από τη δίνη της μεγάλης περιπέτειας που βρισκόμαστε: αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη δοκιμασία της ελληνικής οικονομίας.

Αυτή τη στιγμή, εκατομμύρια συμπολίτες μας βρίσκονται ξανά - ύστερα από την παρατεταμένη οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας - αντιμέτωποι με την ανασφάλεια που προκύπτει από χιλιάδες απολύσεις, αναγκαστικά λουκέτα και τη βίαια διακοπή της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, βλέπουν την κυβέρνηση να επιδίδεται σε έναν διαγωνισμό προχειρότητας (σας θυμίζω το πρόσφατο αλαλούμ με την ενίσχυση των ελεύθερων επαγγελματιών), αναποτελεσματικότητας και πανηγυρικής αναγγελίας παρεμβάσεων που δεν επαρκούν ούτε να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες των πολιτών, αλλά ούτε και να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη για την πορεία της ελληνικής οικονομίας την επόμενη μέρα.

Ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε όλους και κυρίως πρώτα απ όλα στην κυβέρνηση: δεν είμαστε αντιμέτωποι με μια παροδική κρίση ούτε με μία μικρή ανατάραξη της οικονομίας. Είμαστε αντιμέτωποι με μια τεράστια, δομική πρόκληση.

Και για αυτό, πρέπει να δράσουμε τώρα, με τρόπο αποφασιστικό και τολμηρό.

Η μόνη δυνατότητα για να απορροφηθούν οι κραδασμοί στην οικονομία μετά την κρίση της πανδημίας του κορονοϊού, είναι να τονωθεί άμεσα η ρευστότητα σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.

Η κοινωνία χρειάζεται οριζόντια μέτρα έμπρακτης ενίσχυσης σήμερα, ώστε να μπορέσει να δώσει από καλύτερες θέσεις τις μάχες του αύριο.

Και οι δυνατότητες πλέον υπάρχουν.

Προκύπτουν από την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας, από το μαξιλάρι ασφαλείας που δημιούργησε η συλλογική προσπάθεια του λαού μας και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, από το διεθνές παράδειγμα των προγραμμάτων μεγάλης κλίμακας που υλοποιούνται σε μια σειρά από χώρες αυτή τη στιγμή που μιλάμε και έχουν ως στόχο την αξιοπρέπεια και την ευημερία των εργαζόμενων και της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Εάν λοιπόν η κυβέρνηση δεν αλλάξει άμεσα ρότα και δεν προχωρήσει σε ένα γενναίο πακέτο ενίσχυσης σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους τώρα, τότε θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για ό,τι θα ακολουθήσει στην οικονομία και την κοινωνία.

Στο έδαφος αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει 6 αυτονόητα μέτρα:

1. Να προχωρήσει η πλήρης καταβολή από το κράτος μισθών και δώρου Πάσχα στους εργαζόμενους, ώστε και η αγοραστική τους δύναμη να διατηρηθεί για την επομένη της κρίσης και οι επιχειρήσεις να ελαφρυνθούν εν μέσω πλήρους υποχώρησης της δραστηριότητάς τους. Χώρες της ΕΕ που επιδοτούν έως και το 100% των μισθών ιδιωτικών υπαλλήλων για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού, όπως η Σουηδία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία πράττουν το αυτονόητο, για να μη βρεθούν με στρατιές εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων και χιλιάδων νέων λουκέτων σε επιχειρήσεις. Δυστυχώς στην Ελλάδα η κυβέρνηση αντί να επιδοτεί την εργασία, επιδοτεί την ανεργία και την αναστολή συμβάσεων.

2. Να άρει την αναστολή των εργασιακών συμβάσεων, να νομοθετήσει πλήρη απαγόρευση απολύσεων και δυσμενούς μεταβολής της σχέσης εργασίας, με αναδρομική ισχύ από την έναρξη της κρίσης.

3. Να σταματήσει επιτέλους η κυβέρνηση να εμπαίζει του ελεύθερους επαγγελματίες και να προχωρήσει στην καταβολή μηνιαίου επιδόματος ίσο με το 1/12 της περσινής δήλωσης (με κατώτατο όριο τον βασικό μισθό) για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες.

4. Να σχεδιάσει επίσης ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγυήσεων για τις επιχειρήσεις και όχι το απολύτως ανεπαρκές πρόγραμμα του 1 δισ. ευρώ που ισοδυναμεί στο 0,5% του ΑΕΠ.

5. Να παρατείνει τώρα η κυβέρνηση την προστασία της πρώτης κατοικίας. Είναι αδιανόητο να λέμε “μένουμε σπίτι” –και ορθώς το λέμε βεβαίως– και την ίδια ώρα η κυβέρνηση να ετοιμάζεται να βγάλει στο σφυρί τα σπίτια δανειοληπτών και φυσικών προσώπων που χάνουν το εισόδημά τους λόγω ακριβώς αυτής της κρίσης.

6. Να προχωρήσει σε καταβολή επιδόματος στα χαμηλά εισοδήματα ώστε να μπορούν να καλύψουν τις έκτακτες ανάγκες τους λόγω αυτής της μεγάλης κρίσης.

Η κυβέρνηση δεν έχει πλέον καμία δικαιολογία να μην προχωρήσει σε αυτά τα μέτρα.

Η άρνηση της ΝΔ να στηρίξει ουσιαστικά εργαζόμενους, επιχειρήσεις και το σύνολο της οικονομίας με ένα πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας όπως κάνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, είναι καθαρά πλέον ζήτημα πολιτικής βούλησης.

Ολοκληρώνω εδώ την εισήγηση μου και θα δώσω τον λόγο στον τομεάρχη Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργό, Ανδρέα Ξανθό για να κάνει την εισήγησή του για τα ζητήματα της Υγείας.

 

Ακολουθούν αναλυτικά οι τοποθετήσεις του Αλέξη Χαρίτση και του Ανδρέα Ξανθού και οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις των πολιτικών συντακτών:

ΑΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καλησπέρα σε όλες και όλους. Σας καλωσορίζω σε μία νέα πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ που έχει ως στόχο να συμβάλλουμε και εμείς από τη δική μας πλευρά στη μεγάλη μάχη της ελληνικής κοινωνίας - μία μάχη στην οποία το κατεπείγον του ιατρικού μετώπου συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη πρόκληση της μετάβασης στην “επόμενη μέρα” της πανδημίας.

Σας θυμίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή έχει ταχθεί υπέρ των προτάσεων της επιστημονικής κοινότητας και ζήτησε να τηρηθούν τα μέτρα περιορισμού της διασποράς του κορονοϊού. Θυμίζω επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από πολύ νωρίς, εγκαίρως, πήρε την πρωτοβουλία ίδρυσης ενός Παρατηρητηρίου για την πανδημία, το οποίο με συστηματικό τρόπο καταγράφει τις προτεραιότητες που προκύπτουν στην καθημερινότητα του δημόσιου συστήματος υγείας και τις οδυνηρές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία της χώρας.

Υπενθυμίζω, τέλος, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε εκείνη η πολιτική δύναμη που όταν βρέθηκε στην κυβέρνηση υπερασπίστηκε και θωράκισε το δημόσιο σύστημα υγείας, τον κύριο πυλώνα της σημερινής μεγάλης μάχης, όταν στελέχη της τότε αντιπολίτευσης, της σημερινής κυβέρνησης ζητούσαν ιδιωτικοποίηση των δημοσίων νοσοκομείων και απολύσεις γιατρών γιατί δήθεν “πλεονάζουν”.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μία εξαιρετικά κρίσιμη καμπή αυτής της μεγάλης, πρωτοφανούς και παγκόσμιας δοκιμασίας. Το πρώτο, προφανώς, μέτωπο αφορά την ίδια την καταπολέμηση της επέκτασης της νόσου.  Και θα μου επιτρέψετε εδώ να εκφράσω ένα ολόψυχο ευχαριστώ στους ανθρώπους δίνουν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές μας. Να εκφράσω επίσης την ευχή όλων μας όσοι και όσες αυτή τη στιγμή νοσηλεύονται σε νοσοκομεία της χώρας λόγω της νόσου, να είναι πολύ σύντομα πίσω στα σπίτια τους και στις οικογένειές τους.

Και να εκφράσω και τα συλλυπητήρια μου στις οικογένειες εκείνων που έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο αυτές τις δύσκολες ώρες. 

Είναι σαφές πλέον, σε παγκόσμια κλίμακα, ότι πρώτη προτεραιότητα της Πολιτείας οφείλει να είναι η αποφασιστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ από την πρώτη στιγμή έχει καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για τη στήριξη του ΕΣΥ. Δυστυχώς η κυβέρνηση επιμένει να εξαντλεί τη ρητορική της στην ατομική ευθύνη των πολιτών. Αυτή είναι βεβαίως υπαρκτή, αλλά ούτε μπορεί, ούτε και πρέπει να επισκιάζει τις ευθύνες της κυβέρνησης για άμεση ενίσχυση της δημόσιας Υγείας. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμπολιτών μας άλλωστε έχουν συμμορφωθεί με υποδειγματικό τρόπο, θα έλεγα, και πολύ καλύτερα από ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, με αναγκαία περιοριστικά μέτρα.

Βρισκόμαστε όμως ήδη σχεδόν ενάμιση σχεδόν μήνα μέσα στην κρίση της πανδημίας και η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί ακόμα στην ευθύνη της συντεταγμένης Πολιτείας για τη θωράκιση της Δημόσιας Υγείας και την ενίσχυση του ΕΣΥ.

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αν και αυτονόητες, προς το παρόν δεν έχουν υλοποιηθεί από την κυβέρνηση που έχει δείξει επικίνδυνη ολιγωρία:

1. Στον πλήρη εξοπλισμό όλων των μονάδων του ΕΣΥ με τα αναγκαία υλικά υγιεινής και ασφάλειας που είναι απαραίτητα για την προστασία του ιατρικού και του νοσηλευτικού προσωπικού.

2. Στην άμεση αύξηση των διαγνωστικών τεστ για όσο το δυνατόν περισσότερους ελέγχους. Όλες οι χώρες που έχουν αντιμετωπίσει τον κορονοϊό, το κατάφεραν μέσα από μαζικά τεστ, ενώ την ίδια ώρα στην Ελλάδα χιλιάδες συμπολίτες μας με συμπτώματα δεν έχουν πρόσβαση εάν δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν.

3. Στην άμεση πρόσληψη επιπλέον γιατρών και νοσηλευτών και όχι σε απλές εκκλήσεις για ένταξη εθελοντών στο σύστημα υγείας.

4. Στην επαναπροκήρυξη των 4.000 θέσεων που είχε προκηρύξει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ (3.000 θέσεις νοσηλευτές και 1000 θέσεις γιατρών) τις οποίες ακύρωσε η κυβέρνηση της ΝΔ.
 
5. Στην επιτάχυνση της ανάληψης των καθηκόντων για τους 2.000 νοσηλευτών που, ενώ έχουν ανακοινωθεί, δεν έχουν ακόμη τα στοιχεία για το πού και πότε αναλαμβάνουν υπηρεσία.

6. Στην ενσωμάτωση – και αυτό είναι πολύ κρίσιμο - όλων των δημόσιων δομών υγείας, δηλαδή των Κέντρων Υγείας αστικού και αγροτικού τύπου, των περιφερειακών ιατρείων και των ΤΟΜΥ στο συνολικό σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας για την αντιμετώπιση της πανδημίας. 

7. Στην αύξηση των κρεβατιών στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Προς τούτο, είναι απαραίτητη η επίταξη από τώρα, μέσω επέκτασης της υποχρεωτικής σύμβασης του ΕΟΠΥΥ με τις ιδιωτικές ΜΕΘ, για όλες τις κλίνες ΜΕΘ των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, ώστε να προστεθούν στη δυναμικότητά του εθνικού συστήματος. Και φυσικά, η επίταξη αυτή λόγω της κρίσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μεταφράζεται σε διπλασιασμό της αποζημίωσης στις ιδιωτικές κλινικές.

8. Στην προμήθεια εξοπλισμού για το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας ώστε να διενεργεί και αυτό ελέγχους για τον κορονοϊό. Παρότι μπορεί να διενεργεί πάνω από 1.000 διαγνωστικά τεστ την ημέρα, το Υπουργείο Υγείας παρά τις διαρκείς παραινέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει κάνει τίποτα επ’ αυτού. Αντίθετα, εξαντλεί τις πρωτοβουλίες του σε επιχορηγήσεις εκατομμυρίων ευρώ σε ιδιωτικές κλινικές για να κάνουν τεστ επί πληρωμή μόνο όσοι έχουν την σχετική οικονομική δυνατότητα.

Το δεύτερο μέτωπο βεβαίως, πέρα από το υγειονομικό, που αναδύεται με εμφατικό τρόπο από τη δίνη της μεγάλης αυτής περιπέτειας στην οποία όλοι βρισκόμαστε: αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις από τη δοκιμασία της ελληνικής οικονομίας.

Αυτή τη στιγμή, εκατομμύρια συμπολίτες μας βρίσκονται ξανά - ύστερα από την παρατεταμένη οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας - αντιμέτωποι με την ανασφάλεια που προκύπτει από τις χιλιάδες απολύσεις, τα αναγκαστικά λουκέτα, τη βίαια διακοπή της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Και σαν να μην έφτανε δυστυχώς αυτό, βλέπουν την κυβέρνηση να επιδίδεται σε έναν διαγωνισμό προχειρότητας (θυμίζω εδώ το αλαλούμ που υπήρχε τις τελευταίες μέρες σε σχέση με την ενίσχυση των ελεύθερων επαγγελματιών), αναποτελεσματικότητας και πανηγυρικής αναγγελίας παρεμβάσεων, που δεν επαρκούν ούτε για να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες των πολιτών, αλλά ούτε εμπνέουν εμπιστοσύνη για την πορεία της ελληνικής οικονομίας την επόμενη μέρα.

Ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε όλους και βεβαίως πρώτα απ’ όλα στην κυβέρνηση. Δεν είμαστε αντιμέτωποι με μια παροδική κρίση ούτε με μία μικρή ανατάραξη της οικονομίας. Είμαστε αντιμέτωποι με μια τεράστια, δομική πρόκληση.

Και για αυτό πρέπει να δράσουμε τώρα, με τρόπο αποφασιστικό και τολμηρό. Η μόνη δυνατότητα για να απορροφηθούν οι κραδασμοί στην οικονομία μετά την κρίση της πανδημίας του κορονοϊού, είναι να τονωθεί άμεσα η ρευστότητα σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.

Η κοινωνία χρειάζεται οριζόντια μέτρα έμπρακτης ενίσχυσης σήμερα, ώστε να μπορέσει να δώσει από καλύτερες θέσεις τις μάχες του αύριο.

Και οι δυνατότητες πλέον υπάρχουν. Προκύπτουν από την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας, από το μαξιλάρι ασφαλείας που δημιούργησε η συλλογική προσπάθεια του λαού μας και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, από το διεθνές παράδειγμα των προγραμμάτων μεγάλης κλίμακας που υλοποιούνται σε μια σειρά από χώρες αυτή τη στιγμή που μιλάμε και έχουν ως στόχο την αξιοπρέπεια και την ευημερία των εργαζόμενων και της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Εάν λοιπόν η κυβέρνηση δεν αλλάξει άμεσα ρότα και δεν προχωρήσει σε ένα γενναίο πακέτο ενίσχυσης σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους τώρα, τότε θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για ό,τι θα ακολουθήσει στην οικονομία και την κοινωνία.

Στο έδαφος αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει έξι αυτονόητα μέτρα:

1. Να προχωρήσει η πλήρης καταβολή από το κράτος μισθών και δώρου Πάσχα στους εργαζόμενους, ώστε και η αγοραστική τους δύναμη να διατηρηθεί για την επομένη της κρίσης, αλλά και οι επιχειρήσεις να ελαφρυνθούν εν μέσω πλήρους υποχώρησης της δραστηριότητάς τους. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, μια σειρά χώρες της ΕΕ επιδοτούν έως και το 100% των μισθών ιδιωτικών υπαλλήλων για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού, όπως η Σουηδία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Χώρες οι οποίες πράττουν το αυτονόητο για να μη βρεθούν μπροστά στο φάσμα χιλιάδων νέων ανέργων και χιλιάδων νέων λουκέτων σε επιχειρήσεις. Δυστυχώς, στην Ελλάδα η κυβέρνηση αντί να επιδοτεί την εργασία, επιδοτεί την ανεργία και την αναστολή συμβάσεων.

2. Να αρθεί από την κυβέρνηση η αναστολή των εργασιακών συμβάσεων, να νομοθετήσει πλήρη απαγόρευση απολύσεων και δυσμενούς μεταβολής της σχέσης εργασίας, με αναδρομική ισχύ από την έναρξη της κρίσης.

3. Να σταματήσει επιτέλους η κυβέρνηση να εμπαίζει τους ελεύθερους επαγγελματίες και να προχωρήσει στην καταβολή μηνιαίου επιδόματος ίσο με το 1/12 της περσινής δήλωσης (με κατώτατο όριο τον βασικό μισθό) για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες.

4. Να σχεδιάσει ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγυήσεων για τις επιχειρήσεις και όχι βεβαίως το απολύτως ανεπαρκές πρόγραμμα του 1 δισεκατομμυρίου που ισοδυναμεί με 0,5% του ΑΕΠ.

5. Να παρατείνει τώρα την προστασία της πρώτης κατοικίας. Είναι αδιανόητο να λέμε στους πολίτες “μένουμε σπίτι” – και ορθώς το λέμε βεβαίως – αλλά την ίδια ώρα η κυβέρνηση να ετοιμάζεται να βγάλει στο σφυρί τα σπίτια δανειοληπτών και φυσικών προσώπων που χάνουν το εισόδημά τους λόγω ακριβώς αυτής της κρίσης.

6. Να προχωρήσει σε καταβολή επιδόματος στα χαμηλά εισοδήματα ώστε να μπορούν να καλύψουν τις έκτακτες ανάγκες που προκύπτουν λόγω αυτής της μεγάλης κρίσης.
Η κυβέρνηση δεν έχει πλέον καμία δικαιολογία για να μην προχωρήσει σε αυτά τα μέτρα. Η άρνησή της να στηρίξει ουσιαστικά εργαζόμενους, επιχειρήσεις και το σύνολο της οικονομίας με ένα πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας όπως κάνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, είναι καθαρά πλέον ζήτημα πολιτικής βούλησης.

Ολοκληρώνω εδώ την εισήγησή μου και θα δώσω τον λόγο στον Τομεάρχη Υγείας και πρώην υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ανδρέα Ξανθό για να κάνει την εισήγησή του για τα ζητήματα της υγείας.
Ανδρέα έχεις το λόγο.

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Ευχαριστώ πολύ. Θέλω να τονίσω κι εγώ την κρισιμότητα της συγκυρίας, της φάσης που βρίσκεται η χώρα μας και η κοινωνία για την αντιμετώπιση αυτής της πρωτόγνωρης απειλής. Μιας διασυνοριακής απειλής που δοκιμάζει οικονομίες, κοινωνίες, συστήματα υγείας, αντοχές των ανθρώπων, αξίες και αντιλήψεις.

Η μεγάλη εικόνα από το σύστημα υγείας είναι ότι είμαστε σε μια φάση ακόμα ελεγχόμενης εξάπλωσης της νόσου στον γενικό πληθυσμό. Υπάρχει μια σωστή – θεωρούμε – στρατηγική των μέτρων, η οποία έχει χαραχτεί από την αρχή και η πολιτεία άκουσε τις εκκλήσεις των ειδικών της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων των Λοιμωξιολόγων και των Επιδημιολόγων.

Αλλά υπάρχει πάρα πολύ δρόμος για την πλήρη ολοκληρωμένη και αποτελεσματική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας.

Εμείς, όπως είπε και ο Αλέξης Χαρίτσης, έχουμε συγκροτήσει έγκαιρα ένα Παρατηρητήριο της λειτουργίας και της κατάστασης και της ανταποκρισιμότητας του συστήματος υγείας σε αυτή τη μεγάλη δοκιμασία. Προσπαθούμε, με επικοινωνία που έχουμε ανθρώπους που είναι μάχιμοι, που είναι στην πρώτη γραμμή σε όλα τα νοσοκομεία και σε όλες τις περιφέρειες της χώρας και στις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, να αναδείξουμε ανεπάρκειες, κενά, ελλείψεις και με έναν θετικό τρόπο να ασκήσουμε τον αναγκαίο πολιτικό έλεγχο στην κυβέρνηση και να μετατρέψουμε σε πολιτικό αίτημα τις ανάγκες και την αγωνία των ανθρώπων του συστήματος υγείας.

Θεωρώ ότι η κυβέρνηση στον τομέα της υγείας - για τα υπόλοιπα αναφέρθηκε πολύ αναλυτικά ο κ. Χαρίτσης – δεν κάνει ούτε όσα μπορεί. Και νομίζω ότι υπάρχει εδώ ένα πολύ σημαντικό θέμα το οποίο φαίνεται ότι δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμα, όπως είναι τα ατομικά μέσα προστασίας των ανθρώπων της πρώτης γραμμής, των υγειονομικών ιατρών, των νοσηλευτών και του υπόλοιπου προσωπικού του ΕΣΥ. Παρά τις εξαγγελίες, παρά τις διαβεβαιώσεις, παρά το ότι έρχονται το τελευταίο διάστημα περισσότερες ποσότητες υγειονομικού υλικού, φαίνεται ότι αυτό δεν έχει φτάσει με πληρότητα και επάρκεια σε όλες τις δημόσιες δομές, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Νομίζω ότι αυτό είναι κρίσιμο ζήτημα. Πρέπει να προστατεύσουμε χωρίς καμία έκπτωση τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής για να μπορούν αυτοί στη συνέχεια να προστατεύσουν εμάς τους υπόλοιπους. Αυτό είναι το ένα θέμα που θεωρώ ότι υπάρχει μια καθυστερημένη ανταπόκριση και τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης δεν είναι επαρκή.

Το δεύτερο είναι το θέμα της πλήρους αξιοποίησης των δυνατοτήτων του δημόσιου συστήματος υγείας κυρίως για την ανάπτυξη των μονάδων εντατικής θεραπείας.
Γίνεται μια προσπάθεια. Θέλουμε να έχουμε μια εικόνα και ζητάμε καθημερινά από το Υπουργείο στην καθημερινή ενημέρωση που υπάρχει, εκτός από την ανακοίνωση του αριθμού των κρουσμάτων, των θανάτων και των διασηλωμένων, να υπάρχει αναλυτική εικόνα και μάλιστα ανά δημόσια δομή, ανά νοσοκομείο και ανά περιφέρεια, του αριθμού των γιατρών και των νοσηλευτών που προσλαμβάνονται, του αριθμού των επιπλέον κλινών, δημόσιων κλινών εντατικής που προστίθεται στο σύστημα υγείας. Νομίζουμε ότι και αυτό είναι σημαντικό για να ενισχυθεί και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και της κοινωνίας: ότι μπορεί το σύστημα υγείας να αντέξει σε μια ενδεχόμενη αιχμή και σε μια αυξημένη ζήτηση που μπορεί να προκύψει τις επόμενες μέρες.

Το θέμα των προσλήψεων είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ούτε έχει κάνει η κυβέρνηση όσα μπορεί. Υπάρχει καθυστερημένη ροή τοποθέτησης συμβασιούχων σήμερα στα νοσοκομεία και γι’ αυτό και ζητάμε να έχουμε ακριβή εικόνα. Γιατί έχουμε την αίσθηση ότι συχνά ανακοινώνονται αριθμοί οι οποίοι είναι στο στάδιο της έγκρισης και όχι της ανάληψης της υπηρεσίας. Νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό. Να έχουμε μια ακριβή εικόνα για να μπορούμε να παρακολουθούμε την πορεία του συστήματος υγείας.
Το θέμα επίσης των διαγνωστικών τεστ θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ κρίσιμο. Εκεί δεν υπήρξε εξαρχής ένας κεντρικός έλεγχος της διαθεσιμότητας των τεστ αυτών, είτε αυτά μπορούν να γίνουν στο δημόσιο, είτε στον ιδιωτικό τομέα. Και δεν υπήρξαν ενιαία κριτήρια και κλινικές ενδείξεις με βάση τις οποίες θα έχουν πρόσβαση σε αυτά τα διαγνωστικά τεστ οι άνθρωποι που πραγματικά τα χρειάζονται.

Δηλαδή οι άνθρωποι που νοσούν, που εισάγονται στα νοσοκομεία και νοσηλεύονται. Που έχουν ισχυρή ένδειξη για κορονοϊό και εννοείται και η ανάγκη ιχνηλάτισης του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, οι υγειονομικοί οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι και τίθενται καθημερινά στον ιό και βεβαίως άλλες κατηγορίες ευάλωτες πολιτών που διαβιούν σε συνθήκες συγχρωτισμού και πρέπει να τεθούν, σε περίπτωση που υπάρχουν συμπτώματα, σε καραντίνα.

Δεν υπήρξε λοιπόν εξ αρχής κεντρικός έλεγχος με αποτέλεσμα να υπάρξουν στρεβλώσεις, δηλαδή με άλλο τρόπο να συνταγογραφούνται και να ζητούνται τα τεστ από κωδικούς στο σύστημα και χωρίς κανένα έλεγχο να υπάρχει λειτουργία αυτής της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα.

Νομίζουμε ότι τώρα οφείλει το Υπουργείο να θέσει υπό τον έλεγχό του όλο το πεδίο αυτό, τον εργαστηριακό έλεγχο της πανδημίας, να βάλει κοινό πλαίσιο και κοινά κριτήρια, να ενισχύσει τη δυναμικότητα και την παραγωγικότητα των δημόσιων εργαστηρίων. Υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες ιδέες σε αυτό και η ιδέα του ΕΚΕΑ, η οποία θέτει και αρχίζει και υλοποιείται τώρα σιγά – σιγά. Υπάρχει πρόβλεψη στην χθεσινή ΠΝΠ έτσι ώστε να αυξηθούν τα διαθέσιμα τεστ από το δημόσιο σύστημα και υπάρχουν άλλα πανεπιστημιακά εργαστήρια και εργαστήρια ερευνητικών κέντρων τα οποία μπορούν να προσθέσουν διαγνωστικά τεστ και μάλιστα με in house τεχνικές. Δηλαδή αναπτύσσοντας εγχώρια τεχνογνωσία για την τεχνολογία και μη εξαρτώμενοι πάντα από τη διαθεσιμότητα των αντιδραστηρίων στη διεθνή αγορά, που υπάρχει σοβαρό πρόβλημα εκεί. Kαι σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι αυτό είναι μια υπόθεση που πρέπει να επιδιώκουμε τη διεύρυνση της δυνατότητας αυτής, αλλά προφανώς και την περιφρούρηση των διαθέσιμων τεστ για αυτούς που πραγματικά έχουν τις προϋποθέσεις τις γενικές, αλλά και τις επιδημιολογικές, για να ελεγχθούν.

Υπάρχουν πολλά θέματα για τα οποία η κυβέρνηση δεν έχει κάνει αυτό που πρέπει. Όπως είναι, για παράδειγμα, να ενσωματώσει έγκαιρα τις δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας στην αναχαίτιση της πανδημίας και να συμβάλει και το επιστημονικό προσωπικό της πρωτοβάθμιας φροντίδας, οι ειδικευμένοι γιατροί, οι υπόλοιποι επαγγελματίες υγείας με ένα καλά προετοιμασμένο τρόπο στο να υπάρξει ένα αποτελεσματικό φίλτρο στην προσέλευση των περιστατικών στα δημόσια νοσοκομεία. Θα πω λίγο πιο αναλυτικά παρακάτω γι’ αυτό.

Το θέμα της κατ’ οίκον φροντίδας είναι επίσης σημαντικό. Υπάρχει κόσμος ο οποίος σήμερα μένει στο σπίτι του, και σωστά μένει στο σπίτι, ο οποίος όμως είτε έχει πάρει οδηγίες από τον ΕΟΔΥ έχοντας μια ύποπτη συμπτωματολογία και δεν έχει επιβεβαιωθεί ως κρούσμα επίσημο με COVID-19, ο οποίος αυτός κόσμος χρειάζεται μια συστηματικότερη παρακολούθηση. Και νομίζουμε ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα μπορεί είτε με συστηματική τηλεφωνική επικοινωνία είτε διοργανώνοντας και κατ’ οίκον επισκέψεις, μπορεί να εποπτεύσει καλύτερα το κομμάτι αυτό το οποίο είναι εκτός νοσοκομείου.

Επίσης υπάρχει το κρίσιμο θέμα των ευάλωτων ομάδων. Υπάρχουν ομάδες και κατηγορίες πληθυσμού ειδικής ευαλωτότητας, όπως είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, όπου αυτοί είναι κρίσιμη προτεραιότητα, οι οποίοι ζούνε σε συνθήκες που δεν έχουν καμία σχέση φυσικά με τις οδηγίες «μένουμε στο σπίτι και προσέχουμε την ατομική μας υγιεινή». Καταλαβαίνετε ότι αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ΚΥΤ τα οποία έχουν χιλιάδες ανθρώπους σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης.

Νομίζω ότι αυτή είναι μια κρίσιμη προτεραιότητα. Πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια γρήγορης αποσυμφόρησης με ασφαλείς όρους και με μεταφορά σε αξιοπρεπείς συνθήκες αυτών των πληθυσμών, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων ομάδων.

Υπάρχουν οι άνθρωποι που είναι στις φυλακές, υπάρχουν οι άνθρωποι οι οποίοι φιλοξενούνται σε γηροκομεία, σε ψυχιατρικές κλινικές, σε ιδρύματα, οι άστεγοι, οι τοξικοεξαρτημένοι, οι άνθρωποι που είναι σε καταυλισμούς Ρομά. Υπάρχουν μεγάλες ομάδες πληθυσμού που νομίζω ότι χρειάζονται ειδική μέριμνα, που δεν την έχουμε δει μέχρι στιγμής, για να μην υπάρξει μια ανεξέλεγκτη διασπορά του ιού και έχουμε πραγματικά μια σοβαρή επιδημιολογική επίπτωση σε αυτό το πεδίο.

Και βεβαίως υπάρχουν και θέματα τα οποία η κυβέρνηση τα έχει χειριστεί με έναν λάθος τρόπο. Έχει κάνει προβληματικούς χειρισμούς. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε προηγουμένως ο κ. Χαρίτσης στο θέμα του διπλασιασμού της τιμής αποζημίωσης του ημερήσιου νοσηλίου για ιδιωτικές κλίνες εντατικής. Ήταν μια απαράδεκτη κίνηση αυτή σε μια περίοδο, υποτίθεται, επιστράτευσης όλων των διαθέσιμων πόρων της χώρας στη μάχη της πανδημίας. Είναι προφανές ότι κάποιοι επιχείρησαν, και φαίνεται ότι και η κυβέρνηση συμφώνησε, να υπάρξουν χαριστικές ρυθμίσεις σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία.

Νομίζουμε ότι είναι ένα μέτρο το οποίο πρέπει να το πάρει πίσω η κυβέρνηση και η αναγκαία κεντρική διαχείριση όλων των διαθέσιμων κλινών πρέπει να γίνει με όρους δημοσίου συμφέροντος. Και βεβαίως η πρώτιστη προτεραιότητα είναι να αυξήσουμε τη διαθεσιμότητα των δημόσιων κλινών ΜΕΘ και εάν αυτές δεν επαρκούν, να απευθυνθούμε και στα στρατιωτικά νοσοκομεία εννοείται και στον ιδιωτικό τομέα και παντού.

Και ένα άλλο νομίζω προβληματικό στοιχείο χειρισμού αυτής της περιόδου, είναι οι αυξανόμενες μετακινήσεις γενικών γιατρών από περιφερειακά ιατρεία και Κέντρα Υγείας προς τα Νοσοκομεία και μάλιστα για την ενίσχυση της πρωινής τους λειτουργίας. Θεωρούμε ότι αυτό είναι μια λάθος γραμμή, η οποία αποδυναμώνει τις δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας.

Αντί δηλαδή να οργανώσουμε την Πρωτοβάθμια Φροντίδα για να μπορέσει να ανασχέσει την ροή περιστατικών προς τα Νοσοκομεία και να παρέχει αξιοπρεπείς υπηρεσίες στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που θα έρθουν σε επαφή με τον ιό και θα έχουν ήπια συμπτωματολογία -ξέρετε καλά ότι το 80 με 85% των περιστατικών δεν χρειάζονται νοσοκομειακή υποστήριξη, μπορούν μια χαρά να αντιμετωπιστούν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο. Αντί να κάνει αυτό, αρχίζει να μετακινεί προσωπικό και μάλιστα χωρίς σχέδιο και χωρίς προετοιμασία.

Νομίζουμε ότι ένα άλλο σημείο που επίσης θεωρούμε ότι δεν είναι σωστή η παρέμβαση, είναι αυτό με τις κινητές μονάδες, όπου έχει προδιαγραφή και κηρύσσεται ένα έργο μέσω ΕΣΠΑ με στόχο να δημιουργηθούν κινητά συνεργεία αιμοληψίας, τα οποία όμως ο μόνος τους ρόλος θα είναι να κάνουν δειγματοληψίες κατ’ οίκον.

Θεωρούμε ότι αυτό που χρειάζεται είναι να κάνουμε μια πιο ολοκληρωμένη παρέμβαση με κινητές ομάδες οικίας, που θα έχουν και γιατρό και άλλους επαγγελματίες. Εκτός από τις αναγκαίες δειγματοληψίες που προφανώς πρέπει να γίνουν, πρέπει να παρακολουθούν και να εποπτεύουν και να υπάρχει ένα πιο συστηματικό monitoring, επιτρέψτε μου να πω, των ανθρώπων που μένουν σπίτι και είτε έχουν προβλήματα λόγω της πανδημίας, είτε έχουν άλλα σοβαρά χρόνια προβλήματα υγείας, τα οποία κινδυνεύουν να απορρυθμιστούν λόγω πλημμελούς παρακολούθησης και φροντίδας. Νομίζω ότι αυτό το κενό μπορεί να το καλύψει με πολύ μεγάλη πληρότητα η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Έχουμε πει ότι πρέπει να διασυνδεθεί ο ΕΟΔΥ με τις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας. Ο ΕΟΔΥ να συγκροτήσει ένα μικρό των πιθανών αλλά μη επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, τα οποία έχουν πάρει οδηγίες να μείνουν σπίτι και στη συνέχεια, με βάση την χωροταξία της κατοικίας αυτών των ανθρώπων, να απευθύνονται στις όμορες στις οικείες δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, οι οποίες θα καταγράφουν την περίπτωση, θα έχουν στοιχεία επικοινωνίας και θα αναλαμβάνουν αυτοί στη συνέχεια πιο συστηματική παρακολούθηση αυτών των ανθρώπων, έτσι ώστε να μην υπάρχει ούτε ο κίνδυνος να υποτροπιάσει η νόσος, παρότι ο άνθρωπος παραμένει στο σπίτι, και φτάσει καθυστερημένα στο Νοσοκομείο, είτε να εμφανιστούν άλλες επιπλοκές που πρέπει έγκαιρα να διαγνωστούν.

Νομίζω ότι κι αυτό είναι πάρα πολύ κρίσιμο. Και θεωρώ ότι η Πρωτοβάθμια Φροντίδα πραγματικά μπορεί με μια γρήγορη εκπαίδευση προσωπικού που στα Πρωτόκολλα του ΕΟΔΥ στη συμβουλευτική που πρέπει να υπάρχει, θα παίξει αυτό τον ρόλο.

Επίσης, ο ρόλος στην επιδημιολογική επιτήρηση της πανδημίας σε επίπεδο κοινότητας μπορεί να είναι πάρα πολύ σημαντικός. Και θεωρώ ότι μπορεί να συντονίσει η Πρωτοβάθμια Φροντίδα μια γενικευμένη συνεργασία ανάμεσα στις δημόσιες δομές, δηλαδή Κέντρα Υγείας, τις τοπικές Μονάδες υγείας, τα περιφερειακά ιατρεία, τους ελευθεροεπαγγελματίες που είναι γιατροί, που είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΔΥ, τους ελευθεροεπαγγελματίες γιατρούς που δεν είναι συμβεβλημένοι αλλά κι αυτοί με μια ειδική σύμβαση αυτή την περίοδο που μπορούν να συνδράμουν στην προσπάθεια. Και, βεβαίως, ως ένα Plan B να αξιοποιήσουν και τη διαθεσιμότητα εθελοντών, κυρίως στην υποστήριξη των δημοσίων δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας και στην κατ’ οίκον φροντίδα και στη συμβουλευτική των ανθρώπων και όχι στο να καλύπτουν ανάγκες που είναι στην πρώτη γραμμή, που είναι στα Νοσοκομεία, που εκεί χρειάζεται έμπειρο εξειδικευμένο προσωπικό.

Νομίζω ότι αυτή είναι μια συνολική εικόνα για την οπτική μας στα θέματα της καθημερινότητας του συστήματος υγείας. Νομίζω ότι το στοίχημα αυτής της περιόδου είναι -και είναι τώρα η ευκαιρία να γίνει αυτό, που όλοι αναγνωρίζουν την αξία της δημόσιας περίθαλψης, τώρα που οι νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες για τη μη ανταποδοτική λειτουργία του ΕΣΥ και των κρατικών υπηρεσιών έχουν πάει στην πάντα-, να πραγματοποιηθεί μια μεγάλη επένδυση στη δημόσια περίθαλψη και μια μακροπρόθεσμη ενίσχυσή της με μόνιμο προσωπικό και όχι με ανθρώπους μιας χρήσης.

Αυτό είναι κρίσιμο διαφοροποιητικό στοιχείο από την τακτική της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση προσπαθεί με συμβασιούχους να καλύψει ένα μέρος, και αυτό με καθυστέρηση, των κενών και των αναγκών λόγω της πανδημίας.

Αυτό που χρειάζεται το σύστημα υγείας είναι ένα πλάνο μακροπρόθεσμης και καθολικής κάλυψης των κενών του δημόσιου συστήματος υγείας. Και, εννοείται, αυτό είναι κι ένα συμβατικό κίνητρο για να έρθουν αυτή την περίοδο άνθρωποι να βάλουν πλάτη να δουλέψουν στο δημόσιο σύστημα υγείας, ξέροντας ότι θα έχουν το μπόνους της προϋπηρεσίας και την ειδική μοριοδότηση που θα τους επιτρέψει στη συνέχεια να διεκδικήσουν μια σταθερή θέση εργασίας.

Νομίζω ότι το σύνθημά μας αυτή την περίοδο θα πρέπει να είναι: Κανένας άνθρωπος χωρίς επαρκή και αξιόπιστη δημόσια φροντίδα υγείας μπροστά στην πανδημία.

ΑΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Ανδρέα, σε ευχαριστούμε πολύ. Να περάσουμε τώρα σε κάποιες ερωτήσεις. Να ευχαριστήσω καταρχάς όλους τους πολιτικούς συντάκτες που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας και έχουν στείλει πάρα πολλές ερωτήσεις. Προφανώς, είναι αδύνατο λόγω περιορισμού και στον χρόνο να απαντήσουμε τώρα σε όλες. Θα απαντήσουμε σε μερικές και θα κρατήσουμε τις υπόλοιπες για μια επόμενη ενημέρωση.


Ας περάσουμε σε κάποιες από τις ερωτήσεις που έχουν τεθεί από τους δημοσιογράφους.


Ε. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ (Reader.gr): Ο ΠΟΥ (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) έχει κατ’ επανάληψη διατυπώσει την εκτίμηση ότι με τον περιορισμό των μετακινήσεων (lock down) «παίζουμε άμυνα» απέναντι στην πανδημία κι αν θέλουμε να παίξουμε «επίθεση» θα πρέπει να κάνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα τεστ.

Με δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες στην οποία πραγματοποιούνται τα λιγότερα τεστ παγκοσμίως, θεωρείτε πως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις για την εξάπλωση του ιού στη χώρα μας; Αν ναι, ποιός είναι ο τρόπος που θα μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε περισσότερα τεστ, με δεδομένο την έλλειψη σε αντιδραστήρια.

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Νομίζω ότι έχω ήδη δώσει μια πρώτη απάντηση, θα προσπαθήσω να δώσω μια συμπληρωματική. Θέλω να πω το εξής: Καταρχάς, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρώ ότι είχε πολύ καλά αντανακλαστικά και έγκαιρα επισήμανε την ανάγκη μιας εγρήγορσης και των χωρών και των συστημάτων υγείας και επισήμανε από την αρχή την ανάγκη να υπάρξει μια συνολική στρατηγική, η οποία θα περιορίσει την διασπορά του ιού στο γενικό πληθυσμό και στην κοινότητα, όπως λέμε, κάνοντας με πολύ σαφή τρόπο κριτική και σε χώρες και σε κυβερνήσεις όπως είναι για παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην αρχική περίοδο -τώρα βέβαια αναγκαστικά έχουν κάνει στροφή 180 μοιρών αυτή την περίοδο διότι αρχίζει να γίνεται ανεξέλεγκτη η διασπορά, αφού είχαν ακολουθήσει την γνωστή λογική της ανοσίας της αγέλης. Δηλαδή, δεν έπαιρναν μέτρα περιοριστικά, άφηναν να υπάρξει ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο θα νοσήσει και το οποίο υποτίθεται στη συνέχεια θα προστάτευε με ένα «ειρωνικό» φραγμό, τους υπόλοιπους.

Αυτό είναι μια τραγική γραμμή και ήταν μια λογική κοινωνικού δαρβινισμού. Και νομίζω ότι σωστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πήρε αποστάσεις. Επίσης, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είπε ότι χρειάζεται ενδυνάμωση των δημόσιων συστημάτων υγείας για να αντιμετωπιστεί η πανδημία. Και επίσης είπε ότι χρειάζεται στήριξη των αδύναμων, των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, όχι απλώς των ευπαθών ομάδων δηλαδή των χρονίως ασθενών. Μίλησε και για τους ανθρώπους τους οικονομικά αδύναμους και τους φτωχούς, μίλησε για τις ανισότητες που αυτή η κρίση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να διευρύνει και άρα πρέπει με στοχευμένες πολιτικές να αντιμετωπιστούν.
Μέσα στη συνολική στρατηγική είναι και το θέμα των τεστ. Σωστά επισημαίνετε ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λέει ότι αυτό είναι εργαλείο που πρέπει να αξιοποιηθεί για να έχουμε μια καλύτερη επιδημιολογική επιτήρηση της πανδημίας. Να έχουμε με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια τον πραγματικό αριθμό των κρουσμάτων στην κοινότητα και, άρα, με βάση αυτό να χαράξουμε τη στρατηγική κάθε χώρας.

Θεωρώ ότι υπήρξε ένα πρόβλημα, το τονίζω ξανά, ανεπαρκούς διαθεσιμότητας τεστ όχι μόνο στην Ελλάδα, παγκοσμίως μπήκε αυτό το θέμα. Βέβαια, κάποιες χώρες που έχουν οι ίδιες εταιρείες που παράγουν τέτοιες τεχνολογίες και τέτοια προϊόντα, προφανώς είχαν μια πιο προνομιακή πρόσβαση σε αυτά τα τεστ.

Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι είναι σωστό που επισημαίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας να υπάρξει μια προσπάθεια, και τώρα που είναι σε εξέλιξη η πανδημία, αλλά και μετά την υποχώρησή της και την ανάγκη μετά την επιστροφή, σταδιακά, στην κανονικότητα, να έχουμε μια πιο καλή και ασφαλή εικόνα της διασποράς έτσι ώστε με στοχευμένο τρόπο να ελέγχουμε την διασπορά, να την ιχνηλατούμε, να αποτρέπουμε επαφές και κυρίως να επιστρέφουν ομάδες πληθυσμού, ή φτωχές κοινωνίες που είχαν πληγεί με ένα πιο ιδιαίτερο τρόπο από την κρίση, να επιστρέφουν σταδιακά στην άρση αυτών των περιοριστικών μέτρων. Θα είναι χρήσιμο και σε αυτή τη φάση και στην επόμενη το να έχουμε διαθεσιμότητα σε τεστ, τα οποία να είναι διαθέσιμα, να είναι φτηνά και κυρίως να μην επιβαρύνεται ο πολίτης.

Έχει κοστολογηθεί τώρα η εξέταση, ο ΕΟΠΥΥ μπορεί να αναλάβει το 100% της δαπάνης. Δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να πληρώνει κανένας πολίτης για να κάνει αυτή την εξέταση όταν αυτό γίνεται με συνταγογράφηση από τον θεράποντα ιατρό και με βάση τις ενδείξεις που υπάρχουν.

Τώρα για τη διαθεσιμότητα των δημόσιων εργαστηρίων, γιατί κι εκεί νομίζω πρέπει να δοθεί η βαρύτητα και η προτεραιότητα. Είναι ήδη 8 ή 9 αν θυμάμαι καλά -ξεκινήσαμε από 4 στην αρχή- τα εργαστήρια τα οποία αυτή τη στιγμή κάνουν με αξιοπιστία, με πιστοποίηση τους εργαστηριακούς ελέγχους, κυρίως ανταποκρινόμενα στα αιτήματα των Νοσοκομείων.

Υπάρχει, όπως είπα πριν, η διαθεσιμότητα και των πανεπιστημιακών και ερευνητικών εργαστηρίων να συνεισφέρουν με επιπλέον, με παραπάνω αριθμό τεστ, καθημερινά. Το ίδιο και το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας που έχει εμπειρία στις μοριακές τεχνικές και διενεργεί ούτως ή άλλως έλεγχο του αίματος για άλλους. Αυτά πρέπει να τα αναπτύξουμε στο έπακρο με την απαραίτητη επένδυση, εννοείται, και σε εξοπλισμό και σε ανθρώπινο δυναμικό, έτσι ώστε να μπορέσει το δημόσιο Σύστημα Υγείας να καλύψει σε γενικές γραμμές αυτή την ανάγκη. Στην πιθανότητα επικουρικής συνεισφοράς του ιδιωτικού τομέα, εκεί πρέπει να υπάρχουν κανόνες και γενικό πλαίσιο, όπως και στο Δημόσιο. 

 

Υ. ΚΛΑΠΑ (Mega): Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής δεν υπήρξε σύγκλιση των ευρωπαϊκών δυνάμεων αναφορικά με το ευρωομόλογο. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για καταστροφικές πολιτικές. Εάν δεν αρθεί το αδιέξοδο, υπάρχει ενδεχόμενο να ζητήσετε σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, τόσο για τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, όσον και για την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καταρχάς, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η κρίση αυτή την οποία βιώνουμε τώρα και στην οποία η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρό της, είναι η περιοχή του πλανήτη η οποία πλήττεται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, είναι η τρίτη ουσιαστικά δομική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση την τελευταία 10ετία.Προηγήθηκε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2009, ακολούθησε και την αντιμετωπίζουμε μέχρι και σήμερα η προσφυγική κρίση και αυτή της πανδημίας του κορονοϊού.

Θα είναι εγκληματικό για την Ευρωπαϊκή Ένωση να ακολουθήσει τις ίδιες πολιτικές, την ίδια ολιγωρία, την ίδια έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών που ακολουθήθηκε και στις δυο προηγούμενες κρίσεις. Πλέον μιλάμε για μια κρίση η οποία μπορεί να αποκτήσει και υπαρξιακή διάσταση για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Θεωρούμε λοιπόν ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ασκηθεί κάθε δυνατή πίεση έτσι ώστε να ληφθούν αποφάσεις εκτός του πλαισίου που είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Βεβαίως, η υπόθεση του ευρωομολόγου είναι πάρα πολύ κρίσιμη και για να υπάρξει ένα διαμοιρασμός των βαρών και μια αμοιβαιοποίηση του χρέους και των συνεπειών αυτής της κρίσης. Υπενθυμίζω επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Πρόεδρός του, Αλέξης Τσίπρας, μιας και αναφερθήκατε, μιλούν για το ευρωομόλογο όχι τώρα, που ενέσκηψε η κρίση της πανδημίας, αλλά εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Είναι κεφαλαιώδες ζήτημα για εμάς και βεβαίως θα συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση, να παρεμβαίνουμε και να αξιοποιούμε όλα τα δυνατά μέσα και διεθνώς και στο εσωτερικό της χώρας για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην επιβολή λύσεων, οι οποίες πραγματικά θα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα.

Αλλιώς, η Ευρώπη μπαίνει σε μια πολύ σκοτεινή περίοδο. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες και κυρίως οι οικονομίες της περιφέρειας και του νότου πλήττονται βάναυσα απ’ αυτή την κρίση. Είναι μια κρίση, επαναλαμβάνω, και αυτό πρέπει να το κατανοήσουν όλοι, η οποία μπορεί να απειλήσει και την ίδια τη συνοχή και το μέλλον της Ευρώπης.


Δ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΣ (Documento): Κύριε εκπρόσωπε, η κυβέρνηση με ΦΕΚ στις 15 Μαρτίου υποχρέωνε τα κανάλια και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας να προβάλλουν δωρεάν τα μέτρα για την αποφυγή της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19.

Λίγες ημέρες μετά, με απόφαση της προεδρίας της κυβέρνησης, εκταμίευε 11 εκατομμύρια ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε σπίτι» για τον κορονοϊό. Για αυτό δηλαδή που η ίδια είχε αποφασίσει να προβάλεται δωρεάν.  Σας ρωτώ ευθέως αν πίσω από την ακατανόητη αυτή απόφαση βλέπετε προσπάθεια χειραγώγησης του Τύπου και μάλιστα για ένα τόσο ευαίσθητο γεγονός όπως η πανδημία.  

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Εμείς είμαστε υπέρ της ενίσχυσης των ΜΜΕ. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με σχέδιο, έπρεπε να γίνει με διαφάνεια, έπρεπε να γίνει με αξιοκρατία. Υπενθυμίζω άλλωστε ότι ειδικά για τα έντυπα Μέσα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε προχωρήσει πριν από έναν χρόνο περίπου στη δημιουργία ενός ειδικού προγράμματος ενίσχυσης, γιατί πράγματι υπήρχε σοβαρό ζήτημα επιβίωσης πολλών Μέσων.

Το πρόγραμμα αυτό, δυστυχώς, το οποίο αντιμετώπιζε με τους ίδιους κανόνες οριζόντια όλα τα Μέσα, δυστυχώς ακυρώθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, λίγο πριν εκπνεύσει το 2019. Αντ’ αυτού, αυτό το οποίο βλέπουμε σήμερα είναι, με αφορμή την κρίση του κορονοϊού, ένα πρόγραμμα ενίσχυσης το οποίο αυτή τη στιγμή ουσιαστικά υλοποιείται από την κυβέρνηση παρότι, όπως έχουμε επισημάνει κι όπως λέτε κι εσείς στην ερώτησή σας, θα μπορούσε αυτή η καμπάνια ενημέρωσης των πολιτών να γίνει δωρεάν. Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επιλέγει να ενισχύσει Μέσα, κι αυτό όμως δεν το κάνει με διαφάνεια, το κάνει ουσιαστικά κι αυτό φαίνεται από τις επιλογές οι οποίες έχουν γίνει, με την πρόθεση όχι απλώς να ενημερώσει τους πολίτες, αλλά και να ενισχύσει Μέσα τα οποία είναι φιλικά προς εκείνη.

Είναι μια απόφαση την οποία εμείς θεωρούμε απαράδεκτη και βεβαίως η κυβέρνηση είναι υπόλογη γι’ αυτή της της επιλογή.


Γ. ΦΑΣΟΥΛΑΣ (ΕΡΤ 1): Πότε εκτιμάτε, ως γιατρός, ότι θα αρχίσουμε να βγαίνουμε από αυτήν την πρωτόγνωρη περιπέτεια και μέχρι που φτάνουν οι αντοχές του ΕΣΥ;

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Θεωρώ ότι δεν μπορεί κανένας, ούτε οι πιο ειδικοί, να κάνουν με ασφάλεια προβλέψεις αυτή τη στιγμή για το πότε θα εκτονωθεί η εξάπλωση αυτής της νόσου, αυτού του ιού και πότε θα αρχίσουμε σιγά σιγά να πηγαίνουμε σε μια σταδιακή αποκλιμάκωση των μέτρων περιορισμού. Γιατί νομίζω ότι αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα το οποίο θέτει η κοινωνία.

Θεωρώ ότι θα κριθεί η μάχη αυτή από 3-4 κρίσιμους παράγοντες. Ο ένας είναι η συνέχιση και όχι η χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και της συμμόρφωσης των πολιτών στις συστάσεις που έχουν δοθεί. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Όπου δεν έγινε αυτό έγκαιρα, σε όσες χώρες δεν έγινε αυτό έγκαιρα, η υπόθεση αυτή εξελίχθηκε σε υγειονομική τραγωδία.

Το δεύτερο είναι η γρήγορη ενδυνάμωση του δημοσίου Συστήματος Υγείας. Με επιπλέον προσωπικό, με επιπλέον πόρους και βεβαίως με έμφαση όχι μόνο στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών όπου εκεί είναι και η πρώτη γραμμή άμυνας του συστήματος, αλλά κυρίως στις ΜΕΘ, στις οποίες, όπως ξέρουμε, η χώρα μας είχε ένα διαχρονικό έλλειμμα του αναγκαίου αριθμού και τώρα πρέπει σ’ αυτή τη φάση και υπό πιεστικό τρόπο, να εξαντλήσουμε τα περιθώρια ενίσχυσής τους.

Το τρίτο είναι τα ατομικά μέσα προστασίας. Αυτός είναι ένας πολύ κρίσιμος δείκτης. Και θεωρώ ότι πρέπει να γίνει η μέγιστη δυνατή προσπάθεια, στις επόμενες ώρες θα έλεγα, να έχει φύγει τελείως από τη συζήτηση ως πρόβλημα, δηλαδή να υπάρχει η ασφάλεια και η επάρκεια μέσων που να ενισχύουν και το ηθικό των ανθρώπων της πρώτης γραμμής και τη δυνατότητά τους να κάνουν με αξιοπρέπεια και αξιοπιστία τη δουλειά τους.

Και νομίζω ένα επίσης σημαντικό σημείο, που θα κρίνει την εξέλιξη, είναι η δυνατότητα καλύτερης επιδημιολογικής επιτήρησης της διασποράς του ιού στην κοινότητα, μέσα από γενικευμένους διαγνωστικούς ελέγχους που είπαμε πριν με ποιον τρόπο μπορούν να γίνουν.

Πιστεύω λοιπόν ότι σ’ αυτή τη φάση, ένας ευαίσθητος δείκτης είναι ο αριθμός των διασωληνωμένων ανθρώπων. Ακόμα είναι σ’ ένα ελεγχόμενο σημείο. Είναι 85 οι συνάνθρωποί μάς οι οποίοι είναι διασωληνωμένοι. Αυτός είναι πραγματικά κρίσιμος δείκτης και πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι χρειάζεται έτσι ώστε αν κάποια στιγμή αυτός ο αριθμός αυξηθεί πάρα πολύ, να έχει την αντοχή το σύστημα υγείας να το αντιμετωπίσει.


Ν. ΖΟΡΜΠΑ (capital.gr): Κύριε εκπρόσωπε, η μόνιμη επωδός του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας σε οικονομικό επίπεδο είναι πως τα κυβερνητικά μέτρα είναι "ασπιρίνες" και πως η κυβέρνηση δεν στηρίζει επαρκώς ούτε τις επιχειρήσεις ούτε τους εργαζομένους ακολουθώντας συνταγή υφεσιακής πολιτικής. Από πού θα βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι για την γενναία χρηματοδότηση της οικονομίας που ζητάτε επίμονα από την κυβέρνηση; Έχετε υπολογίσει το κόστος;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε κάτι το οποίο είπαμε και πριν στην εισήγηση, ότι εδώ αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή κατάσταση: Η κρίση αυτή είναι μια κρίση δομική συν τω χρόνω και την οποία όλοι οι διεθνείς οίκοι και αναλυτές αυτή τη στιγμή υποστηρίζουν ότι θα είναι μια κρίση πιο βαθιά από αυτή την οποία βίωσε η παγκόσμια και η ευρωπαϊκή οικονομία το 2009.

Άρα, χρειάζονται και μέτρα ριζοσπαστικά, χρειάζονται μέτρα τα οποία δεν έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Το ένα σκέλος είναι αυτό. Το δεύτερο σκέλος έχει να κάνει με το ότι πλέον και οι δυνατότητες είναι διαφορετικές.

Οι δυνατότητες είναι διαφορετικές, καταρχάς, γιατί δεν ισχύουν πλέον οι δημοσιονομικοί περιορισμοί τους οποίους είχαμε τα προηγούμενα χρόνια σε σχέση, για παράδειγμα με τους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα. Οι δαπάνες για τον κορονοϊό έχει αποφασισθεί ότι δεν συνυπολογίζονται, εξαιρούνται από το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Και, βεβαίως, έχουμε και το μαξιλάρι ασφαλείας το οποίο δημιούργησε το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο για πρώτη φορά στα χρονικά της ελληνικής οικονομίας, διαμορφώνει μια κατάσταση δημοσιονομικής ισορροπίας, ακόμα και σε αυτές τις ακραίες συνθήκες.

Είναι λοιπόν πάρα πολύ κρίσιμο να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα τώρα. Και το βασικό το οποίο πρέπει να γίνει, το επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά, είναι να επιδοτηθεί πλήρως το μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος των επιχειρήσεων. Να δοθούν οι μισθοί στους εργαζομένους πλήρως, 100%. Αυτό είναι ένα μέτρο το οποίο στοιχίζει περίπου 2 δις ευρώ, μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος, 1% δηλαδή του ΑΕΠ. Είναι ένα μέτρο το οποίο είναι κρίσιμο και για τους εργαζομένους και για τις επιχειρήσεις.

Αντ’ αυτού, βλέπουμε την κυβέρνηση να παίρνει όχι μέτρα επιδότησης της εργασίας, αλλά ουσιαστικά επιδότησης της ανεργίας, προδιαγράφοντας ουσιαστικά στο άμεσο μέλλον, τους επόμενους μήνες, να έχουμε νέες στρατιές ανέργων, να έχουμε νέους εργαζομένους που θα χάσουν το 50% του μισθού τους, να έχουμε νέα λουκέτα στις επιχειρήσεις.

Αυτή είναι μια πορεία, κατά τη γνώμη μας, καταστροφική. Πρέπει να αντιστραφεί αυτή η πορεία. Και είναι προτιμότερο για την ελληνική οικονομία να δαπανήσει τώρα 1% του ΑΕΠ, παρά να χρειαστεί σε λίγο χρονικό διάστημα, σε λίγους μήνες, να δαπανήσει εκ των υστέρων, πολύ περισσότερα για να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή τη βαθιά κρίση, αυτή τη βαθιά ύφεση η οποία επέρχεται.


Ε. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ (newsit.gr): Το υπουργείο Υγείας διαβεβαιώνει ότι υπάρχει επάρκεια προστατευτικού υλικού, (μάσκες, γάντια, στολές). Ωστόσο, καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας καταγγελίες από νοσηλευτές και γιατρούς  που λένε ότι αναγκάζονται να τις φτιάξουν μόνοι τους. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Επάρκεια δεν υπάρχει και νομίζω ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Υπάρχει όντως μια προσπάθεια τις τελευταίες ημέρες να βελτιωθεί η ροή αυτού του υλικού προς τα νοσοκομεία. Η εικόνα που έχουμε από γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό είναι ότι συνεχίζει η διαχείριση αυτού του υλικού να γίνεται με πολύ σφιχτό τρόπο και αυτό φοβούμαστε ότι μπορεί να δημιουργήσει και εκπτώσεις στην αναγκαία προστασία του προσωπικού.

Θεωρώ ότι είναι υποχρέωση του υπουργείου να βελτιώσει τη διαθεσιμότητα και να καλύψει με ασφάλεια και επάρκεια, εξαντλώντας κάθε τρόπο προμήθειας αυτών των υλικών από τη διεθνή αγορά, εξαντλώντας δυνατότητες εγχώριας παραγωγής αυτών των υλικών. Υπάρχουν νομίζω μια-δυο παραγωγικές μονάδες. Και σε κάθε περίπτωση, δίνοντας ένα σήμα έμπρακτης στήριξης των ανθρώπων της πρώτης γραμμής γιατί είναι καλές οι κουβέντες και οι επευφημίες και τα χειροκροτήματα, είναι σημαντικό όμως και το προσωπικό αυτό να αισθάνεται ότι η πολιτεία μεριμνά για την προστασία του και τη δυνατότητα να κάνει τη δουλειά του με αξιοπρέπεια.

Θεωρώ ότι πρέπει να μπει στο στόχαστρο και της καθημερινής ενημέρωσης το ποσοστό του ανθρώπινου δυναμικού του συστήματος, το οποίο προσβάλλεται από τον ιό και τίθεται σε καραντίνα. Είναι ένα ποσοστό υπολογίζεται γύρω στο 10% των συνολικών κρουσμάτων. Είναι ένας ευαίσθητος δείκτης της ανθεκτικότητας του συστήματος υγείας κι αυτός. Θεωρούμε ότι πρέπει να υπάρχει ειδική μνεία του υπουργείου γι’ αυτό το θέμα.


A. ZAXAΡΙΑΔΗΣ (iefimerida.gr): Τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με την πρόταση για την καταβολή του 50% του μισθού βουλευτών στο Ταμείο για τον κορωνοϊό;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καταρχάς, να κάνω ένα σχόλιο: Η κίνηση του Πρωθυπουργού εμπεριέχει βεβαίως έναν ισχυρό συμβολισμό. Όμως, όταν προέρχεται από μια κυβέρνηση η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, δεν έχει πάρει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, δεν έχει προχωρήσει στις αναγκαίες δαπάνες για τη στήριξη του δημοσίου Συστήματος Υγείας ενώ ταυτόχρονα έχει προχωρήσει –το συζητήσαμε και νωρίτερα- σε δώρα προς εργολάβους, προς καναλάρχες, προς κλινικάρχες.

Νομίζω ότι είναι μια κίνηση η οποία εμπεριέχει και ισχυρές δόσεις υποκρισίας. Ξέρετε, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, όχι τώρα μόνο μέσα στην κρίση αλλά και όλο το προηγούμενο διάστημα, σε κανονικές συνθήκες, έδιναν και δίνουν σημαντικό μέρος του μισθού τους σε δομές αλληλεγγύης, ακριβώς για να στηρίξουν ευάλωτους συμπολίτες μας, ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα για να τα φέρουν βόλτα. Και αυτό το έκαναν, και το κάνουμε, χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Από ‘κει και πέρα, αυτό το οποίο έχουμε κάνει τώρα μέσα στην κρίση, και έχει σταλεί και σχετική επιστολή από τη Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας μας προς τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι να ζητήσουμε από τη Βουλή να πάρει την πρωτοβουλία έτσι ώστε η συμβολή αυτή του 50% του μισθού των Βουλευτών να είναι υποχρεωτική για όλους και όχι προαιρετική, όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, και να καλύψει ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον 3 μηνών.

Επίσης, ζητήσαμε να διευρυνθεί αυτή η προσπάθεια και με τη συμμετοχή σε αυτήν υποχρεωτικά όλων των βασικών αξιωματούχων του κρατικού μηχανισμού: Γενικών Γραμματέων, Ειδικών Γραμματέων, Διοικητών, Οργανισμών, Ευρωβουλευτών.

Και σίγουρα, το πολύ κρίσιμο, αν θέλετε, σ’ αυτή την ιστορία το οποίο αναδεικνύει και την υποκρισία, επιτρέψτε μου να πω, εκ μέρους της κυβέρνησης, είναι το γεγονός ότι δεν ακούσαμε κάτι από τον κ. Μητσοτάκη για τις αποφάσεις που έλαβαν Διοικήσεις των ΔΕΚΟ, εν μέσω της κρίσης πανδημίας, να διπλασιάσουν τις αμοιβές των μελών τους. Μια απόφαση που προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Ειδικά σ’ αυτές τις συνθήκες, θα περιμέναμε η κυβέρνηση να τοποθετηθεί και επ` αυτού. Δυστυχώς, ακόμα αυτό δεν έχει γίνει.


B. KEXAΓIA (Έθνος): Ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι στιγμής στηρίζει κριτικά την κυβέρνηση σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του κορονοϊού, σε σημείο που κάποιοι υποστηρικτές του να διαμαρτύρονται για άτονη αντιπολίτευση. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση έχει εισακούσει κάποιες από τις υποδείξεις και τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της κρίσης, κι αν ναι, ποιες είναι αυτές;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει σ’ αυτές τις πολύ κρίσιμες συνθήκες να στηρίξει την ελληνική κοινωνία. Αυτό είναι το αυτονόητο το οποίο πρέπει να κάνουμε. Κι αυτό σημαίνει ότι βεβαίως θα στηρίξουμε μέτρα που προέρχονται από την επιστημονική κοινότητα κι έχουν να κάνουν με τους αναγκαίους περιορισμούς για να μην εξαπλωθεί η πανδημία. Από την άλλη, όμως, θα ασκήσουμε κριτική και θα καταθέσουμε τις προτάσεις μας, τόσο για το υγειονομικό σκέλος -είπαμε πριν κάποια βασικά στοιχεία αυτών των προτάσεων, τα ανέλυσε με πολύ μεγάλη σαφήνεια ο Ανδρέας Ξανθός νωρίτερα-, αλλά βεβαίως και για τα ζητήματα της οικονομίας και της εργασίας.

Οι προτάσεις μας, επιτρέψτε μου να πω, είναι ουσιαστικά προτάσεις οι οποίες κινούνται στο πλαίσιο της κοινής λογικής, των αναγκαίων μέτρων που πρέπει να ληφθούν και βεβαίως αντανακλούν και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα την οποία βλέπουμε να διαμορφώνεται τις τελευταίες εβδομάδες.

Γιατί βεβαίως είναι κοινή λογική να λέμε ότι πρέπει να στηριχθεί η εργασία και όχι να στηρίζεται η ανεργία. Είναι κοινή λογική να λέμε ότι πρέπει να στηριχθούν έμπρακτα, ουσιαστικά, τώρα, άμεσα οι επιχειρήσεις, όχι μόνο με μέτρα αναστολής υποχρεώσεων αλλά και με ρευστότητα, με ζεστό χρήματα για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση, για να μη δούμε λουκέτα τους επόμενους μήνες.

Αντί λοιπόν να υιοθετήσει αυτές τις προτάσεις, η κυβέρνηση, δυστυχώς στο κομμάτι ειδικά της οικονομίας, κινείται με μια λογική «βλέποντας και κάνοντας». Και θα επαναλάβω και αυτό που είπα πριν: Αυτή είναι μια λογική η οποία, πέραν όλων των άλλων, είναι και μια λογική η οποία θα στοιχίσει στην ελληνική οικονομία πολλαπλά το επόμενο διάστημα.


Μ. ΜΑΝΗ (Euro2day.gr): Το πλήγμα που έχει δεχτεί και η ελληνική οικονομία είναι τεράστιο. Βλέπετε νέο μνημόνιο; Με ή χωρίς εκλογές; Σε ποιο βαθμό θα συναινέσετε σε επώδυνα μέτρα, εργασιακά, μισθολογικά, δημοσιονομικά, για την ανόρθωσή της; Ή δεν θα συναινέσετε σε κανένα; Μπορεί, για παράδειγμα, να παραμείνει στο τραπέζι το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καταρχάς, να επαναλάβω κάτι το οποίο είπαμε για το ευρωπαϊκό επίπεδο και το οποίο είναι πάρα πολύ κρίσιμο να υιοθετηθεί από την κυβέρνηση: Πρέπει η κυβέρνηση να παρέμβει πρωταγωνιστικά και όχι ως θεατής στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Να διαμορφώσει τις αναγκαίες συμμαχίες έτσι ώστε να μην επιτρέψουμε η Ευρώπη να μετατραπεί το επόμενο διάστημα, με αφορμή και με πρόσχημα αυτή την κρίση, σ’ ένα οικονομικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Είναι απαραίτητο, είναι αναγκαίο να υπάρξουν οι παρεμβάσεις που συζητήσαμε και πριν, όπως με το ευρωομόλογο, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από ‘κει και πέρα, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, η κυβέρνηση οφείλει να υλοποιήσει ένα γενναίο πρόγραμμα στήριξης των εργαζομένων όπως το παρουσιάσαμε νωρίτερα. Επ` ουδενί δεν μπορεί να περνάει από το μυαλό των κυβερνόντων, κι εμείς τους καλούμε να μην το σκεφτούν καν, να αντιμετωπίσουν την κρίση ως ευκαιρία για να την ξαναπληρώσουν, να υποστούν ξανά τις συνέπειες αυτής της κρίσης οι εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίοι.

Εμείς θα σταθούμε ξεκάθαρα απέναντι σε κάθε τέτοια λογική. Δυστυχώς, τα μέτρα που έχουμε δει το τελευταίο διάστημα ειδικά από το υπουργείο Εργασίας κινούνται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό έχουμε ζητήσει από τον υπουργό Εργασίας και από την κυβέρνηση συνολικά να τα ανακαλέσει αμέσως.

Είναι πάρα πολύ κρίσιμο αυτό για εμάς. Να μη διανοηθεί η κυβέρνηση να ξαναβάλει τη χώρα σε μια περιπέτεια όπως αυτή την οποία ζήσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια από την οποία καταφέραμε να εξέλθουμε με πολύ μεγάλη προσπάθεια, με πολλές θυσίες του λαού μας και βεβαίως με πολύ μεγάλη προσπάθεια από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.


Ν. ΛΙΟΝΑΚΗΣ (ΑΠΕ-ΜΠΕ): Εφόσον Γερμανία και Ολλανδία επιμείνουν να μπλοκάρουν τη θέσπιση ευρωομολόγου κορονοϊού στην επόμενη ευρωπαϊκή διαδικασία κορυφής όπου θα συζητηθεί το θέμα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα καλέσει την ελληνική κυβέρνηση να ασκήσει βέτο;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Όταν μιλάμε για μια κρίση τόσο μεγάλων διαστάσεων και τέτοιας κλίμακας και όταν ζητάμε οι παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο να φτάσουν μέχρι τέλους και να κινηθούν εκτός πλαισίου, προφανώς πρέπει να ασκηθούν όλα τα αναγκαία μέσα για να μπορέσουμε να πετύχουμε αυτό τον στόχο. Δεν μπορούμε να πάμε σε λογικές συμβιβασμού και ισορροπιών όπως πολλές φορές έχουμε δει την Ευρώπη να πηγαίνει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Το βιώσαμε και στη χώρα μας με πολύ επώδυνο τρόπο την περίοδο των μνημονίων. Είναι απαραίτητο λοιπόν να ασκηθεί κάθε δυνατή πίεση, όποιο μέσο κι αν περιλαμβάνει αυτή.


Μ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ (Το Ποντίκι): Ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει σειρά αποφάσεων της κυβέρνησης -από τον διπλασιασμό  των νοσηλίων στις ιδιωτικές κλινικές έως την ρύθμιση για την διαφημιστική δαπάνη ύψους 11 εκ. ευρώ και την απόφαση η δόση για τα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας να μετατεθεί στην επόμενη χρονιά-, ως «διευκολύνσεις σε κάποιους από τους πιο πλούσιους Έλληνες». Θεωρείτε, λοιπόν,  ως αξιωματική αντιπολίτευση ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί την πανδημία του κορονοϊού  ως πρόσχημα για μικροκομματικής λογικής εξυπηρετήσεις σε ημετέρους. Κι αν ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν η χώρα επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς, θα ζητήσει ενδελεχή έλεγχο και λογοδοσία για τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος εν μέσω κρίσης, ενδεχομένως με τη μορφή Εξεταστικής;

AΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Είπαμε και πριν ότι αυτές οι αποφάσεις της κυβέρνησης που αφορούν την ενίσχυση ιδιωτικών κλινικών, την ενίσχυση εργολάβων, την ενίσχυση καναλαρχών εν μέσω κρίσης, είναι αποφάσεις οι οποίες προκαλούν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Και βεβαίως είναι αποφάσεις τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ επ` ουδενί δεν πρόκειται να κάνει τα στραβά μάτια.

Τώρα είναι η ώρα της μεγάλης μάχης. Τώρα εμείς προσπαθούμε να στηρίξουμε την ελληνική κοινωνία σ’ αυτή την πολύ μεγάλη προσπάθεια την οποία κάνει ν’ αντιμετωπίσει αυτή την πανδημία μαζί με ολόκληρο τον πλανήτη. Και, βεβαίως, μετά θα είμαστε εδώ, θα έχουμε καταγράψει και θα ζητήσουμε να υπάρξει πλήρης διαφάνεια και λογοδοσία για τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.


Φ. ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ (Real):Ποια είναι η εκτίμηση σας για την επάρκεια της προετοιμασίας του ΕΣΥ σε ΜΕΘ, Πρωτοβάθμια Περίθαλψη και τεστ, ιδίως ενόψει μιας επερχόμενης αύξησης των κρουσμάτων; Ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί με την άποψη του κυρίου Τσιόδρα ότι τα τεστ δεν βοηθούν ιδιαίτερα τώρα, αλλά θα έχουν χρησιμότητα κυρίως στην περίοδο που θα πρέπει να χαλαρώσουμε την καραντίνα; Πώς μπορεί να χτιστεί τώρα ένα πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας ειδικά για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, δεδομένων των χρόνιων αδυναμιών στον τομέα αυτό;

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Νομίζω ότι έχω προσπαθήσει σε προηγούμενες ερωτήσεις να απαντήσω στο βασικό ερώτημα, το εάν δηλαδή είναι θωρακισμένο το σύστημα υγείας. Θεωρώ ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα για να θεωρηθεί ότι το σύστημα υγείας θα έχει την αναγκαία ανθεκτικότητα και την ανταποκρισιμότητα στις ανάγκες της πανδημίας.

Και πρέπει να πιέσουμε εμείς, από την πλευρά της αντιπολίτευσης, οι εργαζόμενοι και οι νοσηλευτές και το διοικητικό προσωπικό στα νοσοκομεία από την πλευρά τους. Αλλά νομίζω ότι το σύνολο του πολιτικού κόσμου να πιέσουμε την πολιτεία να επιταχύνει και να πάρει τα απαραίτητα μέτρα.

Όσον αφορά το θέμα για τα τεστ, νομίζω ότι το έχουμε εξαντλήσει. Έχουμε πει και θεωρώ ότι και ο κ. Τσιόδρας, αλλά και το σύνολο της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων αναγνωρίζουν την ανάγκη να υπάρξει ευρύτερος διαγνωστικός έλεγχος της πανδημίας για να έχουμε μια καλύτερη επιδημιολογική επιτήρηση.

Το ζητούμενο είναι να υπάρξει η διαθεσιμότητα των αναγκαίων αντιδραστηρίων για να μπορεί να ανταποκριθεί το σύστημα υγείας της χώρας μας σε αυτή την ανάγκη.
Και το τρίτο που αφορά την πρωτοβάθμια φροντίδα. Εδώ θεωρώ ότι υπάρχει πεδίο για να προχωρήσουν παρεμβάσεις και δράσεις. Μέχρι στιγμής, έχουμε μια εξαγγελία η οποία πρακτικά έχει μείνει στα χαρτιά. Είχε βγει μια μέρα ο κ. Κοντοζαμάνης και είπε ότι έξι κέντρα υγείας αστικού τύπου στο λεκανοπέδιο θα μεταφερθούν σε μονάδες αναφοράς σε κορονοϊό.

Αυτό δεν έχει προχωρήσει. Έχει γίνει η κατάλληλη προετοιμασία. Θεωρούμε ότι υπάρχει τεράστια δυνατότητα να αξιοποιηθεί αποδοτικά το ανθρώπινο δυναμικό και οι δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Το εξήγησα προηγουμένως̇ και στο να υποδεχτούν περιστατικά πρωτοβάθμιου χαρακτήρα, που έχουν σχέση με την πανδημία και που δεν χρειάζεται να πάνε στο νοσοκομείο. Άρα να προστατεύσουμε αυτό τον τρόπο τα νοσοκομεία μέσα από ένα αποτελεσματικό φίλτρο σε επίπεδο πρωτοβάθμιας. Ένα.
Δεύτερο. Σε συνεργασία με τον ΕΟΔΥ, οι δομές αυτές να παρακολουθήσουν περιστατικά τα οποία είναι ύποπτα, δεν είναι επιβεβαιωμένα και παραμένουν στο σπίτι. Ή ακόμα είναι επιβεβαιωμένα και είναι σε καραντίνα και δεν χρειάζονται νοσηλεία και παραμένουν στο σπίτι μέσα από μια δυνατότητα και τηλεφωνικής παρακολούθησης, αλλά και κατ’ οίκον επισκέψεων με οργανωμένο τρόπο. Και, βεβαίως, ένας κρίσιμος ρόλος της Πρωτοβάθμιας είναι η συνεχιζόμενη φροντίδα των χρόνιων νοσημάτων και της υπόλοιπης νοσηρότητας που υπάρχει στον πληθυσμό, η οποία δεν σταματά προφανώς λόγω πανδημίας και άρα δεν πρέπει να φεύγει από την εποπτεία του συστήματος υγείας.
Κρίσιμος όρος για όλα αυτά είναι η καλή προετοιμασία των δομών, η επάρκεια μέσων ατομικής προστασίας, ιδιαίτερα για το προσωπικό της πρωτοβάθμιας φροντίδας που εκεί οι ελλείψεις και οι ανεπάρκειες είναι πολύ πιο οξυμένες. Μέχρι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί αναφέρουν ανεπάρκεια αυτών των υλικών, άρα να μπορούν και αυτοί να συνεισφέρουν σε αυτή την υπόθεση.

Και νομίζω ότι χρειάζεται και μια οργανωτική προετοιμασία στα κέντρα υγείας έτσι ώστε να διαμορφωθούν οι κατάλληλοι χώροι, να μπορούν να απομονωθούν ύποπτα κρούσματα, να εξεταστούν με ασφάλεια χωρίς κίνδυνο διασποράς, μια εκπαίδευση του προσωπικού για τη διαχείριση αυτής της κατάστασης.

Νομίζω ότι εάν γίνουν όλα αυτά συνδυαστικά, μπορεί η πρωτοβάθμια φροντίδα να είναι κλειδί, όπως έχουμε πει, στην αντιμετώπιση ακάλυπτων αναγκών λόγω της πανδημίας. Και, σαφώς, είναι αυτό το κομμάτι του συστήματος υγείας που μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στο μένουμε στο σπίτι και στο νοσηλευόμαστε στο νοσοκομείο.


Γ. ΑΛΜΠΑΝΗΣ (Cnn.gr): Κύριε Ξανθέ, κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός σχετικά το κόστος των ιδιωτικών ΜΕΘ για τον ΕΟΠΥ. Συγκεκριμένα, λένε ότι στα 800 ευρώ ανά ΜΕΘ δεν περιλαμβανόταν το μισθολογικό κόστος το οποίο οι ασθενείς κατέβαλλαν έξτρα. Υποστηρίζουν επίσης ότι ιδιωτικές κλινικές δεν είχαν δεχτεί αυτήν την κοστολόγηση και δεν είχαν υπογράψει τις σχετικές συντάξεις. Πώς απαντάτε;

Α. ΞΑΝΘΟΣ: Δεν ισχύουν αυτά. Το έχουμε πει από την αρχή. Υπάρχει ο κανονισμός παροχών του ΕΟΠΥ, ο ΕΚΠΥ, ο οποίος ισχύει από το 2018. Αυτός έχει προβλέψει ένα αυξημένο νοσήλιο για τις κλίνες εντατικής θεραπείας των ιδιωτικών θεραπευτηρίων, ακριβώς επειδή ξέρουμε ότι υπάρχει επιπλέον κόστος. Kαι, βεβαίως, μέσα σε αυτό το κόστος και στην αποζημίωση συμπεριλαμβάνεται και το μισθολογικό κόστος. Αυτό ισχύει και για τα κρεβάτια νοσηλείας και για τα κρεβάτια εντατικής.

Με τη λογική αυτή, θα έπρεπε και για την απλή νοσηλεία σε ιδιωτικά θεραπευτήρια το νοσήλιο να πολλαπλασιάζεται επί 2,9. Αυτό είναι εφεύρημα της κυβέρνησης για να κάνει μια χαριστικού τύπου ρύθμιση στους κλινικάρχες αυτή την περίοδο.

Νομίζουμε ότι είναι προκλητικό. Είναι προσβλητικό για την κοινωνία που απαιτεί σε αυτή τη φάση χρηστή διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Και νομίζω ότι είναι και πίσω από το κλίμα συστράτευσης όλων των δυνάμεων και των πόρων που έχει η χώρα σε μια κοινή προσπάθεια είτε αυτό αφορά τον δημόσιο τομέα, είτε αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Νομίζω ότι η γραμμή πρέπει να είναι περισσότερες δημόσιες κλίνες ΜΕΘ αυτή την περίοδο και βεβαίως ως Plan b η μέγιστη αξιοποίηση των πόρων του ιδιωτικού τομέα με προστασία του δημόσιου συμφέροντος.


ΣΠ. ΡΑΠΑΝΑΚΗΣ (Αυγή): Χθες, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε πως δεν είναι ώρα για πλειοδοσία, αναφερόμενος στην πρότασή σας για υποχρεωτική μείωση της αποζημίωσης βουλευτών, υπουργών κλπ. Στην κριτική σας για σειρά ζητημάτων, από τις ελλείψεις στα νοσοκομεία έως τις παρεμβάσεις στα εργασιακά, κυβερνητικά στελέχη σας καταλογίζουν λαϊκισμό, ή και ανευθυνότητα, τονίζοντας πως δεν είναι ώρα γι’ αυτό.

Πώς σχολιάζετε αυτή την αντιμετώπιση; Σας ανησυχεί ότι η κατάσταση εξαίρεσης, ιδίως στα εργασιακά και στην οικονομία, θα γίνει η αφορμή ώστε αυτή η απορρύθμιση να γίνει μια νέα κανονικότητα την επόμενη μέρα;

ΑΛ. ΧΑΡΙΤΣΗΣ: Καταρχάς νομίζω ότι λαϊκισμό και ανευθυνότητα συνιστά να παρουσιάζεις τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία ως ήρωες και την ίδια στιγμή να μην έχεις κάνει τίποτα στην ουσία για να τους στηρίξεις με προσωπικό, με μέσα, με εξοπλισμό, όπως όλα αυτά τα οποία είπαμε πριν.
Από ‘κεί και πέρα, εμείς θα επαναλάβω αυτό που είπα και νωρίτερα. Θεωρούμε αδιανόητο αυτή την κρίση, το οικονομικό της σκέλος δηλαδή, να το πληρώσουν για μια ακόμη φορά οι μισθωτοί, να το πληρώσουν οι συνταξιούχοι, να το πληρώσουν οι μικρομεσαίοι. Να το πληρώσουν οι αυτοαπασχολούμενοι, να το πληρώσουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες.

Και με αυτή την έννοια, έχουμε καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για τη στήριξη ακριβώς της κοινωνικής πλειοψηφίας, για τη στήριξη όλων αυτών των στρωμάτων. Γιατί, βεβαίως, είναι άλλο να επιχειρήσεις τώρα να στηρίξεις έναν επιχειρηματία ο οποίος αντιμετωπίζει δυσκολίες λόγω της κρίσης και άλλο να προσπαθήσεις να βρεις έναν τρόπο να τον στηρίξεις στο μέλλον, όταν θα έχει βάλει λουκέτο στην επιχείρησή του.

Είναι άλλο να προσπαθήσεις να στηρίξεις έναν εργαζόμενο σήμερα που έχει τη δουλειά του και άλλο αύριο να προσπαθήσεις να δεις πώς θα διαχειριστείς το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος θα έχει βγει πλέον στην ανεργία.

Γιατί περί αυτού συζητάμε. Το σχόλιο το οποίο θα ήθελα να κάνω είναι ότι πολλές φορές εκτιμούμε ότι η σημερινή κατάσταση προσομοιάζει σε αυτό το οποίο ζήσαμε στη χώρα στις αρχές της οικονομικής κρίσης. Αναφέρομαι στο οικονομικό σκέλος.

Δηλαδή, για κάποιους ενδεχομένως αυτή η κρίση της πανδημίας και η επερχόμενη οικονομική κρίση να εκλαμβάνεται ως μια ευκαιρία για να προχωρήσουν σε διάλυση εργασιακών σχέσεων, σε αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού της χώρας μας, σε μια σειρά από σκληρά νεοφιλελεύθερες δηλαδή παρεμβάσεις οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν.

Τους λέμε λοιπόν να μην το διανοηθούν. Η κρίση αυτή πρέπει να αντιμετωπιστεί με τέτοιο τρόπο που η κοινωνία στο σύνολό της και ειδικά οι ασθενέστεροι, ειδικά τα χαμηλότερα και τα μεσαία στρώματα θα βγούνε όρθια από αυτή την κρίση και όχι μια κρίση που θα τους ακολουθεί για πολλά χρόνια μετά.

Και εδώ νομίζω ότι ολοκληρώσαμε την ενημέρωση για σήμερα. Θέλω να σας ευχαριστήσω όλες και όλους για τη συμμετοχή σας. Θα επανέλθουμε με μια νέα ενημέρωση σε πολύ λίγο χρόνο. Θα είμαστε βεβαίως σε διαρκή επικοινωνία.

Ευχαριστώ πολύ.



Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία πλοήγησης και να αναλύουμε την επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας μας. Με την παραμονή σας στην ιστοσελίδα, αποδέχεστε τη χρήση cookies όπως αυτή περιγράφεται στην Πολιτική Cookies ΟΚ